Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Μπολόνια 02/08/1980: Η κρατική σφαγή που επί 40 χρόνια ζητεί δικαίωση

Από εκείνο το Σάββατο πριν 40 χρόνια, την 2α Αυγούστου 1980, οι δείκτες στο παλιό ρολόι στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια στην Ιταλία έχουν μείνει στις 10:25. Γιατί εκείνην την ημέρα για 85 αθώους ανθρώπους ο χρόνος σταμάτησε ακριβώς εκείνη τη χρονική στιγμή, σε εκείνον τον σταθμό, εκείνη τη θερμή καλοκαιρινή ημέρα, που πολλοί άνθρωποι περίμεναν πως και πως για να ξεκινήσουν τις θερινές τους διακοπές, γεμάτοι όνειρα και απαλλαγμένοι από τις έννοιες της καθημερινότητας.

Ο χρόνος εν μέρει σταμάτησε, ως αλγεινή ανάμνηση που πάντοτε κακοφορμίζει τη μνήμη, και για άλλους 200 ανθρώπους που τραυματίσθηκαν, αλλά και για τους πολλές εκατοντάδες άλλους που έσπευσαν, κάποιοι με τη σκόνη από τα συντρίμμια ακόμη κολλημένα πάνω τους, να βοηθήσουν τα θύματα της φονικής βόμβας που νεοφασιστικά στοιχεία με φυσικό αυτουργό τον Πάολο Μπελίνι — αλλά αναγνωρισμένα από το πρόσφατο πόρισμα της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής ερεύνης με την ενορχήστρωση και συνέργεια από κάποιους “παραστρατημένους” κρατικούς λειτουργούς  και μασόνους παρακρατικούς συνεργάτες του — είχαν τοποθετήσει μία βαλίτσα με 23 κιλά εκρηκτικών  στον Κεντρικό Σταθμό της Μπολόνιας. 

Από την έκρηξη καταστράφηκε ολοσχερώς η αίθουσα αναμονής της Β’ Θέσης, τα γραφεία του πρώτου ορόφου και το κυλικείο, πλήττοντας επίσης και την αμαξοστοιχία Adria Express 13534  Ανκόνα – Βασιλεία που βρισκόταν εκείνην την ώρα στον σταθμό.

Η έκρηξη, στις 10:25 το Σάββατο της 2ας Αυγούστου 1980, μοιάζει να χωρίζει στα δύο την ύπαρξη την ίδια της Μπολόνιας αυτής καθαυτής, ορίζοντας ένα ante κι ένα post quem στην ίδια την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων της πόλης. Τα όσα διαδραματίσθηκαν εκείνη την ημέρα, με χιλιάδες ανθρώπους να τρέχουν και να βοηθούν ν’ απομακρυνθούν τα χαλάσματα με γυμνά χέρια, να ανασύρουν με αυταπάρνηση τους νεκρούς και τους τραυματίες, να συντρέχουν τους συντετριμμένους επιζώντες και τους συγγενείς, με το διάσημο πλέον λεωφορείο της γραμμής 37, που είχε γίνει η πρόχειρη νεκροφόρα εκείνης της στιγμής, έχουν καταγραφεί στη συλλογική μνήμη. Όπως διηγείται ανατριχιαστικά ο οδηγός του λεωφορείου, 31 ετών τότε, Άτζιντε Μελόνι: “μου ζήτησαν να μεταφέρω τις σορούς με το λεωφορείο. Από το πρωΐ ίσαμε τις τρεις τη νύκτα, με λευκά σεντόνια κρεμασμένα στα παράθυρα. Και σε κάθε διαδρομή να έχω δίπλα μου έναν διασώστη για να με συγκρατεί κι εμψυχώνει”. Γιατί σε εκείνες τις διαδρομές έπρεπε να μεταφέρει στο νεκροτομείο από τα πιο μικρά θύματα της επίθεσης, την μόλις τριών ετών Άντζελα Φρέζου, τον 6χρονο Λούκα Μόρι, την 7χρονη Σόνια Μπούρι, έως και τα πιο μεγάλα: την 80χρονη Μαρία Ίντρια Αβάτι και τον 86χρονο Αντόνιο Μοντανάρι.

 Οι εικόνες που αποτυπώθηκαν λίγες στιγμές μετά από τις τηλεοπτικές κάμερες κι έχουν αναπαραχθεί και σε πάμπολλές ταινίες με θέμα τα θερμά χρόνια της πολιτικής αντιπαράθεσης στη δεκαετίας του ‘70 (που θεωρείται ότι ξεκίνησε με την νεοφασιστική βομβιστική επίθεση στην Αγροτική Τράπεζα στην Πλατεία Φοντάνα του Μιλάνου στις 12 Δεκεμβρίου 1969 και κορυφώθηκε με την βόμβα στη Μπολόνια)  στοιχειώνουν για πάντα τις συνειδήσεις στη χώρ, και κάθε Αύγουστο αναβιώνουν την κραυγή των επιζώντων και των συγγενών των θυμάτων που ζητούν να αποδωθεί πλήρης δικαιοσύνη.

Και αυτό γιατί ενώ έχουν καταδικασθεί ως φυσικοί αυτουργοί τρία από τα ηγετικά μέλη της νεοφασιστικής οργάνωσης NAR (Ένοπλοι Επαναστατικοί Πυρήνες), οι Βαλέριο Φιοραβάντι, Φραντσέσκα Μάμπρο και πρόσφατα (στις 9 Ιανουαρίου 2020) σε τελευταίο βαθμό και ο Τζιλμπέρτο Καβαλίνι, ουδέποτε κατονομάσθηκαν και ούτε απαγγέλθηκε κατηγορία, ή έστω μία κλήση σε απολογία, των ηθικών αυτουργών. Η τελευταία έκθεση του ιταλικού Κοινοβουλίου για την Σφαγή της Μπολόνιας, που δημοσιεύθηκε το 2017, κατονομάζει ως ηθικούς αυτουργούς μία σειρά από προσωπικότητες, ωστόσο η έγκληση ήλθε πολύ αργά, post mortem, αφού κανένας από αυτούς όταν κατέληγε το πόρισμα δεν ήταν εν ζωή για να συρθεί στα δικαστικά έδρανα

Φέτος, με την ευκαιρία της 40ης επετείου της ‘κρατικής σφαγής”, τέσσερα πρόσωπα κατονομάζονται: ο επικεφαλής της περιώνυμης μασονικής στοάς Ρ2 Λίτσιο Τζέλι, το δεξί του χέρι, επιχειρηματίας και μέλος της μασονικής στοάς Ρ2, Ουμπέρτο Ορτολάνι, ο πρώην έπαρχος κι επικεφαλής του γραφείου Μυστικών Υπηρεσιών του υπουργείου Εσωτερικών, Φεντερίκο Ουμπέρτο Ντ’ Αμάτο, και ο επίσης μασόνος δημοσιογράφος Μάριο Τεντέσκι. Όλοι τους μακαρίτες κι ακαταδίωκτοι για παραγεγραμμένα αδικήματα. Με τον πρωτεργάτη του αποτρόπαιου εκείνου εγχειρήματος, τον ιστορικό ηγέτη της Ρ2 Λίτσιο Τζέλι, τον σκιώδη πρωταγωνιστή της πολιτικής και της κοινωνικής ιστορίας και πορείας της Ιταλίας από το 1960 ίσαμε τα μέσα του ‘90, να είναι ο τελευταίος που εφυγε από τον κόσμο το 2015 παίρνοντας μαζί του στον τάφο όλα τα μυστικά του, καθοριστικά παρασκήνια της ιταλικής πολιτικής ζωής στο β’ μισό του 20ου αιώνα. Στα μάτια των θυμάτων και των οικογενειών τους η Ιταλική δικαιοσύνη και η πολιτική ηγεσία πάντοτε παραμένουν κατώτερες των περιστάσεων και των ηθικών επιταγών που θα πρέπει να διέπουν τη λειτουργία του κράτους και να καθορίζουν τις υποχρεώσεις του απέναντι στους πολίτες του. 

Η υπόθεση της βομβιστικής επίθεσης στη Μπολόνια ακόμη δεν έχει εξιχνιασθεί, παρ’ όλο που σήμερα γνωρίζουμε τους εντολείς της, καθώς οι λεπτομέρειές της αποκαλύπτουν όλο και περισσότερες παραφυάδες, ένα εξαιρετικά πολύπλοκο δίκτυο από κρατικές παρεμβάσεις, από πληρωμένες οργανώσεις και παράγοντες εντός της Ιταλίας και στο εξωτερικό για να παραπληροφορήσουν,ή να στρέψουν αλλού τις έρευνες, από μαφιόζικες παρεμβάσεις και όλα ενορχηστρωμένα από τη μπαγκέτα του Λίτσιο Τζέλι και των μυστικών υπηρεσιών. Μεθοδεύσεων που μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τους σκοτεινούς χειρισμούς στην υπόθεση της δολοφονίας του Άλντο Μόρο, με σχεδόν τους ίδιους πρωταγωνιστές (όρα,  Giuliano Turone, Ιtalia occulta. Dal delitto Moro alla strage di Bologna. Il triennio maledetto che sconvolse la Repubblica (1978-1980), εκδ. Chiarelettere).

Εξ αρχής, το πολυπλόκαμο αυτό δίκτυο αποδύθηκε σε μία τερατώδικη προσπάθεια για παραπλάνηση των ερευνών. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Φραντσέσκο Κοσίγκα και η αστυνομία θέλησαν να αποδώσουν την έκρηξη σε ανάφλεξη ενός παλιού λέβητα στα υπόγεια του σταθμού. Μολαταύτα, όλα τα στοιχεία ήσαν συντριπτικά: επρόκειτο για δόλια πράξη, με εμφανή τρομοκρατική πρακτική. Ωστόσο, η αρχική ερμηνεία κι η αδράνεια που επέβαλε μία τέτοια οπτική, ήταν μελετημένη ώστε να αποτρέψει την άμεση αναζήτηση των δραστών, αφήνοντας τους αυτουργούς να απομακρυνθούν ανενόχλητοι από το σημείο.

Αλλά και στη συνέχεια, η μηχανή της παραπλάνησης που έστησαν οι κρατικές δυνάμεις κι οι συνεργοί τους συνέχισε το έργο της. Στην εφημερίδα  L’Unità, όργανο του ΚΚΙ,  στην έκδοση της επόμενης ημέρας της σφαγής γίνεται λόγος, βάσει ενός ισχυρισμού από τις τάξεις των ίδιων των NAR, για την ευθύνη της νεοφασιστικής  οργάνωσης. Όμως, ενώ υπήρξε μία πρώτη ανάληψη ευθύνης, αμέσως μετά την επίθεση, με τηλεφώνημα στην έδρα των στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών της SISMI στη Φλωρεντία , στη συνέχεια υπήρξε ανάληψη ευθύνης από δύο πτέρυγες των Ερυθρών Ταξιαρχιών, γεγόνός που συσκότισε ακόμη περισσότερο τις έρευνες. Άσχετα εάν ακολούθησαν βροχηδόν διαψεύσεις από την ακροαριστερή οργάνωση και τις μαχητικές της πτέρυγες. Ο μηχανισμός παραπλάνησης είχε κάνει το έργο του, διαβρώνοντας την άποψη που πιθανόν θα διαμόρφωνε η κοινή γνώμη και αποπροσανατόλιζε πλήρως τις αρχές. Και το μακρύ ταξίδι του αποπροσανατολισμού είχε μπει ήδη στις ράγες, με κατηγορίες ακόμη και εναντίον της Λιβύης και των μυστικών υπηρεσιών του Καντάφι, ή των Παλαιστινίων της ΟΑΠ στον Λίβανο και τις κρυφές ροές όπλων από εκεί, με αναφορές για ταξίδι εκείνη την εποχή του γερμανού τρομοκράτη και συνεργάτη του Κάρλος “το Τσακάλι” Τόμας Κραμ. “Ρετσινιές” που διαιωνίζονταν πεισματικά έως ότου καταρριφθούν από τα αποδεικτικά στοιχεία.

Ωστόσο, η “σφραγίδα” της μαύρης τρομοκρατίας ήταν πολύ εμφανής για να απαλειφθεί τελείως. Αλλωστε, δύο ημέρες πριν τη σφαγή, ο ανακριτής της Μπολόνιας είχε καταθέσει την απόφαση για τη δίκη των νεοφασιστών της Τοσκάνης που κατηγορούνται για την ανάλογη βομβιστική ενέργεια στον συρμό Italicus, που οι NAR είχαν ανατινάξει την 4η Αυγούστου 1974 στο San Benedetto Val di Sambro, λίγο έξω από την Μπολόνια, με 12 νεκρούς και 44 τραυματίες. Η ‘σύμπτωση’ οδήγησε μοιραία σε έναν συσχετισμό των δύο γεγονότων και στις ομοιότητές τους. Μάλιστα,  την ημέρα της κηδείας, ο δήμαρχος της Μπολόνιας Ρενάτο Τζανγκέρι θα θυμήσει πώς το ίδιο σενάριο είχε ήδη ζήσει έξι χρόνια νωρίτερα, με το  Italicus: «Η ίδια πόλη, η ίδια σιδηροδρομική γραμμή, τις ίδιες μέρες των διακοπών, ίσως την ίδια πρόθεση να δείξει το έγκλημα και στους ξένους ταξιδιώτες κι επομένως να αποδείξει σε άλλους λαούς και κυβερνήσεις την αδυναμία της δημοκρατίας μας».

Στις 22 Αυγούστου, έκθεση των μυστικών υπηρεσιών του υπουργείου Εσωτερικών DIGOS, έκανε λόγο για την ανακάλυψη εγγράφων, όπως τα «φύλλα διαταγών» της νεοφασιστικής Ordine Nuovo και  της νεοφασιστικής βίβλου  “Η αποσύνθεση του συστήματος” του Φράνκο Φρέντα, και επιβεβαίωσε την ανάγκη να διερευνηθούν περαιτέρω οι νεοφασιστικοί κύκλοι.

Στις 28 Αυγούστου 1980, η εισαγγελία της Μπολόνια εξέδωσε 28 εντάλματα σύλληψης εναντίον ακροδεξιών στελεχών της NAR και άλλων συναφών οργανώσεων. Σε αυτά προστέθηκαν άλλα πενήντα εντάλματα, με τις κατηγορίες να αφορούν την σύσταση  ανατρεπτικής οργάνωσης, ένοπλη συμμορία και ανατροπή της δημοκρατικής τάξης. Οι εντατικές έρευνες, που ακολουθώντας το παράδειγμα των Φαλκόνε-Μπορσελίνο “παρακολούθησε τη ροή του χρήματος”, απέδειξε πως πέντε εκατ. δολάρια  ακολούθησαν σκοτεινούς δρόμους από τα χρηματοκιβώτια του Τζέλι και του Ορτολάνι (το ένταλμα πληρωμής Bologna 525779 – X.S) για να καταλήξουν μέσω λογαριασμών στην Ελβετία στον Φιοραβάντι.

Η “σφαγή της Μπολόνιας” μπορεί να έχει υπεύθυνους και ηθικούς αυτουργούς, όμως δεν έχει ακόμη καταδίκη. Όχι μόνον στα έδρανα, αλλά κυρίως στο δικαστήριο της πολιτικής ιστορίας. Γιατί η έκρηξη στην Μπολόνια είναι το επιστέγασμα της κρατικής βίας, που εκφράζεται σαν “νόμιμο μονοπώλιο της βίας” όπως θα έλεγε ο Μαξ Βέμπερ. Υπήρξε η κορωνίδα της “στρατηγικής της έντασης”, της τακτικής  που εγκαινίασε το Ιταλικό κράτος για να αντιταχθεί και να πολεμήσει, κηρύσσοντας τακτικό κι υβριδικό πόλεμο ενάντια στο πλατύ και διαρκώς ογκούμενο εξαιτίας της κρίσης και της αλλαγής των παραγωγικών μοντέλων εργατικό  και κοινωνικό κίνημα της δεκαετίας του 60, με αιχμή του δόρατος την κρατική καταστολή και μακρύ βραχίονα τις νεοφασιστικές οργανώσεις. Με τις τελευταίες αντέταξε την “μαύρη τρομοκρατία”, προκαλώντας την αντίδραση της “κόκκινης τρομοκρατίας”, θεμελιώνοντας στην κοινωνία και στην κοινή γνώμη την αρχή του “φόβου”, που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο σύμφωνα με την πολιτική θεωρία του Χομπς για την εθελούσια εκχώρηση των δικαιωμάτων τους από τη μεριά των πολιτών στον “ηγεμόνα”, με αντάλλαγμα ένα ψήγμα ασφάλειας (όπως θα διαπίστωναν μετά με τη σειρά τους όλοι οι στοχαστές από τον La Boetie “La servitude volontaire”, ίσαμε τον Φρόιντ).  Μίας στρατηγικής που με πολλές παραλλαγές, περισσότερο σήμερα στο επικοινωνιακό και βιοπολιτικό της επίπεδο, υιοθετούν όλο και πιο πολύ οι διάφορες κυβερνήσεις για να συγκρατήσουν τη λαϊκή αγανάκτηση και τα κινήματα για δικαιώματα για ελευθερίες, δημιουργώντας τεχνητές εντάσεις με στόχο να εφαρμόσουν την τακτική του νομοθετικού ομολογητή του Ναζισμού Καρλ Σμιτ, επεκτείνοντας in extremis την ισχύ του νόμου και του “κατέχοντος” σε μια ολοκληρωτική ερμηνεία, που θα δίνει απόλυτη ισχύ στο κράτος και τον ηγέτη του απέναντι στον ‘εσωτερικό εχθρό’.