Όσο και αν προσπαθεί να δείξει ένα μετριοπαθές προσωπείο, η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι και η κυβέρνησή της παραμένουν βαθιά νεοφασίστες. Απλώς εξαπλώνουν το πέπλο σκοταδισμού, με το οποίο επιχειρούν να καλύψουν τις συνειδήσεις και τη ζωή των Ιταλών (και κατ’ επέκταση της ίδιας της ηπείρου, σε συνδυασμό με τους ομόσταυλούς της στις άλλες χώρες), με πολύ βραδύ και δολερό τρόπο. Έναν τρόπο, που περνά απαρατήρητος μεν, αλλά είναι σχεδιασμένο να αφήσει ανεξίτηλες ιδεολογικές πεποιθήσεις στις μαυλισμένες συνειδήσεις μαθητών δε κι οι οποίοι στο πλαίσιο του καθοδηγούμενου σχολικού προγράμματος μαθαίνουν κι ενστερνίζονται μονάχα τις θέσεις με τις οποίες θέλει η νεοφασιστική εξουσία να δηλητηριάσει την κουλτούρα, την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την κοινωνία ολάκερη.
Σε τούτο το πλαίσιο εντάσσονται και οι «κατευθυντήριες γραμμές», που εξέδωσε ο, επίσης νεοφασίστας, υπουργός Παιδείας Τζουζέπε Βαλντιτάρα, που ούτε λίγο, ούτε πολύ προτείνει να αποφεύγεται η διδασκαλία των θεωριών του υλισμού στα φιλοσοφικά μαθήματα στο Λύκειο: με τον τρόπο τούτο να αποφεύγονται οι αναφορές σε φιλοσοφικές αρχές όπως πχ του Σπινόζα, του Μαρξ ή του ίδιου του Γκράμσι. Άλλωστε οι δύο τελευταίοι ταυτίζονται και με την απεχθή για τους απογόνους του Μουσολίνι κομμουνιστική θεωρία, με τον Γκράμσι μάλιστα να θυμίζει την 2οετή του φυλάκιση από το φασιστικό καθεστώς, αλλά και την ήττα του από το κίνημα της Αντίστασης, φάρος της οποίας ήταν κι η μορφή του μεγάλου αυτού φιλοσόφου.

Μπροστά σε τούτην την τεραστίων διαστάσεων διαστρέβλωση της ιστορίας της φιλοσοφίας, μία πραγματική εκπαιδευτική καταστροφή και στον απαράδεκτο αναθεωρητισμό της κυβέρνησης Μελόνι, πάνω από 30 σημαίνοντες πανεπιστημιακοί, μεταξύ τους ο διάσημος Μάσιμο Κατσάρι, ο Σάντρο Μετζάντρα, ο Ματέο Πασκουϊνέλι κι άλλα πασίγνωστα ονόματα στον χώρο της διεθνούς φιλοσοφίας, απέστειλαν μία πραγματικά «εξεγερμένη» ανοικτή επιστολή ζητώντας να ανακληθεί η οδηγία. Αλλά και παράλληλα με αυτόν τον τρόπο στοχεύουν στην ευαισθητοποίηση και την προειδοποίηση προς την κοινή γνώμη για τους ύπουλους σκοπούς και τις καταστροφικές συνέπειες που θα έχει μία τέτοια μονομερής διδαχή της φιλοσοφίας, που αποκόπτει τη συνέχεια, αλλά και αποσιωπά τις ρίζες ορισμένων θεωριών που και σήμερα ακόμη συζητιούνται, καθιστώντας τες «ακαταλαβίστικες» και άρα κατά τα καθεστώτα τούτα άχρηστες: αρκεί να δούμε τα ιστορικά αντίστοιχα παραδείγματα των Μουσολίνι, Φράνκο, Χίτλερ, αλλά και των σύγχρονων νεοφιλελεύθερων, που πάντοτε βδελύσσονται το πνεύμα, την ‘αφηρημένη’ σκέψη και την κουλτούρα και προκρίνουν πάντοτε τη δράση, τη ρώμη και τη μισαλλοδοξία.
Το γενικευμένο πρόγραμμα ιδεολογικοποίησης του σχολείου του Βαλντιτάρα
Βέβαια, η περίπτωση του «ακρωτηριασμού» της διδασκαλίας δεν περιορίζεται μόνον στη φιλοσοφία. Μεγάλος διάλογος έχει ξεσπάσει στην Ιταλία και γύρω από τη σύσταση για να περιορισθεί η διδασκαλία του «εθνικού μυθιστορήματος» της Ιταλίας, «Οι Αρραβωνιασμένοι» (I Promessi Sposi) στα σχολεία.

Με την ανακοίνωση που εξέδωσε στις 23 Απριλίου ο Βαλντιτάρα, παύοντας τη μελέτη του σπουδαίου και για την εθνική συνείδηση (αλλά τρόπον τινά «γαριβαλδινό» και προοδευτικό) μυθιστόρημα του Μαντσόνι στο δεύτερο έτος του Λυκείου, πολλοί έκαναν λόγο για σκάνδαλο και για προσπάθεια για πλήρη ιδεολογικοποίηση (ή ακόμη πιο επικίνδυνο για να περνούν οι φασιστικές αντιλήψεις, αποϊδεολογικοποίηση) της Παιδείας. Μία προσπάθεια που περνά κι από άλλα στοιχεία της «μεταρρύθμισης» του σχολικού προγράμματος, όπως τη σχεδιάζει και θέλει να εφαρμώσει η κυβέρνηση Μελόνι. Σε τούτο το νέο πρόγραμμα, όπου περιορίζονται δραστικά οι κοινωνικές επιστήμες, έξω από την επέκταση (αλλά πάντα με συγεκριμένα ιδεολογική/ εθνικιστική στόχευση) της διδασκαλίας της ιταλικής γλώσσας. Ενώ πρωτεύουσα θέση προσλαμβάνουν – όπως πάντα σε τέτοιου είδους καθεστώτα – τα τεχνολογικά και τεχνικά θέματα και η «εκγύμναση» καλών εργαζομένων. Η Τεχνητή Νοημοσύνη προβιβάζεται, ενώ κι η (δολοφονική, όπως έχει αποδειχθεί από τα τόσα δυστυχήματα) «πρακτική στη δουλειά» των μαθητών Λυκείου επεκτείνεται για να συμπεριλάβει εξάσκηση και στο εξωτερικό (πλέον οι Ιταλοί μαθητές θα μπορούν, εργαζόμενοι τσάμπα, να σκοτώνονται και σε άλλες χώρες!).
Επιπλέον, ιδεολογικοποιείται πλήρως η διδασκαλία της Ιστορίας, με τη μελέτη του δυτικού πολιτισμού να κατέχει τη μερίδα του λέοντος. Και παράλληλα επιχειρείται κι ο έλεγχος σε πιο δημοφιλείς μορφές της καθημερινής (λαϊκής) κουλτούρας, όπως το graphic novel ή τα κινηματογραφικά σενάρια – στις οποίες κατά βάση εντοπίζεται συνήθως, είτε ως πολιτικό μήνυμα, είτε ως αντικουλτούρα, η αντιπολιτευτική κινητοποίηση στο κυρίαρχο κοινωνικο-πολιτικο-πολιτιστικό μοντέλο. Μέσα από το «καναλιζάρισμά» της βάσει ενός ιδεολογικού, σχολικού, προγράμματος, που θα την προσανατολίζει σε μία πιο «ανώδυνη» κατεύθυνση, ως προς το γούστο και την αποστολή της, απλά διασκεδαστική και αμιγώς καταναλωτική, η μορφή αυτή καλλιτεχνικής έκφρασης, που έχει τη δυνατότητα να αγκαλιάζει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού χωρίς απαιτήσεις βαθιάς γνώσης της δημιουργίας και του έργου τέχνης, μπορεί κάλλιστα να εργαλειοποιηθεί για τους σκοπούς της κοινωνικής αναπαραγωγής του κυρίαρχου μοντέλου παραγωγής. Αντί να ξεπηδά ένας, επικίνδυνος, Zerocalcare με τα πολιτικά και κοινωνικά μηνύματά του, ας δημιουργήσουμε εγκύκλια χιλιάδες δημιουργούς Μάνγκα ή à la Marvel «Υπερηρώων» ή άλλων αχρωμάτιστων Science Fiction δημιουργημάτων.
Ο «ακρωτηριασμός» της φιλοσοφικής μελέτης
Όμως σε σχέση με το υπόλοιπο πρόγραμμα, του οποίου οι κατευθυντήριες γραμμές έχουν προκαλέσει μεγάλη συζήτηση, οι επιλογές όσον αφορά τη διδασκαλία της φιλοσοφίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μέχρι στιγμής πέρασαν σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητες.
Στο πλαίσιο της αποθέωσης του δυτικού πνεύματος – άλλωστε η Μελόνι κι η κυβέρνησή της θεωρούν πως η μετανάστευση θα μιάνει την ευρωπαϊκή θρησκευτική, φυλετική ταυτότητα, τον πολιτισμό και τις αξίες (!) της και γι’ αυτό κλείνει λιμάνια κι αφήνει να πνίγονται πρόσφυγες – η κυβέρνηση ορίζει σαφώς, έστω και δειγματικά και όχι δεσμευτικά, ποιοι είναι οι φιλόσοφοι (άνδρες και γυναίκες) που ανήκουν στον «κανόνα» των όσων χωρούν στις υποδείξεων των «Εθνικών Κατευθύνσεων». Έτσι κάποιοι, ιδεολογικά φορτισμένοι ή που κηρύττουν έναν παγκόσμιο χαρακτήρα της κουλτούρας – στην πλειονότητά τους Διαφωτιστές, κήρυκες της ιδέας της Ελευθερίας, του κοσμοπολιτισμού, των κοινωνικών αλλαγών – εξαιρούνται. Σε τούτο το πλαίσιο, με εξαίρεση τους αναγκαστικά απαρασιώπητους φιλοσόφους, κάποιοι άλλοι πραγματικοί γίγαντες της νεότερης και σύγχρονης παράδοσης της ορθολογιστικής και υλιστικής φιλοσοφίας και, γενικότερα, της κριτικής σκέψης, πετάγονται στον κάλαθο των αχρήστων.
Αυτό υπογραμμίζουν και στην επιστολή τους οι πάνω από 30 Ιταλοί πανεπιστημιακοί, επισημαίνοντας πως «οι κατευθυντήριες γραμμές αποκλείουν από τη λίστα των συγγραφέων ακόμα και τον Σπινόζα, τον Λάιμπνιτς (εκτός από μια αναφορά μόνο στον Λάιμπνιτς ως απλά ‘λογικό’ φιλόσοφο – μια λεπτομέρεια που μιλάει από μόνη της!) και τον Μαρξ». Ο υλισμός του αποσυνάγωγου (κι από την εβραϊκή κοινότητα -όπου ανήκε πρώτα – κι από τους καθολικούς–θρησκεία την οποία ασπάσθηκε κατόπιν) Σπινόζα, που ταυτίζει τη Φύση με έναν ορθολογιστή, κι άρα όχι υπερβατικό, πατερναλιστικό Θεό κι η ηθική του, απόλυτα ρασιοναλιστική, που εμπλέκει το λογικό κι αυτενεργό υποκείμενο – στάθηκε προπομπός πολλών μεταγενέστερων θεωριών -όχι μόνον ως προς τη γνωσιολογία και την ηθική, αλλά και την πολιτική (ιδίως τους «αριστερούς» βλέπε Μάρξ, Αλτουσέρ, Ντελέζ, Νέγκρι κλπ). Για τον Σπινόζα, το υποκείμενο είναι ορθολογιστικά κριτικό, σχεδόν πάντοτε «υποψιασμένο» και «επαναστατημένο» απέναντι στις διάφορες δοξασίες και στους πολιτικο-κοινωνικούς περιορισμούς. Άρα στέκεται στο λαιμό κυβερνώντων όπως η Μελόνι.
Καλύτερη μοίρα δεν έχουν βέβαια κι οι θεωρητικοί που συνέβαλαν με τη σκέψη τους στη διαμόρφωση της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας και της συγκροτησιακής εικόνας κι έννοιας του μοντέρνου Κράτους. Γιατί, οι κατευθυντήριες του Βαλντιτάρα επιτάσσουν να επιλεγεί η διδασκαλία μόνον ενός από τους Χομπς, Λοκ και Ρουσσώ. Άρα ο μαθητής αποτυπώνει μία μερική κι αποσπασματική αντίληψη για το ποιές ήσαν οι ιστορικές, θεωρητικές συνθήκες, που καθόρισαν τη μορφή της πολιτικής και πολιτειακής σκέψης, μη εμβαθύνοντας σφαιρικά σε αρχές, οι οποίες καθόρισαν τις απαρχές και τη διαμόρφωση της σύγχρονης θεσμικής υπόστασης των κρατών και των πολιτευμάτων και που έως σήμερα ακόμη συζητείται και κρίνεται η λειτουργία τους κι η αξία τους.
Ακόμη κι η μελέτη ενός γιγαντιαίου για τη σύγχρονη σκέψη σε όλους τους τομείς, του Καντ, περιορίζεται μόνο στην «ιδέα (sic!) της Κριτικής του Ορθού Λόγου», αποκόπτοντας τη μελέτη του κριτικισμού από το σύνολο των πεδίων εφαρμογής του ( στην ηθική, την πολιτικο-ιστορική των Δοκιμίων του για «τη διαρκή ειρήνη», τον «πολιτικό κοσμοπολιτισμό», τη «θρησκεία», την «ανθρωπολογία»). Επίσης αγνοούν τους Φίχτε και Σέλινγκ, δύο υμνητές της Ελευθερίας (τόσο κοινωνικής, όσο κι ως ελεύθερης βούλησης) ως κινητήριου μοχλού της ανθρώπινης υπόστασης και Ιστορίας, των οποίων οι ιδέες ενέπνευσαν τον Χέγκελ. Άρα ακυρώνουν και την ίδια την κλασική γερμανική φιλοσοφία, ξεριζώνοντάς την από το πανόραμα της νεότερης σκέψης.
Μία γερμανική φιλοσοφία κι ένα κίνημα σαν τον Ιδεαλισμό που ενέπνευσε κατά κύριο λόγο την «ιταλική φιλοσοφία του 19ου αιώνα», για την οποία τόσο απροσδιόριστα καλεί ο Βαλντιτάρα να δωθεί πρωτεύουσα σημασία στη διδαχή της. Μόνο που οι Κρότσε και Τζεντίλε δεν μπορούνε να μελετηθούν δίχως να ληφθεί υπ’ όψη η σχέση τους με τη γερμανική ιδεαλιστική φιλοσοφία και την επιρροή της στο δικό τους θεωρητικό σύστημα. Αλλά ούτε κι ο Λαμπριόλα – άσε που αυτός λόγω της κλίσης του στον μαρξισμό ούτως ή άλλως θα ήταν ‘κομμένος’! Αλλά κι οι προαναφερθέντες δεν μπορούνε να εννοηθούν δίχως την ιδεαλιστική αντίθεσή τους στη μαρξιστική και κοινωνιστική θεωρία -που οδήγησε τον έναν από αυτούς, τον Τζεντίλε να γίνει και ο ουσιαστικός φιλοσοφικός απολογητής του φασισμού και του Μουσολίνι.
Η αντίδραση των πανεπιστημιακών
Όπως εύγλωττα τονίζουν οι διακεκριμένοι Ιταλοί πανεπιστημιακοί μοιάζει προφανές ότι η – τουλάχιστον αλλόκοτη – σύνθεση αυτής της λίστας εξοφλεί χρέη προς εκείνο το ευφάνταστο σχέδιο «πολιτισμικής ηγεμονίας» που μια κυβέρνηση σε αποδρομή επιχειρεί να αφήσει, λίγο πριν τη λήξη της νομοθετικής περιόδου, ως «δηλητηριασμένο δόλωμα» στον κόσμο του σχολείου, στους εκπαιδευτικούς και, κυρίως, στις νέες γενιές. Αλλά υπάρχουν κι άλλα. «Ώδινεν όρος, έτεκε μύν» και επειδή η πρόταση Βαλντιτάρα είναι το αποτέλεσμα διαβουλεύσεων που περιέλαβαν έναν πολύ περιορισμένο αριθμό ειδικών, διορισμένων – με λογικές όχι εντελώς σαφείς- από το Υπουργείο. Καμία πραγματική συζήτηση – η οποία θα έπρεπε να είναι ευρεία και διαδεδομένη – δεν συνόδευσε τη γέννησή της. Μια συγκεντρωτική μέθοδος για ένα οπισθοδρομικό αποτέλεσμα.
«Ανησυχητικό είναι, επιπλέον, ότι αυτή η ‘πολιτιστική’ επιχείρηση συμβαδίζει – όχι τυχαία – με την προσπάθεια επίθεσης στην ιστορική γνώση, προτείνοντας τον μεθοδολογικό της περιορισμό υπέρ μιας νέας ‘μεθόδου’ διδασκαλίας της φιλοσοφίας, που ορίζεται ως ‘θεματική’. Πίσω από αυτήν κρύβεται η σαφής βούληση – την οποία επιδιώκουν ορισμένοι ζηλωτές και μέλη της Επιτροπής εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου – να αποδυναμωθεί το ιστορικο-κριτικό πλαίσιο των φιλοσοφικών προβλημάτων με μια εισαγωγική ψευδο-μεθοδολογία, εντελώς ξένη προς την εθνική μας παράδοση, που χρησιμεύει αποκλειστικά στο να διαγράψει την ιστορία και να εξουδετερώσει το κριτικό βάθος της φιλοσοφίας», τονίζουν οι πανεπιστημιακοί στην επιστολή τους, επισημαίνοντας τον «ερασιτεχνισμό με τον οποίο επιχειρείται να δοθεί λύση στο πρόβλημα της λιγότερο επιφανειακής μελέτης του σύντομου 20ου αιώνα, που συχνά θυσιάζεται από σχολικά προγράμματα ανίκανα να τον συμπεριλάβουν». Και που στην συγκεκριμένη περίπτωση, θυμίζοντας την αποτυχία και την επικινδυνότητα των φασισμών και των επακόλουθών του, που στον τομέα της φιλοσοφίας καταδίκαζαν τη μισαλλοδοξία, τον εθνικιστικό δογματισμό, την ανελευθερία που οι φασισμοί εισήγαγαν, δεν εξυπηρετεί την κυβέρνηση Μελόνι να μελετάται.
Απεναντίας, τονίζουν οι πανεπιστημιακοί «η ελάχιστα συγκαλυμμένη βιασύνη να ωθηθεί η διδασκαλία της φιλοσοφίας μέχρι τον 21ο αιώνα -που ταιριάζει με την επαρχιώτικη τάση να εξετάζονται επιφανειακά μοδάτα θέματα τα οποία όμως δεν αναπτύσσονται κι επαρκώς – επιτυγχάνεται εις βάρος της εμβάθυνσης στον 19ο και κυρίως στον 20ό αιώνα. Ο τελευταίος, πρακτικά ξεχασμένος μέχρι σήμερα, θα συμπιεζόταν τώρα ακατανόητα υπέρ μιας πρόχειρης ματιάς στην τρέχουσα επικαιρότητα».
Κι όπως εύστοχα επισημαίνουν «πρόκειται, λοιπόν, για μια πραγματική καταστροφή, της οποίας οι πτυχές δεν πρέπει να εκληφθούν ως μία τυχαία σύμπτωση κάποιων ατυχών παρεμβάσεων, αλλά μάλλον ως οργανικά μέρη ενός ενιαίου και συνεκτικού σχεδίου: να παραδοθεί σε μια νέα γενιά μαθητών μια εκπαίδευση αδύναμη, χωρίς πνοή, ανίκανη να παράσχει τα απαραίτητα εργαλεία για την κατανόηση της πολυπλοκότητας του σύγχρονου κόσμου».

Το μοντέλο Βαλντιτάρα-Μελόνι ανοίγει επικίνδυνες ατραπούς, όχι μόνον για την ιταλική Παιδεία. Καθώς κλιμακώνεται τις τελευταίες 10ετίες ο ιστορικός και θεωρητικός αναθεωρητισμός, με κύρια θύματα τη Ρωσία και τη γενικότερη συμβολή της στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, στη νίκη κατά των δυνάμεων του φασισμού, αλλά και γενικότερα την «ηττημένη» λόγω της πολιτικής της εργαλειοποίησης μαρξιστική θεωρία – που συνοδεύτηκε από τις ήττες των εργατικών και κοινωνικών αγώνων λίγο πριν και ιδίως μετά την πτώση του Τοίχους -, ενέργειες σαν αυτές στην Ιταλία εύκολα μπορούν να αποτολμηθούν και σε άλλα κράτη. Δεν είναι ανάγκη οι κυβερνήσεις των κρατών αυτών να είναι ακροδεξιές ή λαϊκιστικές. Κι οι νεοφιλελεύθερες ηγεσίες έχουν αποδειχθεί ακόμη πιο αμείλικτα αναθεωρητικές, προβάλλοντας την ελευθερία της αγοράς και της κατανάλωσης, όχι μόνον ως πολιτική, αλλά κι ως ηθική, συμπεριφορική, αρχή, που προβάλλει έναν «παθητικό» και όχι έναν κριτικό υλισμό, της «δράσης», όπως του Σπινόζα, του Μαρξ, του Γκράμσι. Σβήνοντας εδάφια βασικά της φιλοσοφίας, κυρίως αφαιρώντας τη διδασκαλία της κριτικής σκέψης και της αντίστασης στον δογματισμό και την κάθε είδους (ιδεολογική, θρησκευτική, πολιτική) εξαπάτηση, το κοινό μέτωπο των ακροδεξιών και νεοφιλελεύθερων επιδιώκουν να κρατήσουν στα δόκανα τις συνειδήσεις και τις πράξεις των ανθρώπων, μετατρέποντάς τους σε άβουλα καταναλωτικά όργανα κι όχι σε ενεργούς πολίτες.
