Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Δυτικολαγνεία και αντιρωσισμός της νέας εθνικοφροσύνης

Το κίνημα “Άρδην”, προσφάτως εξέδωσε μια μακροσκελή ανακοίνωση με τίτλο ‘Ο τουρκικός επεκτατισμός μας ξυπνάει από χειμερία νάρκη δεκαετιών‘.

Το εν λόγω κείμενο ξεκινά από μια ορθή σύλληψη: η επιθετικότητα της Τουρκίας, πρώτον αναγκάζει το ελληνικό κατεστημένο να δράσει (παρότι το πράττει αυτό αντιφατικά) και δεύτερον αποτελεί τμήμα ευρύτερων διεθνοπολιτικών ανακατατάξεων.

Σε αυτό το πλαίσιο ωστόσο, το “Άρδην” προβαίνει σε μια αναλυτική κατασκευή, η οποία δεν μπαίνει στον κόπο να κρύψει ότι εμφορείται από μια αναπαραγωγή μέρους της επιχειρηματολογίας περί πολέμου των πολιτισμών, με κύριο μέτωπο την (ευκταία κατά τους συγγραφείς του κειμένου) αντιπαράθεση της Δύσης με την ανατολίτικη Τουρκία.

Σε αυτό το πλαίσιο μάλιστα το “Άρδην” εγκαλεί τη Ρωσία αλλά και το “ρωσικό κόμμα στην Ελλάδα” (;), διότι η πρώτη έχει μεσοπρόθεσμη (και όχι μόνο τακτική) συμμαχία με την Τουρκία στο πλαίσιο μιας στροφής της προς την Ανατολή, αντί να εξακολουθεί να χτυπά την πόρτα της “Δύσης”.

Είναι περίεργο ότι για το “Άρδην” υπάρχει “ρωσικό κόμμα” στην Ελλάδα αλλά δεν υπάρχει ούτε κόμμα των ΗΠΑ, ούτε του Ισραήλ. Αν πραγματικά κανείς επιδιώκει μια Ελλάδα με πατριωτική στάση γενικώς και ως προς την Τουρκία, το πρώτο που οφείλει να εντοπίσει είναι η μακρά παράδοση εξάρτησης του ελληνικού κατεστημένου από την ξένη κηδεμονία. Και αυτή η κηδεμονία ασκούνταν πρώτα από τη Μεγάλη Βρετανία και έπειτα από τις ΗΠΑ. Εσχάτως δε, από τις ΗΠΑ και το Βερολίνο, με μια γερή δόση από Ισραήλ. Άρα πατριωτική ή εθνοκεντρική και λαϊκή ανασυγκρότηση της πατρίδας μας, χωρίς ρήξη με την σχέση πατρωνίας ως προς τις συγκεκριμένες δυνάμεις, απλώς δεν μπορεί να λάβει χώρα.

Η Ελλάδα στο ίδιο κείμενο, όπως και σε άλλα, από διαφορετικούς χώρους, εν τέλει καλείται να γίνει ο πρόμαχος στη “σύγκρουση των πολιτισμών”, προφανώς ως μια εκδοχή του Δυτικού πολιτισμού. Αυτό εν τέλει που και ο εκσυγχρονισμός του Σημίτη αλλά και ο ενδοτισμός-νεοφιλελευθερισμός της επίσημης δεξιάς (δηλ. η παλαιάς και νέας κοπής εθνικοφροσύνη) έθεταν πάντα ως τον κομβικό τους στόχο στα διεθνή. Η Ελλάδα επομένως δεν είναι γέφυρα αλλά σύνορο κόσμων που μέσα από την αναγέννησή της θα σώσει την Ευρώπη.

Και αυτό το κείμενο καθίσταται λοιπόν δέσμιο εκείνης της βαθιάς στρέβλωσης, την οποία υποτίθεται ότι αντιπαλεύει: της εξάρτησης που γεννά τον ενδοτισμό, δεδομένου ότι είναι η εξάρτηση που ακριβώς αναγκάζει την ελληνική αστική τάξη να υπηρετεί τα συμφέροντα των υψηλών αφεντικών της. Επειδή τα τελευταία έχουν ισχυρότερα στρατηγικά συμφέροντα με την Τουρκία δεσμεύουν αντιστοίχως το ελληνικό κατεστημένο.

Μετά το άσχημο και απότομο ξύπνημα (όχι πλήρες) από τον λήθαργο της φαντασίωσης, ότι τα ζητήματα της Μέσης Ανατολής δεν μας αφορούν, ότι ο πόλεμος δεν μας απειλεί, πως ό,τι και αν γίνει, οι ΗΠΑ τελικά θα παρεμβαίνουν και ότι ως κράτος-μέλος της Ε.Ε. είμαστε προστατευμένοι από εξωτερικές απειλές (πρβ. το σύνδρομο της εκσυγχρονιστικής αντιμετώπισης της κρίσης των Ιμίων) οι φωνές που αποπειρώνται να αρθρώσουν πατριωτικό λόγο αποδεικνύονται συχνά χωρίς πυξίδα και γεμάτες “δανεικές” αναλύσεις: αναλύσεις του κατεστημένου το οποίο υποτίθεται ότι αντιπαλεύουν κατά τα λοιπά.

Όπως και όταν μας “χτύπησε” η καπιταλιστική κρίση του 2007, ένα μεγάλος μέρος των αντιδράσεων, εκκινώντας από ή χτίζοντας πάνω στη γνήσια, λαϊκή αγωνία κατέληξε σε αντιδραστικές θέσεις, έτσι και σήμερα που βιώνουμε τις συνέπειες του διεθνοπολιτικού μνημονίου, ο λαϊκός πατριωτισμός συγχέεται με την αντιδραστική εθνικοφροσύνη η οποία με τη σειρά της, εν τέλει συνιστά την άλλη όψη του νομίσματος του κατευνασμού.

Η νέα αυτή εθνικοφροσύνη (αντικειμενικά οριζόμενη ως τέτοια και ασχέτως προθέσεων) αποτελεί μια ελάχιστα ανανεωμένη εκδοχή του “ανήκομεν εις την Δύσιν”. Σε αυτήν μάλιστα την αρχή προσχωρεί η παραδοσιακή δεξιά, ο δικαιωματικός χώρος και άρα και ο ΣΥΡΙΖΑ, που εκεί βρίσκει την ψυχή του ακόμα και σήμερα (δυστυχώς και μέχρι νεωτέρας όπως βλέπουμε), αλλά και όσοι αντιλαμβάνονται αποκομμένα τα ελληνοτουρκικά από τις ευρύτερες ανακατατάξεις παγκοσμίως και στην Ανατολική Μεσόγειο, ασχέτως του τι διακηρύσσουν, ακόμα και αν κατά τα άλλα φιλοδοξούν να καταγράφονται στην πατριωτική αριστερά. Έτσι όλοι αναζητούν εναγωνίως, αντιτουρκικές συμμαχίες με κάθε κόστος και ιδίως, εκεί που δεν υπάρχουν.

Σε αυτή τη βάση αναπαράγουν ορισμένα βασικά μυθεύματα: το πρώτο είναι μιας δυτικής, αντιτουρκικής συμμαχίας, είτε με βάση πολιτιστική, είτε στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του “ισλαμοφασισμού” – με ό,τι και αν ο όρος αυτός υποτίθεται ότι σημαίνει παρότι είναι εσωτερικά αντιφατικός στην πραγματικότητα και άρα άτοπος. Ακόμα χειρότερα, ορισμένοι φαντασιώνονται τέτοια συμμαχία απέναντι στην Ανατολή εν γένει: Ρωσία, Τουρκία, Ιράν, Χαμάς, Χεζμπολάχ, Συρία κτλ.

Στην πραγματικότητα πρόκειται και ανιστόρητη και για αυθαίρετη προσέγγιση. Δεν υπάρχει πρώτα απ’ όλα ούτε σαφώς προσδιορισμένη διεθνοπολιτικά “Δύση”, ούτε καν κοινότητα συμφερόντων μεταξύ της υποτιθέμενης Δύσης και των συμμάχων της σε πλείστα όσα ζητήματα, μεταξύ των οποίων και σε εκείνα της Ανατολικής Μεσογείου.

Δεύτερον, δεν υπήρξε ποτέ ενιαία αντιοθωμανική, και πλέον αντιτουρκική, δυτική συμμαχία. Δεν υπήρξε ποτέ σύγκρουση Δύσης και Ανατολής, ως συγκροτημένων μπλοκ. Αντιθέτως, ιδίως τους τελευταίους δύο αιώνες, σχεδόν όλες οι μείζονες συγκρούσεις προέκυπταν μεταξύ “δυτικών” δυνάμεων, εμπλέκοντας και κράτη της “Ανατολής”.

Τρίτον, τόσο η Ελλάδα, όσο και η Ρωσία άντλησαν την ισχύ τους από τη λειτουργία γέφυρας και σύνθεσης στο εσωτερικό τους Δύσης και Ανατολής, όχι ως σύνορα μεταξύ των δύο. Είναι απολύτως αφελής και καταστροφική η διαδεδομένη ανάλυση, η οποία δεν αντιλαμβάνεται την ανάγκη ισχυρής και σαφούς πολιτικής προς Ανατολάς, τώρα δε, που μια κοσμογονία (ευτυχώς) λαμβάνει χώρα πέραν της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Η Ρωσία, όπως και η Τουρκία το αντιλήφθηκαν και κέρδισαν από αυτή τους τη στροφή, η οποία άλλωστε σε πρώτη φάση δεν απαιτεί καν εγκατάλειψη δυτικών συμμαχιών αλλά διάθεση και για συγκρούσεις. Η Ελλάδα όχι – και το πληρώνει.

Δεν έχει να κάνει αυτή η στροφή με κάποια πολιτιστική στροφή και με εγκατάλειψη αξιών που αυθαίρετα προσδιορίζονται και στο κείμενο του “Άρδην”, ως δυτικές: πρόκειται για ρεαλιστική και λογική αναζήτηση και εναλλακτικών συμμαχιών, σε εποχές κατά τις οποίες ο κυνισμός, αλλά και ο τυχοδιωκτισμός στις διεθνείς σχέσεις ούτως ή άλλως περισσεύει, ιδίως με δεδομένο τον βιασμό του διεθνούς δικαίου και των εννοιών του κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, όπως και της βίαιης αλλαγής του χάρτη της Μέσης Ανατολής, που ξεκίνησε στις αρχές του 21ου αιώνα.

Τέταρτον, ο λαϊκός πατριωτισμός δεν έχει καμία σχέση με τα παραπάνω, όπως ακριβώς ο σοσιαλισμός δεν είχε καμία σχέση το 2010, ούτε με τα μνημόνια, ούτε με κάποιες δήθεν φιλολαϊκές φωνές τότε που ζητούσαν κρεμάλες. Ο λαϊκός πατριωτισμός πηγάζει και συμπυκνώνεται στην ανάγκη ο λαός να είναι κυρίαρχος στον τόπο του, δηλαδή να δημιουργεί σε συνθήκες εθνικής ανεξαρτησίας, ευρύτερης λαϊκής κυριαρχίας, δημοκρατίας και κοινωνικής απελευθέρωσης. Σε αυτά τα προτάγματα εντάσσεται η διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας ως αναγκαία προϋπόθεση ευημερίας. Ο λαϊκός πατριωτισμός δεν έχει να κάνει με φαντασιώσεις περί προμάχων της Δύσης εναντίον της Ανατολής. Αυτά συνιστούν τη γραμμή Μπρεζίνσκι και των λοιπών γερακιών της Ουάσιγκτον.

Επιπλέον, ο λαϊκός πατριωτισμός, το δημιουργικό αυτό ρεύμα που γεννά κοινωνική ελευθερία, πνευματικότητα, τέχνη, πολιτικά άλματα, συνείδηση και διεθνή καταξίωση δεν έχει καμία σχέση με τον κυνικό τυχοδιωκτισμό στις διεθνείς σχέσεις, αλλά με το συνδυασμό ρεαλισμού και πολιτικής αρχών. Εξ ου και τάσσεται στο πλευρό εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, ξεκλειδώνει τις καρδιές των καταπιεσμένων, έχει πολύπλευρες συμμαχίες, παγκόσμια ματιά – σε Ανατολή και Δύση – και εν τέλει μια πατρίδα για την οποία μπορεί να είναι περήφανος κανείς.