Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Το εξεγερμένο Χονγκ Κονγκ: Συνέντευξη με τον Άου Λονγκ-Γιού

Όταν μια ομάδα διαδηλωτών πραγματοποίησε καθιστική διαμαρτυρία στα κεντρικά γραφεία της κυβέρνησης του Χονγκ Κονγκ τον Μάρτιο του 2019, δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι οι δράσεις τους θα ξεκινούσαν το πιο σημαντικό κύμα αγώνων στην ιστορία του Χονγκ Κονγκ. Η καθιστική διαμαρτυρία ήταν ενάντια στην αναμενόμενη εφαρμογή της “τροπολογίας για τους φυγάδες παραβάτες”, πιο γνωστό ως νομοσχέδιο έκδοσης, το οποίο θα έδινε στο Πεκίνο την εξουσία να εκδίδει πολίτες του Χονγκ Κονγκ και επισκέπτες του, στην κινεζική ενδοχώρα. Οι διαδηλωτές φοβούνταν ότι υποβάλλοντας τους πολίτες του Χονγκ Κονγκ στο δρακόντειο νομικό σύστημα της ενδοχώρας το νομοσχέδιο θα έδινε ουσιαστικά τέλος στην μετα-αποικιοκρατική πολιτική του “μια χώρα, δύο συστήματα”.

Καθώς εντάθηκαν οι διαδηλώσεις, εκατοντάδες χιλιάδες κατέβηκαν στους δρόμους. Τα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης γοητεύτηκαν από τις έντονες συγκρούσεις με την αστυνομία και την εντυπωσιακή γκάμα από νέες τακτικές του δρόμου, που έκτοτε ενέπνευσαν διαδηλωτές ανά τον κόσμο, από τη Χιλή μέχρι το Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης. Ακόμα και όταν το νομοσχέδιο ανακλήθηκε και η προσοχή των μέσων ενημέρωσης στράφηκε αλλού, οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν, σταματώντας μόνο λόγω του ξεσπάσματος του COVID-19 στην αρχή της χρονιάς.

Στο καινούργιο του βιβλίο, Το Εξεγερμένο Χονγκ Κονγκ: Το Κίνημα των Διαδηλώσεων και το Μέλλον της Κίνας (εκδόσεις Pluto, 2020), ο εργάτης που συμμετείχε στην εκστρατεία και συγγραφέας Άου Λονγκ-Γιού ιχνηλατεί τις καταγωγές του κινήματος, εξερευνά τις εσωτερικές του δυναμικές και αντανακλά πάνω στη σημασία του για το μέλλον. Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου, ο συνεργάτης του ROAR, Κάι Χέρον, πήρε συνέντευξη από τον Γιού για τις διαδηλώσεις και το μέλλον των αγώνων στην Κίνα και το Χονγκ Κονγκ, που τώρα πλήττεται από τις συνέπειες του COVID-19.

Κάι Χέρον: Όπως λέει και το παλιό ρητό του Μάο, μια μόνο σπίθα αρκεί για να ξεκινήσει μια φωτιά σ’ ένα λιβάδι. Ακούμε συχνά ότι το νομοσχέδιο έκδοσης της Κίνας ήταν η σπίθα που ξεκίνησε την επανάσταση του Χονγκ Κονγκ αλλά όπως ξεκαθαρίζεις στο βιβλίο σου, τα αίτια της επανάστασης είναι πολύ βαθύτερα. Μπορείς να εξηγήσεις το ιστορικό της πλαίσιο και ίσως γιατί ήταν το Νομοσχέδιο Έκδοσης που τελικά άναψε τη φωτιά της επανάστασης;

Άου Λονγκ-Γιού: Το Νομοσχέδιο Έκδοσης ήταν που λειτούργησε ως σπίθα για την περσινή εξέγερση κυρίως γιατί αφορούσε ταυτόχρονα όχι μόνο δύο – το Χονγκ Κονγκ και το Πεκίνο- αλλά τρεις παρατάξεις: Το Χονγκ Κονγκ, το Πεκίνο και τη “διεθνή κοινότητα”. Αυτός ο συνδυασμός συντάραξε συθέμελλα το Χονγκ Κονγκ.

Η πρώτη παράταξη, ο λαός του Χονγκ Κονγκ, υπήρξε συμμορφωμένο για πολλές δεκαετίες. Για παράδειγμα, δεν διαδήλωσαν καν όταν το Λονδίνο και το Πεκίνο διαπραγματεύτηκαν το μέλλον του Χονγκ Κονγκ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, δίχως να τους συμβουλευτούν. Αλλά παρά την παθητικότητά τους, το Πεκίνο δεν αισθανόταν ασφαλές, ειδικά όταν μετά την καταστολή του δημοκρατικού κινήματος του 1989 υπήρξαν διαφωνίες.

Το 2003, έξι χρόνια μετά την παράδοση, το Πεκίνο προσπάθησε να αυξήσει τον έλεγχό του στο Χονγκ Κονγκ θέτοντας επί τάπητος το πρώτο νομοσχέδιο Εθνικής Ασφάλειας. Όταν 500.000 άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους για να διαδηλώσουν, η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να κάνει πίσω. Σ’ ένα επίπεδο, αυτό δεν ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για το Πεκίνο, αφού είχε διατηρήσει έναν αριθμό από υπερ-κατασταλτικούς νόμους που βρήκε έτοιμους από την Βρετανική αποικιοκρατία – αν και τώρα συνοδεύονταν από μια ελάχιστη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – και που ουσιαστικά εκπλήρωναν έναν παρόμοιο σκοπό με το προτεινόμενο νομοσχέδιο.

Σε ένα άλλο επίπεδο όμως, η νομική επίθεση του 2003 γύρισε μπούμερανγκ για το Πεκίνο γιατί θύμισε στο Χονγκ Κονγκ ότι η ηπειρωτική χώρα δεν κράτησε την υπόσχεσή της να εφαρμόσει καθολικό δικαίωμα ψήφου. Χωρίς αυτό, ήταν ξεκάθαρο ότι ο λαός του Χονγκ Κονγκ θα παρέμενε ανίσχυρος απέναντι σε ένα οργουελιανό κράτος. Από το 2003 οι εκκλήσεις για καθολικό δικαίωμα ψήφου γίνονται όλο και πιο δυνατές.

Η σκηνή είχε τεθεί για μια πλήρη αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυο πλευρές.

Το επόμενο επίμαχο σημείο ήρθε το 2014. Το Κίνημα της Ομπρέλας, όπως έγινε γνωστό, έδειξε ότι η νέα γενιά δεν θα περίμενε άλλο. Αυτό έκανε το Πεκίνο να πάρει δραστικά μέτρα το 2019 θέτοντας επί τάπητος το Νομοσχέδιο Έκδοσης, που πρακτικά έβαζε τέλος στο διαχωρισμό της ηπειρωτικής Κίνας και του Χονγκ Κονγκ όσον αφορά τα νομικά τους συστήματα. Έχει σημασία ότι το νομοσχέδιο έδινε την δυνατότητα να δικαστούν κάτοικοι του Χονγκ Κονγκ στην ηπειρωτική χώρα υπό κινεζικούς, αντί για Βρετανικούς, νόμους. Εξ ου και η μεγάλη αντίσταση σε αυτό.

Αρχικά, το Πεκίνο ισχυρίστηκε ότι το νομοσχέδιο αφορούσε την έκδοση διεφθαρμένων Κινέζων της ηπειρωτικής χώρας που είχαν δραπετεύσει στο Χονγκ Κονγκ. Αλλά στην πραγματικότητα, ο σκοπός του νομοσχεδίου ήταν να στοχοποιήσει οποιονδήποτε τύχαινε να βρίσκεται στο Χονγκ Κονγκ, συμπεριλαμβανομένων και ξένων επισκεπτών. Αυτό σήμαινε ότι το νομοσχέδιο θα επηρέαζε Δυτικές χώρες, πολλές από τις οποίες είχαν συμφέροντα στο Χονγκ Κονγκ, με πρώτες και κύριες τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Οπότε το νομοσχέδιο δεν σήμαινε μόνο το τέλος της πολιτικής “μια χώρα, δύο συστήματα”, αλλά έσπαζε την υπόσχεση που το Πεκίνο είχε κάνει στη Δύση στην αρχή των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στο Λονδίνο και το Πεκίνο, πριν τέσσερις δεκαετίες. Τόσο η Σινο-Βρετανική Κοινή Διακήρυξη του 1985 όσο και ο Βασικός Νόμος που τέθηκε σε ισχύ το 1997 ορίζουν ότι το Χονγκ Κονγκ θα διατηρούσε τους αρχικούς του Βρετανικούς αποικιοκρατικούς νόμους – οι οποίοι βασίζονταν στο Βρετανικό κοινό δίκαιο – για 50 χρόνια, υπονοώντας ότι οποιοσδήποτε στο Χονγκ Κονγκ θα δικαζόταν βάσει αποικιοκρατικών νόμων και με δικαστές από το Χονγκ Κονγκ, συμπεριλαμβανομένων και ενός αριθμού δικαστών από τις χώρες της Κοινοπολιτείας.

Αυτό απέχει πολύ από το ιδανικό, αλλά το Νομοσχέδιο Έκδοσης του Πεκίνου ήταν χειρότερο. Θα έδινε τέλος στις νομικές ρυθμίσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω και θα σήμαιναν ότι οποιοσδήποτε στο Χονγκ Κονγκ θα μπορούσε να δικαστεί βάσει Κινεζικών νόμων. Υπό την αυξανόμενη εγχώρια και διεθνή πίεση, το νομοσχέδιο ακυρώθηκε από την κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ, μόνο για να μετενσαρκωθεί με τη μορφή του νόμου περί εθνικής ασφάλειας του Ιουλίου 2020, που επιβλήθηκε από το Πεκίνο.

Μέχρι πρόσφατα, τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν δεκτικές προς το Πεκίνο, ακόμη και μετά την καταστολή του τελευταίου στο δημοκρατικό κίνημα του 1989. Η συμφωνία είχε φέρει τεράστια οικονομικά οφέλη και στις δύο πλευρές. Το 2015, όταν οι πανδημοκράτες του Χονγκ Κονγκ, υπό την πίεση του κινήματος της Ομπρέλας του περασμένου έτους, ήθελαν να ασκήσουν βέτο στο κυβερνητικό πακέτο μεταρρυθμίσεων που θα παρείχε καθολικό δικαίωμα ψήφου, αλλά θα αρνείτο στο λαό του Χονγκ Κονγκ το δικαίωμα να διορίσει υποψηφίους για τον επικεφαλής της διοίκησης, εκπρόσωποι των κυβερνήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ άσκησαν πιέσεις στους παν-δημοκράτες να αποδεχτούν το νομοσχέδιο αντί να το αρνηθούν.

Η θέση των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου σε αυτό το ζήτημα μπορεί να γίνει κατανοητή από το γεγονός ότι είχαν επωφεληθεί σε τεράστιο βαθμό από την πολιτική “μια χώρα, δύο συστήματα” του Πεκίνου στο Χονγκ Κονγκ. Ο Βασικός Νόμος του 1997 προστάτευε όχι μόνο τα πολιτικά, νομικά και πολιτισμικά τους προνόμια, αλλά έδινε ώθηση στα οικονομικά τους συμφέροντα εξαιτίας του ρόλου του Χονγκ Κονγκ ως το τρίτο μεγαλύτερο οικονομικό κέντρο στον κόσμο.

Το Νομοσχέδιο Έκδοσης του 2019 απειλούσε αυτές τις συμφωνίες. Πιστεύεται ευρέως ότι το νομοσχέδιο γράφτηκε κατ’ αυτό τον τρόπο γιατί το Πεκίνο είδε το να στοχοποιήσει τόσο το λαό του Χονγκ Κονγκ όσο και τους ξένους ως μια απαραίτητη πράξη αντιποίνων απέναντι στην σύλληψη, από την κυβέρνηση του Καναδά, της Μενγκ Γουανζού, κόρης του αφεντικού της Huawei, βάσει αιτήματος έκδοσης των ΗΠΑ.

Όποιος και να ‘ναι ο λόγος για το νομοσχέδιο, έκανε το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ να αλλάξουν απότομα την πολιτική τους συνεργασίας με το Πεκίνο προς μια στάση μεγαλύτερης αντιπαράθεσης που θα υποστηρίζει την αντίθεση του λαού του Χονγκ Κονγκ κατά του νομοσχεδίου. Χωρίς την παρέμβαση αυτών των “τοπικών ξένων δυνάμεων” η τοπική εξέγερση από μόνη της δεν θα είχε δημιουργήσει τόσο τεράστιες επιπτώσεις.

Η κάλυψη της εξέγερσης στα δυτικά μέσα ενημέρωσης δείχνει ότι οι διαδηλώσεις έχουν ευρεία λαϊκή υποστήριξη. Αναμενόμενα, αυτό που λείπει από αυτήν την αφήγηση είναι πώς η τάξη και η κοινωνική θέση διαμορφώνουν τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις. Ποια λοιπόν είναι η ταξική και πολιτική σύνθεση του κινήματος; Είναι κυρίως ένα νεανικό κίνημα; Και τι εξηγεί αυτή τη σύνθεση;

Σύμφωνα με έκθεση του Κινεζικού Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ του 2020, από 26 μεγάλες διαδηλώσεις το 2019, η “μεσαία τάξη” αντιπροσώπευε μεταξύ 42 και 65 τοις εκατό της συνολικής συμμετοχής, ενώ το ποσοστό για την “κατώτερη τάξη” ήταν μεταξύ 28 και 40 τοις εκατό ενώ η συμμετοχή των “ανώτερων τάξεων” ήταν αμελητέα. Ο περιορισμός αυτού του είδους της αυτο-περιγραφόμενης “ταξικής ταυτότητας” είναι ότι αναπαράγει συχνά παρανοήσεις σχετικά με την ταξική ταυτότητα ανάμεσα στο ευρύ κοινό.

Στο Χονγκ Κονγκ, οι “υπάλληλοι”, όπως π.χ. οι δάσκαλοι και οι νοσοκόμες, θεωρούνται “μεσαία τάξη”. Όμως, ενώ μπορεί να αμείβονται περισσότερο απ’ αυτούς στη λεγόμενη “εργατικη τάξη”, σε δουλειές όπως η καθαριότητα, και οι δύο “τάξεις” εξαρτώνται από τη μισθολογική σχέση για την επιβίωσή τους ενώ και οι δύο οργανώνονται σε συνδικάτα. Επομένως, είναι ασφαλές να πούμε ότι όταν αφαιρέσουμε από την εξίσωση τους φοιτητές, οι συμμετέχοντες στις διαμαρτυρίες ήταν κυρίως εργαζόμενοι με την ευρεία έννοια.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον με την εξέγερση είναι ότι ξεκίνησε σαν ένα μεγάλο, δημοφιλές κίνημα. Τον Ιούνιο του 2019, δυο μήνες μετά τις τεράστιες πρώτες διαδηλώσεις, το κίνημα ήταν αρκετά ισχυρό ώστε να απαιτήσει και να οργανώσει μια γενική απεργία την 5η Αυγούστου, όταν 350.000 υπάλληλοι σταμάτησαν να δουλεύουν και συμμετείχαν σε πορείες σε όλο το Χονγκ Κονγκ. Αυτή ήταν η πρώτη πετυχημένη και αυθεντικά τοπική πολιτική απεργία από το 1949, και άνοιξε το δρόμο για τη γέννηση ενός νέου συνδικαλιστικού κινήματος με δεκάδες νέες συνδικαλιστικές οργανώσεις να σχηματίζονται μέχρι το τέλος του 2019. Ήταν η πρώτη φορά που εργατικές οργανώσεις είχαν τόσο ορατό ρόλο στο τοπικό δημοκρατικό κίνημα.

Πέραν αυτού, υπάρχει ένα τμήμα των συμμετέχοντων στην εξέγερση των οποίων η τάξη δεν είναι ξεκάθαρη, συγκεκριμένα, μαθητές και πρόσφατοι απόφοιτοι. Σχεδόν οι μισοί από τους συμμετέχοντες στις τρεις μεγαλύτερες διαμαρτυρίες σχεδόν δύο εκατομμύρια άτομα ήταν κάτω της ηλικίας των 30, και ανάμεσά τους οι μαθητές και πρόσφατοι απόφοιτοι αναλογούσαν περίπου στο 30 τοις εκατό. Είναι μια γενιά που στο βιβλίο μου την αναφέρω ως “η γενιά του 1997”: αυτοί που γεννήθηκαν λίγο πριν ή μετά το 1997 όταν το Χονγκ Κονγκ παραδόθηκε στην Κίνα. Η παρουσία τους ήταν ακόμη πιο ορατή κατά τις μικρότερες και πιο ριζοσπαστικές δράσεις.

Η αντίληψη για το Πεκίνο, στην “γενιά του 1997”, είναι ότι δεν είναι παρά ένας καταπιεστής, όχι μόνον με την έννοια των πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά και προς την ίδια τους την ταυτότητα. Από το 1949 η ηπειρωτική Κίνα και το Χονγκ Κονγκ έχουν ξεκινήσει πολύ διαφορετικές ιστορικές τροχιές. Ειδικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν η βρετανική κυβέρνηση, η οποία ανησυχούσε ολοένα και περισσότερο για μια όλο και πιο ισχυρή Κίνα, άρχισε να μαλακώνει την αυταρχική της διακυβέρνηση στο Χονγκ Κονγκ. Όσο πιο απελευθερωμένο γινόταν το Χονγκ Κονγκ, τόσο περισσότερο διαφοροποιούταν από την Κίνα. Μαζί με την οικονομική ευημερία ήρθε η εξέλιξη της αυτογνωσίας, του πολιτικού πνεύματος και της αυξανόμενης συνείδησης της δυαδικής αντιπολίτευσης “ενός ελεύθερου Χονγκ Κονγκ έναντι μιας αυταρχικής Κίνας”.

Αυτές οι αλλαγές σταδιακά μετατράπηκαν στη μοναδική “ταυτότητα του Χονγκ Κονγκ”, αν και στο προηγούμενο της στάδιο ήταν ακόμα μια πολύ μαλακή ταυτότητα, μια που δεν απέκλειε απαραίτητα μια “κινεζική ταυτότητα”. Αυτό άρχισε να γίνεται ισχυρότερο απ’ όταν το Πεκίνο άρχισε να επιτίθεται στα γλωσσικά δικαιώματα του λαού του Χονγκ Κονγκ προσπαθώντας να αντικαταστήσει τα καντονέζικα με τα μανδαρινικά ως την κύρια γλώσσα για την εκπαίδευση, πριν περίπου μια δεκαετία. Η επιβολή της “εθνικής της εκπαίδευσης” στους μαθητές του Χονγκ Κονγκ αποξένωσε ακόμη περισσότερο τους νέους. Αυτή ήταν επίσης η στιγμή που ο όρος “τοπικισμός” έγινε δημοφιλής μεταξύ τους. Πολλοί από αυτούς αισθάνονται τώρα ότι με το να συντηρούν την πόλη καταγωγής τους και να αντίστέκονται στην καταστρατήγηση των δικαιωμάτων από το Πεκίνο, έχουν βρει κάποιο νόημα στη ζωή πέραν του να κερδίζουν χρήματα. Αυτή η νέα συνειδητοποίηση ήταν αυτό που ενδυνάμωσε πρώτα το κίνημα της Ομπρέλας, ακολουθούμενη από την εξέγερση του περασμένου έτους.

Ένα από τα πιο συναρπαστικά ερωτήματα που συζητάς στο βιβλίο σου είναι πως το κίνημα ερμηνεύει τον εαυτό του. Για αυτούς που ζουν στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη μπορεί να είναι δύσκολο ακόμη και να θέσουν αυτό το ερώτημα. Από τη μία υπάρχει μια ολοένα και πιο ισχυρή κλίση εναντίον της Κίνας στις ειδήσεις μας που χρωματίζει τα ρεπορτάζ για το κίνημα. Η ηπειρωτική Κίνα χαρακτηρίζεται σαν ένας ασυμβίβαστος επιτιθέμενος ενώ τυχόν δυνητικά δυσάρεστες πτυχές του κινήματος προσπερνούνται.
Από την άλλη, υπάρχουν κάποιοι αριστεροί κριτικοί του κινήματος που βλέπουν τις εκκλήσεις του για μεγαλύτερη αυτονομία και δημοκρατία ως ένα ελαφρά συγκαλυμμένο αντικομμουνιστικό αίτημα για φιλελεύθερο καπιταλισμό. Βρίσκουν στοιχεία για αυτό σε εικόνες διαδηλωτών που κυματίζουν αμερικανικές σημαίες ή καλούν τον Τραμπ να βοηθήσει τον σκοπό τους. Τι πιστεύετε για αυτές τις απόψεις, ποιες άλλες παρεξηγήσεις έχετε παρατηρήσει στα κυρίαρχα (μεσα) και στα αριστερά, και πώς η προσοχή σας στο πώς το κίνημα αντιλαμβάνεται τον εαυτό του βοηθά στην προσαρμογή της εικόνας;

Κρίνοντας από όσα έχει κάνει το Πεκίνο στο λαό του Χονγκ Κονγκ από το 1997, είναι θεμιτό να πούμε ότι το πρώτο είναι ο άμεσος καταπιεστής του δεύτερου. Πιστεύω επίσης ότι η απεικόνιση της εξέγερσης του περασμένου έτους ως αντικομμουνιστική είναι μεγάλο λάθος. Η εξέγερση παρήγαγε ένα έγγραφο που περιέχει τις “πέντε απαιτήσεις” της. Ενώ οι τέσσερις αφορούσαν το Νομοσχέδιο Έκδοσης και τη αστυνομική βία, το τελευταίο αφορά το καθολικό δικαίωμα ψήφου. Δεν βλέπω κανένα “αντικομμουνιστικό” στοιχείο εδώ. Λόγω των πέντε αιτημάτων της, η εξέγερση ήταν σίγουρα “ενάντια στο κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα”, αλλά αυτό δεν ισοδυναμεί με “αντι-κομμουνισμό”, επειδή το ΚΚΚ σήμερα δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει τον κομμουνισμό ή τον σοσιαλισμό – είναι η αντίθεσή τους.

Τα περισσότερα μέρη του κόσμου εφάρμοσαν καθολικό δικαίωμα ψήφου πριν από έναν αιώνα, αλλά όχι το Χονγκ Κονγκ. Φυσικά, το Πεκίνο δεν είναι το μόνο που μας αρνείται αυτό το βασικό δικαίωμα – το Ηνωμένο Βασίλειο το έκανε αυτό για περισσότερο από έναν αιώνα. Αυτό, ωστόσο, καταδεικνύει απλά την τραγωδία του λαού του Χονγκ Κονγκ. Επί δεκαετίες, και ακόμη δεν έχουν λόγο για τη δική τους κυβέρνηση ή γενικά τη μοίρα τους. Αυτό καθιστά περισσότερο δικαιολογημένο το αίτημα για καθολικό δικαίωμα ψήφου από ποτέ.

Δεν αρνούμαι ότι υπήρχαν πραγματικές δεξιές δυνάμεις μέσα στο κίνημα, αλλά ήταν περιθωριακές και δεν θα μπορούσαν να το ηγηθούν ή να το διαμορφώσουν. Στην πραγματικότητα, το κίνημα των δύο εκατομμυρίων ήταν σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητο και δεν είχε καθόλου αναγνωρισμένους ηγέτες. Αυτό που ενώνει τα εκατομμύρια των ανθρώπων ήταν τα πέντε αιτήματα, όχι το αίτημα για ανεξαρτησία, ούτε η υποστήριξη του Τραμπ. Τόσο τα δυτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης όσο και οι υποστηρικτές του Πεκίνου αρέσκονταν στο να επικεντρώνονται στους ανθρώπους που κυματίζουν τη σημαία των ΗΠΑ, αν και για αντίθετους λόγους. Αλλά αυτό αγνοεί το γεγονός ότι οι περισσότεροι διαδηλωτές δεν την κυμάτιζαν. Μια μικρή μειοψηφία διαδηλωτών τέθηκε στο προσκήνιο ενώ άτομα που έφεραν τη σημαία της Καταλονίας ή που διεξήγαγαν πορείες υπέρ της Καταλονίας, αψηφώντας την φιλο-αμερικανική δεξιά πτέρυγα, αγνοήθηκαν.

Εκτός από αυτά τα συνειδητά δεξιά ρεύματα, υπήρχαν και νέοι που κυμάτιζαν τη σημαία των ΗΠΑ που δεν ανήκαν σε κανένα πολιτικό κόμμα. Αντίθετα, ήταν κυρίως νέα χέρια στο κοινωνικό κίνημα. Μπορεί να φέρουν μια σημαία των ΗΠΑ, ή τη βρετανική σημαία, ή μια σημαία της Ταϊβάν, αλλά οι περισσότεροι το έκαναν για να ζητήσουν διεθνή υποστήριξη – πίστευαν ότι το να κυματίζουν τη σημαία μιας χώρας θα μπορούσε να επιτύχει αυτόν τον στόχο. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτοί οι διαδηλωτές ήταν λίγο αφελείς – και ήταν – αλλά είναι σημαντικό να μην συμπεράνουμε από τις ενέργειές τους ότι είναι πολιτικά ευθυγραμμισμένοι με αυτές τις χώρες.

Ένα άλλο πρόβλημα με την περσινή εξέγερση ήταν ότι οι περισσότεροι διαδηλωτές δεν είχαν ιδέα για το “αριστερά ή δεξιά”. Όλα στον κόσμο συμπιέστηκαν στην κοσμοθεωρία τους για το “είτε το Πεκίνο είτε εμείς”, που τους οδήγησαν να δεχτούν οποιαδήποτε ξένη βοήθεια, δίχως να θέσουν την ερώτηση “είναι πραγματικοί σας φίλοι;” Περιστασιακά, αυτή η έλλειψη κατανόησης επέτρεψε στους διαδηλωτές να γίνουν υποχείρια του ρεύματος υπέρ του Τραμπ, το οποίο στη συνέχεια ενισχύθηκε από τα μέσα ενημέρωσης.

Άρα συνολικά, και μιλώντας από μια ευρύτερη ιστορική άποψη, νομίζω ότι είναι χρήσιμο να δούμε την εξέγερση του περασμένου έτους ως τη σταδιακή αφύπνιση πολλών ανθρώπων του Χονγκ Κονγκ που προηγουμένως ήταν απολιτικοί. Έμαθαν γρήγορα, ναι, αλλά δεν ήταν ακόμα πλήρως εξοπλισμένοι. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι κατανοητό ότι ορισμένοι ενήργησαν παράλογα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να μάθουν ή ότι δεν μπορούν να μεταφερθούν σε μια οργανωμένη αριστερά. Πρέπει να πολεμήσουμε τα αποφασισμένα δεξιά ρεύματα, αλλά όταν πρόκειται για την πλειοψηφία αυτού του κινήματος, πρέπει να ενεργούμε σαν ένας ανοιχτόμυαλος δάσκαλος που δείχνει υπομονετικά στα νέα χέρια μια εναλλακτική λύση.


Για όσους από εμάς παρακολουθούσαμε τις διαμαρτυρίες από μακριά, η οργάνωση και οι τακτικές του κινήματος σε επίπεδο δρόμου ήταν ένα συναρπαστικό θέαμα. Πώς προέκυψε αυτή η οργάνωση, πώς κατάφερε να αντέξει και ποια μαθήματα, αν υπάρχουν, πιστεύετε ότι μπορούν να μάθουν από αυτην όσοι βρίσκονται εκτός της Κίνας;

Το ενδιαφέρον όσον αφορά αυτήν την εξέγερση είναι ότι είχε εκατοντάδες μεγάλες και μικρές διαμαρτυρίες, αλλά δεν υπήρχε καμία ευρεία οργάνωση πίσω από αυτές. Για τις μεγάλες πορείες ήταν πάντα το Μέτωπο Πολιτικών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ζητούσε την άδεια από την αστυνομία, αλλά ο ρόλος του τελείωνε εκεί. Όλοι, συμπεριλαμβανομένου του Μετώπου των Πολιτικών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, γνώριζαν ότι δεν ήταν η πολιτική ηγεσία της διαμαρτυρίας και δεν είχαν καμία εξουσία – γι ‘αυτό τόνιζε συχνά δημοσίως ότι δεν είχε καθόλου έλεγχο στη συμπεριφορά των διαδηλωτών. Η συμμετοχή των πολιτικών κομμάτων ήταν αμελητέα.

Το εντυπωσιακό μέρος των πορειών ήταν όταν οι “γενναίοι” άρχισαν να αντιμετωπίζουν την αστυνομία, συνήθως. Αυτοί ήταν οι διαδηλωτές στην εμπροσθοφυλακή που συνειδητά και σκόπιμα ήρθαν σε σύγκρουση με την αστυνομία. Θα εντυπωσιαζόταν κανείς από τον καλά ανεπτυγμένο καταμερισμό της εργασίας – ρίχνοντας κοκτέιλ μολότοφ, φτιάχνοντας οδοφράγματα, κρατώντας τη γραμμή άμυνας για να προστατεύσουμε τους “γενναίους” από λαστιχένιες σφαίρες, μεταφέροντας εργαλεία και υλικά, θεραπεύοντας τους τραυματίες κλπ. Υπήρχαν επίσης άνθρωποι που ειδικεύονταν στην εκτύπωση κειμένων της εκστρατείας και κινούμενων σχεδίων και επίσης “φρουροί”, στο δρόμο και διαδικτυακά, για την παρακολούθηση των αστυνομικών κινήσεων.

Δεν υπήρχαν κυρίαρχες οργανώσεις που να φροντίζουν γι’ αυτό, μόνο πολύ μικρές αυτόνομες ομάδες, συνήθως με λιγότερα από καμιά δεκαριά μέλη. Καθένας από αυτούς επέλεγε το δικό του ρόλο. Επομένως, δεν ήταν σπάνιο να βλέπουμε πάρα πολλά άτομα να τρέχουν για πρώτες βοήθειες, ενώ υπήρχαν πολύ λίγα κοκτέιλ μολότοφ. Ο ενθουσιασμός των νέων αντιστάθμισε την έλλειψη οργάνωσης – με το σύνθημά τους “να είστε σαν νερό” στα κεφάλια τους, ήταν έτοιμοι να αλλάξουν το ρόλο τους για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Λογισμικό επικοινωνίας, όπως το Telegram και το Instagram, διευκόλυνε την ανταλλαγή απόψεων και τον συντονισμό μεταξύ διαδηλωτών. Ως εκ τούτου, η αντιπαράθεση με την αστυνομία, αν και όχι 100% οργανωμένη, ήταν σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητη.

Οι “γενναίοι” εμπνεύστηκαν από το Ευρωπαϊκό Μαύρο Μπλοκ, αλλά τελικά το ξεπέρασαν από την άποψη έντασης και διάρκειας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι υπήρχαν και υπερβολές, όπως το σπάσιμο του μετρό και η πυρπόληση ενός αντι-διαδηλωτή υπέρ του Πεκίνου που τραυματίστηκε σοβαρά. Ωστόσο, στο σύνολό του υπάρχει ένα σημαντικό μάθημα: σε αντίθεση με το Μαύρο Μπλοκ, οι “γενναίοι” του Χονγκ Κονγκ απολάμβαναν ευρεία υποστήριξη μεταξύ του πληθυσμού. Μια έρευνα έδειξε ότι η εξέγερση, που χαρακτηριζόταν από έντονες μάχες στο δρόμο και βανδαλισμούς, είχε ποσοστό έγκρισης μεταξύ του πληθυσμού 60-70 τοις εκατό.

Κάτι που ήταν σε πλήρη αντίθεση με τις πολύ ειρηνικές πορείες των τελευταίων 30 ετών. Το δημοφιλές σύνθημα “Εσείς – η κυβέρνηση – είστε που μας δείξατε ότι η ειρηνική διαμαρτυρία είναι άχρηστη” μαρτυρεί γιατί η εξέγερση είχε ευρεία υποστήριξη μεταξύ του γενικού πληθυσμού. Το γεγονός ότι η εξέγερση ήταν σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητη δείχνει μια αλήθεια: είναι ο λαός που γράφει ιστορία. Αυτή η πτυχή της εξέγερσης απηχούσε όλες τις μεγάλες επαναστάσεις των περασμένων αιώνων. Είναι ένα μάθημα που η σημερινή γενιά πρέπει να πάρει στα σοβαρά.

Όπως εξηγείς στο βιβλίο σου, το COVID-19 έδωσε στο ΚΚΚ εκ νέου άδεια να παρέμβει στην καθημερινότητα του λαού του Χονγκ Κονγκ. Πως άλλαξε τη μορφή του αγώνα στο Χονγκ Κονγκ η πανδημία; Τι άλλο έχει αλλάξει απ’ όταν τελείωσες το βιβλίο και πως θα εξελιχθεί αυτό στο μέλλον του κινήματος;

Με το ξέσπασμα και τη διάδοση του COVID-19 στη Γουχάν στις αρχές του 2020, ο λαός του Χονγκ Κονγκ τέθηκε αμέσως σε επιφυλακή. Θυμόνταν πως η πανδημία SARS που πρωτοξεκίνησε από την ηπειρωτική Κίνα το 2003 σύντομα εξαπλώθηκε στην πόλη, προκαλώντας περισσότερους από 700 θανάτους. Έτσι, αυτή τη φορά, η νεοσύστατη Ένωση Εργαζομένων της Νοσοκομειακής Αρχής – της οποίας τα 20.000 μέλη αντιπροσωπεύουν το ένα τέταρτο του συνόλου των υπαλλήλων της Νοσοκομειακής Αρχής – έκαναν έκκληση για πενθήμερη απεργία ώστε να πιέσουν την κυβέρνηση να κλείσει προσωρινά τα σύνορα για να σταματήσει η εξάπλωση του ιού στο Χονγκ Κονγκ. Δύο ημέρες αργότερα, ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε εν μέρει. Η νεοσύστατη ένωση είχε αποδείξει τη δύναμή της. Στα τέλη Μαρτίου, η κυβέρνηση έπρεπε να ενισχύσει περαιτέρω το μέτρο ενόψει της επιδεινούμενης κατάστασης και της γενικής δυσαρέσκειας μεταξύ του ιατρικού προσωπικού.

Σύντομα, η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ συνειδητοποίησε ότι θα ήταν κρίμα να χαθεί η ευκαιρία που πρόσφερε μια γερή κρίση. Η ανάγκη επιβολής καραντίνας και κοινωνικής αποστασιοποίησης της έδωσε την τέλεια δικαιολογία για τον περιορισμό των διαδηλώσεων. Σε πολλές περιπτώσεις, εκατοντάδες ή και περισσότεροι αστυνομικοί κυνηγούσαν λίγους διαδηλωτές. Χρησιμοποίησε επίσης την πανδημία ως δικαιολογία για να αναβάλει τις εκλογές του κοινοβουλίου για ένα έτος, κάτι στο οποίο αντιτάχθηκε έντονα η αντιπολίτευση. Επιπλέον, το Πεκίνο είχε επιβάλει άμεσα το νόμο περί Εθνικής Ασφάλειας στο Χονγκ Κονγκ την 1η Ιουλίου. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα όλων των παραπάνω επιθέσεων ήταν ουσιαστικά να δώσει συνολικά τέλος στις διαδηλώσεις.

Πρόσφατα, με έντονη στήριξη από το Πεκίνο, η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ ξεκίνησε έλεγχο σε όλη την πόλη για COVID-19, για να βρει ασυπτωματικούς φορείς του ιού. Η αντιπολίτευση αντιτίθεται σε αυτό, καθώς φοβούνται ότι το Πεκίνο μπορεί να εξαγάγει DNA από τέτοιες δοκιμές, ώστε να επιβάλει το σύστημα Κοινωνικής Πίστωσης – που υπάρχει ήδη στην ηπειρωτική χώρα.

Αυτό το σύστημα συλλέγει τις πληροφορίες των πολιτών και στη συνέχεια αξιολογεί την “αξιοπιστία” τους και τους ανταμείβει ή τους τιμωρεί ανάλογα. Η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ τόνισε ότι το τεστ δεν σχετίζεται με το σύστημα κοινωνικής πίστωσης και ότι θα ήταν εθελοντικό. Σύντομα αναφέρθηκε ότι ορισμένες μεγάλες εταιρείες έβαλαν τους υπαλλήλους τους να κάνουν το τεστ. Με την ήττα της λαϊκής αντίστασης πέρυσι, έχουμε εισέλθει σε μια νέα φάση αντίδρασης, και η πανδημία έχει γίνει όπλο από την κυβέρνηση για να εξασφαλίσει τη νίκη της.

Τι είδους αγώνες πιστεύετε ότι μπορούμε να περιμένουμε να δούμε στο Χονγκ Κονγκ και την ηπειρωτική Κίνα στα ερχόμενα χρόνια και δεκαετίες; Έχετε κάποια ελπίδα ότι αυτοί οι αγώνες θα πάρουν μια ριζοσπαστική αντι-καπιταλιστική κατεύθυνση; Και αν ναι, αυτό θα προκύψει σε συμμαχία με τα αντι-καπιταλιστικά μέλη του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος ή θα πρέπει να διεξαχθεί αγώνας ενάντια στο Κόμμα;

Βραχυπρόθεσμα, ένα αντι-καπιταλιστικό εργατικό κίνημα στην ηπειρωτική Κίνα δεν είναι πιθανό, απλά και μόνο επειδή η άρχουσα τάξη το έχει ήδη θέσει σε πλήρη έλεγχο και καταστολή για να το αποτρέψει αυτό να συμβεί. Επιπλέον, το καθεστώς επίσης αναδιάρθρωσε πλήρως την παλιά εργατική τάξη τη δεκαετία του 1990 με την ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων, απολύοντας 30 εκατομμύρια εργαζόμενους. Από την άλλη πλευρά, μετέτρεψε επίσης 250 εκατομμύρια αγρότες σε αστικούς μετανάστες εργαζόμενους. Αυτό σήμαινε επίσης την αντικατάσταση μιας παλιάς εργατικής τάξης, η οποία είχε κάποιο είδος κολεκτιβιστικής συνείδησης, με μια πιο ατομικιστική η οποία, τουλάχιστον στην πρώτη περίοδο, δεν είχε ιδέα για τα δικαιώματά της.

Πέραν αυτού, τη δεκαετία του 1990, οι διανοούμενοι, για διάφορους λόγους, απέτυχαν να δουν την εργατική τάξη ως σύμμαχο τους για δημοκρατικές και σοσιαλιστικές αλλαγές. Υπήρχε μια έντονη συζήτηση μεταξύ των φιλελεύθερων και της “νέας αριστεράς”. Ενώ η πρώτη υποστήριζε την “αποδοτικότητα έναντι ισότητας”, προκειμένου να νομιμοποιήσει την υποστήριξή τους για τις ιδιωτικοποιήσεις, η δεύτερη υποστήριζε το αντίστροφο, το οποίο ήταν ως ένα βαθμό επιχείρημα κατά των ιδιωτικοποιήσεων. Δυστυχώς, η “νέα αριστερά” ερμήνευε κατα βάση την “ισότητα” σύμφωνα με οικονομικά και όχι πολιτικά κριτήρια. Γι ‘αυτό, παρά την ετερογένεια μεταξύ τους, το κοινό σημείο της “νέας αριστεράς” ήταν ότι είδαν τη μονοκομματική δικτατορία ως τον φορέα του “σοσιαλισμού” και υποστήριξαν το status quo του και αντιτάθηκαν σε οποιαδήποτε ιδέα πολιτικών ελευθεριών ή ελεύθερων εκλογών . Αυτό τους οδήγησε να ευθυγραμμιστούν με το κράτος αντί για την εργατική τάξη. Μόνο μικρές ομάδες νέων αριστεριστών συμμετείχαν σε έργα αλληλεγγύης με την τελευταία.

Ο συνδυασμός των τριών παραπάνω παραγόντων κρατούν την εργατική τάξη σαν τάξη διακριτή αλλά όχι – ακόμη – για τον εαυτό της. Εντωμεταξύ, η απουσία ενός εργατικού κινήματος έχει επίσης σφραγίσει τη μοίρα τόσο των φιλελεύθερων όσο και της “νέας αριστεράς” – είτε συνθλίφθηκαν, οικιοποιήθηκαν, είτε απλώς εξαφανίστηκαν. Το μονολιθικό κόμμα κράτος είναι τώρα πανίσχυρο.

Ταυτόχρονα, υποστηρίζω επίσης ότι το κόμμα κράτος μπορεί να αποτελεί την αντίθεσή του μακροπρόθεσμα. Τόσο η Σοβιετική Ένωση όσο και το ΚΚΚ έγιναν καπιταλιστές πριν τέσσερις δεκαετίες, ωστόσο, σε αντίθεση με την πρώτη που είχε βιώσει τραγική αποβιομηχάνιση, η στροφή του Πεκίνου στον καπιταλισμό είχε ως αποτέλεσμα ακόμη πιο ριζοσπαστική εκβιομηχάνιση.

Έχουμε πλέον την πιο πολυπληθή εργατική τάξη στον κόσμο, που ανέρχεται σε 350 εκατομμύρια. Τα ποσοστά αστικοποίησης έχουν από καιρό ξεπεράσει το 50%. Η Κίνα δεν είναι πλέον μια φτωχή αγροτική χώρα. Από αυτήν την αναγεννημένη εργατική τάξη, αργά ή γρήγορα θα ακουστεί μια φωνή για αλλαγή. Τα τελευταία 20 χρόνια, μέσω των αυθόρμητων οικονομικών απεργιών τους, οι εργαζόμενοι τώρα συνειδητοποιούν τα δικαιώματά τους και αυξάνουν σταθερά τις προσδοκίες τους. Αυτό βρισκόταν επίσης πίσω από τη συνεχή αύξηση των μισθών την τελευταία δεκαετία.

Εάν ένα αντι-καπιταλιστικό εργατικό κίνημα θα μπορούσε ποτέ να ξεφύγει από την κρατική και κομματική καταστολή, αυτό θα ήταν αναγκαστικά σε αντίθεση με το κόμμα. Δεν βλέπω να υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι υπάρχει ή θα υπάρξει μια μεγάλη σε μέγεθος αυθεντική σοσιαλιστική δημοκρατική δύναμη μεταξύ του μεσαίου και ανώτερου επιπέδου του κόμματος. Η απόλυτη δύναμη όντως διεφθείρει τους ανθρώπους. Από την έναρξη της “μεταρρύθμισης και του ανοίγματος”, εκτός από τη διευκόλυνση της αναγέννησης του ιδιωτικού τομέα, αυτό βοήθησε πρωτίστως τους αξιωματούχους του κόμματος να αυξήσουν τον πλούτο τους.

Αυτό είναι που ονόμασαν “γραφειοκρατικό καπιταλισμό”, κάτι που ανέλυσα στο βιβλίο μου του 2012, με τίτλο “Η Άνοδος της Κίνας: Δύναμη και Ευθραστότητα”. Οι αξιωματούχοι του κόμματος έχουν διαφθαρεί τόσο πολύ, που, με την άνοδό του στην εξουσία, ο Σι Τζίνπινγκ ξεκίνησε την εκστρατεία του κατά της διαφθοράς. Ωστόσο, καμία σκληρή καταστολή της διαφθοράς δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς μια αναθεώρηση της μονοκομματικής δικτατορίας και της εφαρμογής του πλουραλισμού. Αυτό μας φέρνει πίσω στο σημείο που ξεκινήσαμε, ένα εργατικό κίνημα που απαιτεί αυτό το είδος μετασχηματισμού θεωρείται απαραίτητα ως ο νούμερο ένα εχθρός από το κόμμα.

Το Χονγκ Κονγκ, τουλάχιστον προηγουμένως, είχε την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Ωστόσο, το εργατικό κίνημά του παραμένει πολύ αδύναμο. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στο γεγονός ότι για δεκαετίες η ευημερία διατηρούσε την ανεργία πολύ χαμηλή και οι εργαζόμενοι δεν ένιωθαν την ανάγκη να συνδικαλιστούν. Η περυσινή εξέγερση έδωσε το έναυσμα για τη γέννηση ενός νέου συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά το πόσα μπορεί να κάνει δεν είναι ακόμη σαφές.

Πηγή: Roar Magazine