Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Τα datacenters της Microsoft και το ηλεκτροσόκ στους αμερικανικούς εταιρικούς φόρους

Τα datacenters στις ΗΠΑ έχουν προκαλέσει ένα πολιτειακό και παναμερικανικό ντάμπινγκ, με αντικείμενο τις προκλητικές φοροαπαλλαγές και επιδοτήσεις που απολαμβάνουν οι εταιρείες του κατασκοπευτικού καπιταλισμού.

Η ίδρυση datacenters (και) στην Ελλάδα από τη Microsoft θεωρήθηκε από σημαντική μερίδα του συστημικού Τύπου ως επενδυτική ψήφος εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση της ΝΔ και τις προοπτικές ανάπτυξης της χώρας. Η αντίστοιχη ίδρυση ή αναβάθμιση των datacenters της εταιρείας, και όχι μόνο αυτής, στις ΗΠΑ έχουν προκαλέσει ένα υπερδεκαετές καθοδικό ράλι στους φόρους που η Microsoft πληρώνει, ενώ την ίδια στιγμή απολαμβάνει φοροαπαλλαγές και επιδοτήσεις, οι οποίες έχουν εκχωρηθεί από διάφορες πολιτείες, προκειμένου να εγκατασταθούν τα datacenters με βραχυπρόθεσμο όφελος κάποιες λίγες θέσεις εργασίας και μακροπρόθεσμη ζημία στα πολιτειακά φορολογικά έσοδα και τα δημόσια οικονομικά.

Σημείο καμπής αυτής της στρεβλωτικής κατάστασης, θεωρείται η διαμάχη ανάμεσα στη Microsoft και την πολιτειακή κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον της Δυτικής Ακτής, αναμέτρηση που ξέσπασε το 2007 και κορυφώθηκε το 2009.

Τον Αύγουστο του 2009, η Microsoft ανακοίνωσε την παύση λειτουργίας του datacenter της στο Κουίνσι της Ουάσιγκτον, αφήνοντας ξεκρέμαστους περίπου 350 εργαζόμενους της εγκατάστασης. Η εταιρεία εξέφραζε τη “λύπη” της, αλλά και την “ανησυχία” της για το γεγονός ότι “η πολιτεία της Ουάσιγκτον αποφάσισε να αλλάξει τη νομοθεσία που διείπε τη λειτουργία των εγκαταστάσεων”. Το πρόβλημα της Microsoft δεν ήταν γενικά η νομοθεσία ίδρυσης και εγκατάστασης ενός datacenter, αλλά ειδικά η νομοθεσία περί των φόρων που όφειλε η εταιρεία να καταβάλει στην πολιτεία, φόροι που είχαν προβλεφθεί εξαιρετικά μειωμένοι ώστε να ιδρυθεί και να λειτουργήσει το datacenter στο Κουίνσι, αποδίδοντας μόλις το 7,9% επί των πωλήσεων (ο αμερικανικός ΦΠΑ) που θα προέκυπταν από την παροχή υπηρεσιών cloud computing (υπολογιστικού νέφους) και μόνο για τις πρώτες εγκαταστάσεις και την υπηρεσία υπολογιστικού νέφους Azure – χωρίς, δηλαδή να συμπεριλαμβάνονται το Microsoft 365 ή το Dynamics Power Platform 365.

Ο Ρεπουμπλικανός πολιτειακός υπουργός Δικαιοσύνης, Ρομπ Μακέννα, είχε ξεκαθαρίσει τον Δεκέμβριο του 2007 ότι “αυτή η κατάσταση δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί. Οι φόροι για τα datacenters είναι πάρα πολύ χαμηλοί. Δεν μπορούμε καν να ισχυριστούμε ότι οι εταιρείες αυτές παράγουν ένα προϊόν που πωλούν άπαξ στους πελάτες τους προκειμένου να τους αφορά αυτή η νομοθεσία. Δεν μπορούμε να τους καλύπτουμε και να τους προσφέρουμε μια φορολόγηση που ταιριάζει σε βιομηχανίες ή κατασκευαστικές εταιρείες. Είναι μια διαρκής υπηρεσία μίσθωσης και συλλογής δεδομένων. Ο φόρος πρέπει και θα είναι υψηλότερος, καθώς και τα κέρδη είναι πολύ υψηλότερα”. Ο υπουργός εισηγούνταν έναν διπλασιασμό της φορολογίας επί των πωλήσεων/μισθώσεων και επιπλέον ένα ποσοστό αύξησης της τάξης του 9% για κάθε νέα υπηρεσία υπολογιστικού νέφους και για κάθε νέα εγκατάσταση που θα ίδρυε η Microsoft στην πολιτεία – σε κάθε περίπτωση μια όχι και τόσο “κομμουνιστικά” αντίθετη αντιμετώπιση προς κάθε επιχειρηματική κίνηση.

Σχεδόν δύο χρόνια μετά και έπειτα από την υιοθέτηση της σχετικής, πολιτειακής νομοθεσίας (που ανέβασε το ποσοστό αύξησης των φόρων μόνο για τις νέες υπηρεσίες και εγκαταστάσεις σε ένα επιπλέον 7,9% επί των πωλήσεων), η Microsoft κούνησε μαντίλι και αναχώρησε, μεταφέροντας τα αρχεία και τα δεδομένα της στο datacenter που είχε ιδρύσει επί τούτου στο Σαν Αντόνιο του Τέξας, στην πολιτεία που με Ρεπουμπλικανική πολιτειακή κυβέρνηση, αλλά διαφορετικά “μυαλά” περί φόρων, πρόσφερε ένα εξαιρετικά χαμηλό, αν όχι σχεδόν μηδενικό, φορολογικό καθεστώς: μόλις 7,5% επί των πωλήσεων του Azure και ανεξαρτήτως των υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους και των εγκαταστάσεων που η Microsoft θα πρόσθετε στην πορεία.

Για τους ανθρώπους που παρακολουθούσαν την κόντρα ανάμεσα στη Microsoft και την πολιτειακή κυβέρνηση (και μάλιστα, των Ρεπουμπλικάνων) της Ουάσιγκτον, η κίνηση της εταιρείας υπογράμμιζε την “ευκολία” με την οποία η Microsoft μπορούσε να αναχωρήσει για να βρει τα χαμηλότερα δυνατά λειτουργικά κόστη και την αντίστοιχη ευνοϊκή φορολογία μέσα στις ίδιες τις ΗΠΑ. Και δεν ήταν η μόνη. Σύντομα, ακολούθησε και η Yahoo και κάπως έτσι, το Κουίνσι, που διαφημιζόταν ως ο κατεξοχήν “τόπος της πράσινης και της ψηφιακής οικονομίας” (η πόλη ηλεκτροδοτείται αποκλειστικά από υδροηλεκτρικά φράγματα και διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα τεχνολογικά πάρκα στον κόσμο) έχασε την “επιταγή του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων” που υποτίθεται ότι έφερνε την ανάπτυξη και ακολουθούσε τα datacenters της Microsoft και του Azure.

Η “επιταγή”, όμως ταξίδεψε πέντε χρόνια μετά, στην πολιτεία της Άιοβα με ιδιαίτερα ιδιόμορφους όρους και κανόνες που υπαγόρευσε η Microsoft και πια ξεπερνούσαν και καταργούσαν κάθε προηγούμενη φορολογική λογοδοσία της. Στις 20 Απριλίου 2014, η Microsoft ανακοίνωσε την ίδρυση ενός νέου, του δεύτερου datacenter της στην περιοχή του Δυτικού Ντε Μόιν, με πολιτειακή κυβέρνηση Ρεπουμπλικάνων και κυβερνήτη τον Τέρι Έντουαρντ Μπράνσταντ.

Η επένδυση στα χαρτιά διαφημιζόταν ως συνολικού ύψους 1,1 δισεκατομμυρίου δολαρίων σε βάθος δεκαετίας για ένα σύμπλεγμα από τρία datacenters συνολικής επιφάνειας 111.484 τ.μ. στα οποία θα εργάζονταν μόλις 84 υπάλληλοι (κάτι αντίστοιχο ανακοινώθηκε και για την Αττική, αλλά με κάμποσα “νέφη” σχετικά με τον αριθμό των πραγματικών εργαζομένων και άλλες κρίσιμες λεπτομέρειες).

Τα πραγματικά δυσάρεστα ακολουθούσαν τις σχετικές ανακοινώσεις: Η εταιρεία απαλλασσόταν από κάθε πολιτειακή φορολόγηση, το datacenter θα απολάμβανε διάφορων φορολογικών εκπτώσεων και επιδοτήσεων ύψους 20,8 εκατομμυρίων δολαρίων για κάθε χρόνο λειτουργίας, ενώ η ίδια η Microsoft θα απέδιδε στον τοπικό δήμο του Δυτικού Ντε Μόιν μια ειδική, ετήσια “δωρεά” ύψους 8 εκατομμυρίων δολαρίων για τα έτη 2014-2021, η οποία θα αναπροσαρμοζόταν στα 6 εκατομμύρια δολάρια για τα έτη 2022-2030, εφόσον το datacenter παρέμενε σε καθεστώς λειτουργίας στην περιοχή. Με άλλα λόγια, η πολιτεία της Άιοβα πλήρωσε και πληρώνει τη Microsoft 20,8 εκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο για ένα datacenter που επιστρέφει στην πολιτεία, χρήματα ύψους μόλις 8 εκατομμυρίων δολαρίων – και έξι, από τη μεθεπόμενη χρονιά.

Αυτά ήταν και είναι τα μοναδικά χρήματα που πληρώνει η Microsoft στην πολιτεία της Άιοβα για το datacenter της, την ώρα που το 2014 και από τη λειτουργία υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους σε 10 διαφορετικά datacenter locations στις ΗΠΑ, τα έσοδα της εταιρείας ξεπερνούσαν τα δύο δισ. δολάρια. Ας σημειωθεί ότι κάθε χρόνο και μόνο στις ΗΠΑ, η Microsoft προσθέτει πάνω από ένα δισ. δολάρια ως έσοδα αποκλειστικά από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τις δημόσιες υπηρεσίες που περνούν σε καθεστώς cloud computing, αγοράζουν και μισθώνουν υπηρεσίες στο υπολογιστικό νέφος της. Με άλλα λόγια, η φορολόγηση της μειώνεται διαρκώς, την ώρα που τα έσοδα της καλπάζουν αλματωδώς.

Σχεδόν όλες οι επιδοτήσεις που απολαμβάνει η Microsoft στην Άιοβα αφορούν τις τιμές και την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος που είναι ζωτικής σημασίας για την καθημερινή και απρόσκοπτη λειτουργία ενός datacenter. Στο Κουίνσι της Ουάσιγκτον, η Microsoft πλήρωνε μόλις 10 σεντς του δολαρίου για κάθε κιλοβατώρα κατανάλωσης, την ώρα που στη Σίλικον Βάλεϊ, η ίδια τιμή είχε καθοριστεί στα 14 σεντς. Στην Άιοβα, η κατάσταση ξεπέρασε κάθε προηγούμενη ευνοϊκή ρύθμιση στην Ουάσιγκτον και την Καλιφόρνια – η πολιτεία αναλάμβανε να επιδοτήσει, δηλαδή να πληρώσει, τα 5 σεντς ανά κιλοβατώρα κατανάλωσης και η εταιρεία τα υπόλοιπα 5, με άλλα λόγια, η πολιτεία της Άιοβα πληρώνει τη μισή κατανάλωση ρεύματος για το datacenter της Microsoft. Ένα ακόμη ηλεκτροσόκ στις απώλειες και την καταβύθιση των δημόσιων οικονομικών και της αναδιανομής πλούτου από τη Microsoft προς τις αμερικανικές πολιτείες και το κοινωνικό σύνολο που έχει πάρει εντελώς αντίστροφη φορά – από τις πολιτείες, το κράτος και το δημόσιο προς τη Microsoft. Ας τονιστεί το γεγονός ότι αντίστοιχες φοροαπαλλαγές και κρατικές και πολιτειακές επιδοτήσεις απολαμβάνει και η Facebook που διατηρεί το δικό της datacenter στην περιοχή του Δυτικού Ντε Μόιν.

Κούρσα προς τον πάτο

Η παραπάνω κατάσταση έχει ωθήσει άλλες πολιτείες που επιδιώκουν τη μετεγκατάσταση (relocation) των datacenters σε αποψιλωμένες βιομηχανικές περιοχές τους για να τονωθεί πρόσκαιρα η απασχόληση και να διαφημίσουν “έργο” καταπολέμησης της ανεργίας, να προχωρήσουν σε ακόμη πιο δραστικές φοροαπαλλακτικές νομοθεσίες. Στις 25 Μαρτίου 2019, η πολιτειακή Γερουσία στην Ιντιάνα, σε μία στιγμή ομοφωνίας (46-0) ανάμεσα στην πλειοψηφία των Ρεπουμπλικάνων και τη μειοψηφία των Δημοκρατικών, ενέκρινε τον τοπικό, φορολογικό νόμο 1405.

Σε αυτόν, η πολιτεία της Ιντιάνα επεκτείνει την πλήρη απαλλαγή από τον φόρο περιουσίας φυσικών προσώπων και τον εταιρικό φόρο επί των πωλήσεων, όχι μόνο στην εταιρεία που θα κάνει μετεγκατάσταση του datacenter της στην πολιτεία, αλλά και στις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τα υπολογιστικά νέφη της και έχουν εκχωρήσει τα εταιρικά δεδομένα τους σε αυτήν, πραγματοποιώντας και τις σχετικές εργασίες (και πωλήσεις) τους διά μέσου αυτών.

Ταυτόχρονα, η σχετική φοροαπαλλαγή θα επεκτείνεται και σε όσες επιχειρήσεις θα προτιμήσουν ή έχουν ήδη επιλέξει να μη συνεργαστούν με τη Microsoft σε επίπεδο υπολογιστικών νεφών και θα ιδρύσουν τα δικά τους datacenters στην Ιντιάνα. Με άλλα λόγια, τα φυσικά πρόσωπα που κερδίζουν από τις εταιρικές εργασίες είτε στον πραγματικό είτε στον ψηφιακό κόσμο, δεν θα πληρώνουν προσωπικό φόρο περιουσίας/εισοδήματος και εταιρικό φόρο επί των πωλήσεων στην Ιντιάνα, εφόσον ιδρυθεί εκεί εταιρικό datacenter μεταφοράς και επεξεργασίας δεδομένων υπολογιστικού νέφους. Κατόπιν τούτων, ορισμένοι ακόμη αναρωτιούνται πώς βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς στις ΗΠΑ.

Η σχετική κατρακύλα δεν έχει τέλος. Στις 18 Οκτωβρίου 2019, η πολιτεία του Όρεγκον, με πλειοψηφία Δημοκρατικών στα νομοθετικά σώματα και κυβερνήτρια την Κέιτ Μπράουν, ανακοίνωσε την ειδική συμφωνία που υπέγραψε με την Amazon για την ίδρυση ενός νέου, του έβδομου κατά σειρά, datacenter της εταιρείας στην περιοχή του Χέρμιστον. Στη συμφωνία αυτή προβλέπεται η απαλλαγή της Amazon από κάθε φόρο, εταιρικό και προσωπικό, νομικών ή φυσικών προσώπων, για τα επόμενα 15 χρόνια. Παράλληλα και αναδρομικά, η πολιτεία επιστρέφει τους φόρους της τελευταίας πενταετίας που αφορούσαν τις εργασίες και τις υπηρεσίες cloud computing στα έξι προηγούμενα datacenters, προκειμένου να πετύχει μια “επένδυση” περίπου 650 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία θα δημιουργήσει μόλις 90 νέες θέσεις εργασίας για τα επόμενα 15 χρόνια και εφόσον η Amazon δεν προχωρήσει σε relocation σε άλλη πολιτεία.

Με αφορμή αυτή τη συμφωνία, το Όρεγκον κατάργησε πλήρως τον φόρο επί των πωλήσεων για όλα τα νομικά πρόσωπα, επιχειρήσεις και εταιρείες, που δραστηριοποιούνται και έχουν νομική έδρα στο έδαφος του, ανεξάρτητα αν αυτές οι επιχειρήσεις έχουν διαθέσει τα εταιρικά τους δεδομένα στο υπολογιστικό νέφος της Amazon ή έχουν φτιάξει τα δικά τους, πάντα με έδρα την πολιτεία της Δυτικής Ακτής.

Το επιπλέον εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι η νέα ειδική φοροαπαλλακτική νομοθεσία του Όρεγκον αποτέλεσε πιστή αντιγραφή της αντίστοιχης που υπαγόρευσε η Amazon στην κυβέρνηση της Αργεντινής, με πρόεδρο τον νεοφιλελεύθερο επιχειρηματία Μαουρίσιο Μάκρι το 2017, όταν η εταιρεία αποφάσισε να ιδρύσει τα datacenters της στη Λατινική Αμερική, με έδρα τη μητροπολιτική περιοχή του Μπουένος Άιρες και πρόσχημα την ταχύτητα προσαρμογής των ψηφιακών δικτύων της χώρας σε καθεστώς 5G – που πάλι η Amazon “έτρεχε” στο πλαίσιο ευρύτερης συνεργασίας με τη γερμανική Telefonica/O2 και τη σουηδική Ericsson. Ας υπογραμμιστεί όμως το γεγονός ότι μετά την προεδρική αλλαγή του Οκτωβρίου του 2019, όταν ο Μάκρι έχασε από τον Αλμπέρτο Φερνάντες (και την αντιπρόεδρο Κριστίνα Κίρτσνερ), η νέα κυβέρνηση “πάγωσε” τη συνεργασία με την Amazon, ξεκινώντας συνομιλίες με την κινεζική Huawei, τον περασμένο Ιούλιο, προκειμένου αυτή να αναλάβει τα δίκτυα 5G, σε μια απόφαση που συντηρεί τον “πόλεμο” ΗΠΑ-Κίνας και στον Νότιο Κώνο, με έπαθλο την πρωτοκαθεδρία στα δίκτυα τελευταίας γενιάς ανά τον κόσμο. Αλλά αυτή, είναι μια διαφορετική ιστορία για ένα διαφορετικό αφιέρωμα.

Απόβαση” στην Ευρώπη

Με αυτά τα δεδομένα, αξίζει μια προσεκτικότερη και ταξικότερη ανάγνωση στις πρόσφατες αποφάσεις και ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που στο τελευταίο χρονικά συμβούλιο αρχηγών κρατών κατέληξε σε επιδοτήσεις ύψους 10 δισ. ευρώ, προκειμένου 25 κράτη-μέλη της Ε.Ε. να κατασκευάσουν τα δικά τους ή το κοινό δικό τους, υπολογιστικό νέφος. Πού θα πάνε, πού θα κατευθυνθούν, ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο τους, ποιους θα αφορούν και ποιοι θα καρπωθούν αυτές τις επιδοτήσεις;

Ειδικότερα, η συμφωνία μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης της ΝΔ και της Microsoft που ανακοινώθηκε στις 5 Οκτωβρίου, ποιες ειδικές, φοροαπαλλακτικές, ρυθμίσεις προβλέπει; Ποιες άμεσες και έμμεσες επιδοτήσεις θα απολαμβάνει η Microsoft σε ελληνικό έδαφος, προκειμένου τάχα η εταιρεία να προχωρήσει στην επένδυση “της επιταγής του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ” για τα επόμενα δέκα χρόνια; Θα επικρατήσει στην Ελλάδα και ειδικότερα στην Αττική, ειδικό φοροαπαλλακτικό καθεστώς τύπου Ιντιάνα, Άιοβα και Όρεγκον; Η κυβέρνηση οφείλει να δώσει σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις.

Πολύ περισσότερο μάλιστα από τη στιγμή κατά την οποία, οι σχετικές ανακοινώσεις που έγιναν στην Αθήνα, παραλείπουν όσα η ίδια η Microsoft ανακοινώνει στις ΗΠΑ: η εταιρεία ισχυρίζεται ότι, πέρα από τις τρεις περιοχές υπολογιστικού νέφους που θα δημιουργήσει για το ελληνικό κράτος και τις δημόσιες υπηρεσίες του, έχει προχωρήσει σε προγραμματικές συμφωνίες προσαρμογής σε καθεστώς cloud computing με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Τράπεζα Πειραιώς, Eurobank και Alpha Bank), τον όμιλο ΟΤΕ/Deutsche Telecom και τη ΔΕΗ Α.Ε.

Μήπως ορισμένοι στην Ελλάδα αποφάσισαν να προσαρμοστούν σε συνθήκες cloud computing, ώστε συν τοις άλλοις να σταματήσουν να αποδίδουν άμεσους και έμμεσους φόρους στο ελληνικό δημόσιο, κατά τα αμερικανικά, στρεβλωτικά και εκμεταλλευτικά, πρότυπα;

Απαιτούνται σαφείς απαντήσεις, καθαρές κουβέντες και δημόσια λογοδοσία – και φορολογία. Γιατί αλλιώς ορισμένοι πετούν ανενόχλητοι και ασύδοτοι στα σύννεφα είτε της υποτιθέμενης “αριστείας” τους είτε της εκμεταλλευτικής επιχειρηματικότητας τους – και του υπολογιστικού νέφους τους.