Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Ο ολλανδικός εσπερινός του Κυριάκου Μητσοτάκη

Την Παρασκευή 20 Μαρτίου, η ολλανδική κυβέρνηση του δεξιού Λαϊκού Κόμματος για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Μαρκ Ρούτε ζούσαν ένα πολιτικό και κοινοβουλευτικό δράμα. Έναν “σικελικό εσπερινό” προσαρμοσμένο στο ήθος και το ύφος της σκληρής κατά τα άλλα αντιπαράθεσης που είχε ξεσπάσει στη χώρα.

Εκείνη τη μέρα, οι νεκροί από κορονοϊό είχαν διπλασιαστεί, από 48 στον απολογισμό ενός μήνα σε 96 μέσα σε λιγότερες από 12 ώρες και ο λαϊκοδεξιός υπουργός Ιατρικής Περίθαλψης, Μπρούνο Γιοχάνες Μπρούινς είχε λιποθυμήσει σε ζωντανή μετάδοση μέσα στην αίθουσα του κοινοβουλίου, καταρρακωμένος από την πίεση των στιγμών. Η τριήμερη έκτακτη συζήτηση για την πανδημία στην κοινή συνεδρίαση της Βουλής και τη Γερουσίας στη Χάγη είχε εξελιχθεί σε πολιτική θύελλα και κανονικό Βατερλώ για τον Ρούτε οι προβλέψεις του οποίου για μια “κανονικοποίηση” της πανδημικής κρίσης και για “διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας πάση θυσία καθολικά ανοιχτής, προκειμένου να μη χαθεί η ανάπτυξη του 2,6% στο πρώτο δίμηνο της χρονιάς” είχαν πάει κατά διαόλου.

Με το ιδιόμορφο διοικητικό σχήμα που επικρατεί στο ολλανδικό κράτος, όπου σε πάρα πολλά ζητήματα καθημερινότητας, οι ουσιαστικές εξουσίες ανήκουν στις περιφέρειες και τους δήμους, ακόμη και δήμαρχοι της λαϊκής Δεξιάς, όπως ο Τέο Βέλτερινγκς στο Τίλμπουργκ, που είχε πληγεί χρονικά πρώτο από τον κορονοϊό, λόγω των σταθερών εμπορικών σχέσεων με τη βιομηχανία ένδυσης και μόδας στο Μιλάνο, επίκεντρο της πανδημίας τότε, είχαν γυρίσει την πλάτη στη στρατηγική της ανοσίας της αγέλης που υπαγόρευε η Χάγη και είχαν πάρει τα πρώτα, περιοριστικά και απαγορευτικά, μέτρα στην κίνηση, τις μεταφορές, τις συναθροίσεις και την εργασία, “μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε” όπως ήταν η γλαφυρή έκφραση του δημάρχου.

Στο ίδιο μήκος κύματος και μπροστά στη ραγδαία εξάπλωση του ιού στην πυκνοκατοικημένη χώρα των 17,5 εκατομμυρίων κατοίκων, βρίσκονταν και δήμαρχοι που δεν ανήκαν στη λαϊκή Δεξιά, και απαιτούσαν άμεσα και δραστικά μέτρα σε υγειονομική κατεύθυνση, όπως κυρίως η Πράσινη Αριστερή σκηνοθέτις, Φάμκε Χάσελμα στο Άμστερνταμ και ο Σοσιαλδημοκράτης μουσουλμάνος δημοσιογράφος, Αχμέντ Αμπουταλέμπ στο Ρότερνταμ. Ο δεύτερος μάλιστα είχε προειδοποιήσει έγκαιρα τον Ρούτε για τις πιθανές συνέπειες μιας καθυστέρησης στην αντιμετώπιση της πανδημίας, υποδεικνύοντας στην κεντρική κυβέρνηση την άμεση ενεργοποίηση των υγειονομικών πρωτοκόλλων στο μεγαλύτερο λιμάνι της Ευρώπης και στο σύνολο των δραστηριοτήτων του (ναυπηγεία, εμπορευματοκιβώτια, logistics, ελλιμενισμένα πλοία κτλ.). Ο Ρούτε κώφευσε με τραγικές για τη συνέχεια εξελίξεις.

Ας σημειωθεί σε αυτό το σημείο και για την πληρέστερη ενημέρωση των αναγνωστών ότι στην Ολλανδία καμία από τις λεγόμενες στρατηγικές υποδομές του κράτους δεν ανήκει σε χέρια ιδιωτών και το λιμάνι του Ρότερνταμ συνδιοικείται από τη κεντρική κυβέρνηση και τον τοπικό δήμο σε μετοχικά ποσοστά 51-49%, αντίστοιχα.

Κάπως έτσι, η 20η Μαρτίου εξελισσόταν σε Μαύρη Παρασκευή για τον Μαρκ Ρούτε και την κυβέρνηση του που αντιμετώπιζε και τον κίνδυνο απώλειας της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης, καθώς οι Σοσιαλδημοκράτες του Εργατικού Κόμματος απειλούσαν με ψήφο καταδίκης και όχι ανοχής της κυβέρνησης, που ακροβατεί μονίμως σε τεντωμένο σκοινί στο πλαίσιο των διακομματικών συνεργασιών.

Και τότε, ο Ολλανδός πρωθυπουργός αποφάσισε να ανακρούσει πρύμνη και να κάνει στροφή 180 μοιρών. Η ανοσία της αγέλης πήγε στον κάλαθο των αχρήστων και ο “ατακτούλης” στη συνέχεια βασιλιάς Γουλιέλμος-Αλέξανδρος επιστρατεύτηκε για να ενημερώσει τους Ολλανδούς για τη νέα κατάσταση και να κάνει το πρώτο τηλεοπτικό βασιλικό διάγγελμα μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973. Συνάμα, κηρύχθηκε κατάσταση έκτακτης ανάγκης με συγκεκριμένα ορόσημα πρώτα στους πιο βαριά πληττόμενους δήμους, όπως το Τίλμπουργκ και το Άρνεμ, και στη συνέχεια στο σύνολο της χώρας. Αυτή η ξαφνική στροφή έφερε και ορισμένα κωμικοτραγικά αποτελέσματα: οι “ψύχραιμοι” και “πειθαρχημένοι” Ολλανδοί έτρεχαν πανικόβλητοι να αγοράσουν τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης με αποτέλεσμα πολλά σουπερμάρκετ να ξεμείνουν από αγαθά μέσα σε λίγες ώρες. Στο δε Άρνεμ η κατάσταση ξέφυγε εντελώς: έξι άτομα τραυματίστηκαν στον συνωστισμό και την κλωτσοπατινάδα μέσα και έξω από τα πολυκαταστήματα.

Αυτά δεν αρκούσαν. Ο Ρούτε συνειδητοποίησε ότι μετά τις δικές του εσφαλμένες εκτιμήσεις, ο ίδιος δεν θα μπορούσε να είναι το πρώτο πρόσωπο στην αναμέτρηση της χώρας με τον κορονοϊό και έτσι ανέθεσε τη διαχείριση της νέας καθημερινότητας, στην ενισχυμένων αρμοδιοτήτων αντιπροεδρία για την Υγεία, τον Αθλητισμό και την Κοινωνική Ασφάλιση με επικεφαλής τον 44χρονο Ούγκο ντε Γιονγκ. Παράλληλα, ο υπουργός Ιατρικής Περίθαλψης, Μπρούινς είχε δείξει πως δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει ψυχολογικά στην κρίση. Και έτσι η κυβέρνηση αναζήτησε τον διάδοχο του.

Τον βρήκε στο πρόσωπο ενός Σοσιαλδημοκράτη που έχει παίξει ίσως καλύτερα από τον καθένα το παιχνίδι των περιστρεφόμενων θυρών στην ολλανδική πολιτική σκηνή: τον 64χρονο οικονομολόγο, Μάρτιν φαν Ράιν.

Ο φαν Ράιν υπήρξε για πέντε περίπου χρόνια υπουργός Ιατρικής Περίθαλψης στις προηγούμενες κυβερνήσεις του Ρούτε που είχαν συγκροτηθεί σε συνεργασία με το Εργατικό Κόμμα. Άνθρωπος της πολιτικής, αλλά και της αγοράς, ο φαν Ράιν είχε εντυπωσιακή θητεία ως πρόεδρος ενός από τα μεγαλύτερα συνταξιοδοτικά ταμεία της Ευρώπης, του PGGM, το οποίο διαχειρίζεται κεφάλαια και επενδύσεις ύψους 150 δισ. ευρώ και έχει πάνω από 2,6 εκατομμύρια πελάτες-συνταξιούχους στην Ολλανδία. Κατόπιν, πήγε ως διευθύνων σύμβουλος στη μεγαλύτερη αλυσίδα ιδιωτικών νοσοκομείων της χώρας, Reinier Haga Groepe. Αυτός επελέγη να αναδιοργανώσει το αποκεντρωμένο (το τεκμήριο διοίκησης ανήκει στις περιφέρειες) και ασφαλιστικό (η κοινωνική ασφάλιση είναι αποκλειστικά υπόθεση ιδιωτικών εταιρειών) σύστημα υγείας στην Ολλανδία, κόντρα και στο κόμμα του, που τον καταψήφισε στη Βουλή.

Ο φαν Ράιν πήρε τα ηνία και μια “προίκα” περίπου 2 δισ. ευρώ για να αναδιατάξει το σύστημα υγείας και να προχωρήσει την υλοποίηση του προγράμματος αντιμετώπισης της πανδημίας. Ιδρύθηκαν νέα νοσοκομεία και κέντρα υγείας, αποκλειστικά για ασθενείς με Covid-19, με το μεγαλύτερο, δυναμικότητας 4.000 κλινών, να τοποθετείται στο Ναυτικό Εκθεσιακό Κέντρο του Ρότερνταμ που έγινε ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί και η φετινή Eurovision που θα διεξαγόταν στον ίδιο χώρο. Αυξήθηκαν οι κλίνες ΜΕΘ αποκλειστικά για ασθενείς του κορονοϊού – από 984 γενικές κλίνες για επείγοντα περιστατικά στις 20 Μαρτίου, σε 2.066 στις 9 Ιουλίου, όταν ο φαν Ράιν παρέδωσε το υπουργείο στην Ταμάρα φαν Αρκ, και άλλες 800 τις επόμενες εβδομάδες. Εκπονήθηκε πρόγραμμα επανεκπαίδευσης 1.600 αεροσυνοδών και προσωπικού εδάφους, ώστε να απορροφηθεί η ανεργία από την αεροπορική KLM που κατά τα άλλα πήρε μια γενναία κρατική χρηματοδότηση διάσωσης από το Παρίσι και τη Χάγη ύψους 11 δισ. ευρώ σε δύο δόσεις και να ενισχυθούν σε προσωπικό οι δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας και οι κλινικές επειγόντων περιστατικών.

Και μετά από αρκετές παλινωδίες ως προς τη σκοπιμότητα του μέτρου, ο φαν Ράιν δρομολόγησε την υιοθέτηση των προτάσεων ενός καθηγητή Επιδημιολογίας και Λοιμωξιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Γκρόνινγκεν, του Άλεξ Φρίντριχ που από την πρώτη στιγμή υπήρξε εχθρός του “τυφλού” λοκντάουν και οπαδός των πολλών, μαζικών και κυλιόμενων τεστ στον γενικό πληθυσμό με σεβασμό στις κοινωνικές αποστάσεις και τους κανόνες υγιεινής. Ας σημειωθεί ότι το Γκρόνινγκεν που ακολουθεί αυτή τη στρατηγική από τις 28 Φεβρουαρίου, έχει πληθυσμό 581.000 κατοίκους και έχει καταγράψει 6.724 ασθενείς και φορείς και 41 νεκρούς, την ώρα που το σύνολο της Ολλανδίας των 17,5 εκατομμυρίων κατοίκων έχει καταγράψει 419.412 ασθενείς και φορείς και 8.141 νεκρούς από τις 26 Φεβρουαρίου έως σήμερα. Οι προτάσεις του Φρίντριχ αποτέλεσαν πυξίδα αποφάσεων στην Ολλανδία για τα τεστ και τις αποστάσεις, αλλά με σημαντική, χρονική καθυστέρηση που στοίχισε στη διασπορά και στα θύματα.

Την ίδια στιγμή, βέβαια, η αντιπροεδρία και το Εθνικό Παρατηρητήριο για τη Δημόσια Υγεία και το Περιβάλλον επισήμαιναν σε ημερήσια ενημέρωση τους ήδη από τις 23 Απριλίου ότι οι καταγεγραμμένοι και “ανακοινώσιμοι” αριθμοί των νεκρών είναι “πολύ λιγότεροι” από τους πραγματικούς, που “δεν μπορεί να καταγραφούν” (!), ενώ και η πανδημία στην Ολλανδία είχε ξεκινήσει “βάσιμα” πολύ πριν διαπιστωθεί το πρώτο “σοβαρό” κρούσμα στη χώρα, στις 26 του Φλεβάρη. Η Ολλανδία έως και σήμερα συνεχίζει να καταγράφει επισήμως ως νεκρούς από Covid-19 μόνο όσους έχουν καταλήξει σε νοσηλευτικό ίδρυμα και εφόσον έχει προηγηθεί θετικό τεστ για τον κορονοϊό.

Το ζήτημα του ποιος θα αναμετρηθεί από θέση ευθύνης και κυβερνητικής και διοικητικής ισχύος με τον κορονοϊό στην Ελλάδα, είναι υπαρκτό και φλέγον.

Το παραπάνω ιστορικό της κρίσης του κορονοϊού στην Ολλανδία ξεδιπλώνεται, επειδή οι ομοιότητες με την κυβερνητική διαχείριση της πανδημίας στην Ελλάδα σήμερα είναι πολλές ανεξάρτητα από τον πληθυσμό, την πυκνοκατοίκηση και τη διάρθρωση του καπιταλισμού στις δύο χώρες. Σπάνε το ένα μετά το άλλο τα αρνητικά ρεκόρ, αυξάνονται εκθετικά και συνεχώς οι νεκροί, η Ελλάδα βρίσκεται σε νέο, το δεύτερο, καθολικό λοκντάουν χωρίς ορατό ορίζοντα άρσης του και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης μέσω του προέδρου του, Αλέξη Τσίπρα κατέθεσε την πρόταση για έναν υπουργό Υγείας κοινής αποδοχής και σίγουρα ειδικού σκοπού: να αντιμετωπίσει την υγειονομική κρίση για ένα συγκεκριμένο (;) χρονικό διάστημα. Και ήδη αυτή η πρόταση έχει προκαλέσει πολιτικές αναταράξεις και έχει πυροδοτήσει σενάρια ακόμη και γενικής αποσταθεροποίησης και εντέλει εκπαραθύρωσης του κ. Μητσοτάκη από την πρωθυπουργία.

Στο πλαίσιο των τελευταίων δύο στοιχείων, η Ελλάδα δεν είναι “Ολλανδία”, ακόμη και αν ορισμένοι μέσα στο Μέγαρο Μαξίμου έχουν σίγουρα καταστρέψει τα παλιότερα, παραπειστικά, συγκριτικά τους διαγράμματα που προσπαθούσαν να εξωραΐσουν την πραγματικότητα της πανδημίας και την επικοινωνιακή τους στρατηγική.

Το ζήτημα, όμως του ποιος θα αναμετρηθεί από θέση ευθύνης και κυβερνητικής και διοικητικής ισχύος με τον κορονοϊό στην Ελλάδα, είναι υπαρκτό και φλέγον. Και η αποτυχία της κυβέρνησης της ΝΔ στο μέτωπο της πανδημίας, αδιαμφισβήτητη, ειδικά και μετά τις τελευταίες ανακοινώσεις του ΕΟΔΥ για τους 43 νεκρούς, τα 2.752 κρούσματα και τους 297 διασωληνωμένους. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι θα βρεθεί στην Αθήνα ένας “φαν Ράιν” για να βγάλει προσωρινά ή πιο μόνιμα τα κάστανα από τη φωτιά, το θέμα είναι με ποιο πλαίσιο, με ποια “προίκα” και με ποια πυξίδα θα κινηθεί αυτός ο νέος υπουργός Υγείας – ή μάλλον, υπερυπουργός πανδημίας.

Η ολλανδική κυβέρνηση έλυσε τα χέρια του 64χρονου οικονομολόγου και μάνατζερ σε μεγάλο βαθμό, αλλά ταυτόχρονα αναγκάστηκε να προβεί σε όλες εκείνες τις εσωτερικές παραδοχές και έμπρακτες συγγνώμες για το τι πήγε στραβά το πρώτο διάστημα “χαλαρής” αντιμετώπισης του κακού και ενώ η εξέλιξη της πανδημίας δεν έχει πάψει να έχει και τοπικές και γενικές αυξομειώσεις σπασμένου ταχογράφου ειδικά από τον Σεπτέμβριο και μετά. Από τις 22 Σεπτεμβρίου και τα 2.245 νέα κρούσματα φτάσαμε στο απόλυτο ημερήσιο ρεκόρ των 11.119 στις 30 Οκτωβρίου και στα 4.980 στις 9 Νοεμβρίου, με αντίστοιχες αυξομειώσεις στις νοσηλείες και τους νεκρούς (10 νεκροί στις 22 Σεπτεμβρίου, 87 στις 30 Οκτωβρίου και 39, στις 9 Νοεμβρίου με το μαύρο ρεκόρ να ανήκει στην 7η Απριλίου με τους 234 νεκρούς).

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι τυχαίο ότι η τακτική του λοκντάουν από μόνη της, δεν περπάτησε παρά μόνο όταν η κυβέρνηση υιοθέτησε και τις προτάσεις των δημάρχων για περισσότερα μέτρα υγειονομικής προστασίας (ίδρυση κλινικών, επάνδρωση κινητών μονάδων, προαιρετική χρήση μάσκας στον γενικό πληθυσμό και υποχρεωτική για συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων που αργότερα κατέστη υποχρεωτική από περιοχή σε περιοχή κτλ.) και τη μαζικοποίηση των τεστ στον γενικό πληθυσμό, όπως πρότεινε πρώτος και έγκαιρα ο καθηγητής Φρίντριχ από τον Βορρά της χώρας.

Επομένως το όλο θέμα στην Ελλάδα δεν είναι να βρεθεί ένας αποδιοπομπαίος τράγος και ένας “αυτοφωράκιας” στο υπουργείο Υγείας για να φορτωθεί τον βράχο του Σίσυφου στην υγειονομική κρίση, τώρα που αυτή δεν τιθασεύεται και δεν φτιασιδώνεται με αποσπασματικές στατιστικές, χρυσοπληρωμένες λίστες Πέτσα, σκόπιμα λίγα τεστ και επικοινωνιακά τεχνάσματα επικλήσεων στον θαυματουργό “Μωυσή”. Και σε αυτό το πλαίσιο, και η ελληνική κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση οφείλουν να ξεκαθαρίσουν τη στάση και τις θέσεις τους: θα κινηθεί ο όποιος νέος υπερυπουργός πανδημίας με σοβαρότητα, γενναία “προίκα” και έκτακτες εξουσίες για να σπάσει ακόμη και αυγά στο ζοφερό, ελληνικό υγειονομικό τοπίο ή θα γίνει όμηρος των μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων και των ασύγγνωστων εγκληματικών λαθών της κυβέρνησης και της κρατικής γραφειοκρατίας;

Οι σωστές απαντήσεις δεν είναι πολλές σε αυτά τα καυτά ερωτήματα και ο χρόνος δεν περισσεύει για πειραματισμούς στου κασίδη το κεφάλι. Θα άξιζε, πάντως, να παραδειγματιστεί η Ελλάδα από την Ολλανδία στο σκέλος τουλάχιστον της αύξησης των δαπανών, των εγκαταστάσεων, του προσωπικού και των τεστ και ανεξάρτητα από το πρόσωπο του υπερυπουργού πανδημίας ή τις μεταβαλλόμενες καθημερινές καταγραφές και εξελίξεις. Με αυτό το πρίσμα, δεν λείπουν στην Ελλάδα οι υπουργοί και οι διάφοροι υποψήφιοι “φαν Ράιν”, αλλά οι σοβαροί, υπεύθυνοι και ψύχραιμοι “καθηγητές Άλεξ Φρίντριχ” που έβαλαν και πλάτη, ώστε τα μοριακά τεστ πρώτα να γίνονται στο συμβολικό κόστος των 11 και 7 ευρώ και έπειτα δωρεάν, καλυπτόμενα από τους δήμους, τις επιχειρήσεις και τις ασφαλιστικές εταιρείες, για κάθε ενδιαφερόμενο στο Γκρόνιγκεν και άλλες περιοχές της χώρας.