Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Τι προκάλεσε το σκηνικό βίας στο Βερολίνο

Θύελλα αντιδράσεων προκαλεί στη Γερμανία η υπερψήφιση από την Μπούντεσταγκ του νέου νόμου σχετικά με την προστασία από τις λοιμώξεις, καθώς δίνεται η εξουσία στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση να λαμβάνει μέτρα τα οποία δεν θα είναι απαραίτητο να συζητηθούν και να εγκριθούν από το νομοθετικό σώμα. Τόσο σε επίπεδο κομμάτων, όσο και σε επίπεδο κοινωνίας ασκείται έντονη κριτική, καθώς θεωρείται πως αυτή η εκχώρηση υπερεξουσιών στην κυβέρνηση με την παράκαμψη του κοινοβουλευτικού ελέγχου αποτελεί πλήγμα για τη δημοκρατική διαδικασία.

Πριν την ψηφοφορία επισκέπτες του κοινοβουλίου απευθύνονταν με έντονο τρόπο σε βουλευτές, ακόμα και στον υπουργό Οικονομίας, Πέτερ Άλτμάιερ, ρωτώντας τους αν θα υπερψηφίσουν τον νέο νόμο. Βουλευτίνα των Σοσιαλδημοκρατών έκανε λόγο για προσπάθεια εκφοβισμού των βουλευτών μέσα στο ίδιο το κοινοβούλιο. Παραδοσιακά, κάθε βουλευτής μπορεί να φέρει μαζί του έως έξι επισκέπτες, η δυνατότητα αυτή όμως είχε ανασταλεί για χθες. Παρ’ όλα αυτά εκφράζονται υποψίες ότι με κάποιο τρόπο κάποιοι βουλευτές έκαναν χρήση αυτής της δυνατότητας και οι υποψίες πέφτουν σε βουλευτές της ακροδεξιάς “Εναλλακτικής για τη Γερμανία” (AfD).

Η ψήφιση του επίμαχου νόμου έγινε το πρωί της Τετάρτης στο Βερολίνο, την ώρα που απ’ έξω από το κτίριο του Ράιχσταγκ είχαν συγκεντρωθεί περίπου δέκα χιλιάδες πολιτών για να διαμαρτυρηθούν. Για πρώτη φορά μετά από 17 χρόνια η αστυνομία επιτέθηκε με κανόνια νερού σε ειρηνικό πλήθος , “χωρίς όμως μεγάλη ένταση”, όπως δήλωσε η αρχηγός της βερολινέζικης αστυνομίας, και αρχικά το διέλυσε σε κάποιο βαθμό στον χώρο της Πύλης του Βρανδεμβούργου, λίγες εκατοντάδες μέτρα πέρα από το κοινοβούλιο, επικαλούμενη την μη τήρηση των κανόνων ατομικής προστασίας σε σχέση με τον κορονοϊό. Έγινε χρήση σκύλων, ενώ χρησιμοποιήθηκε και σπρέι πιπεριού, καθώς η επέμβαση με το νερό όξυνε την κατάσταση και υπήρξαν μικροσυμπλοκές. Συνολικά προσήχθησαν 190 άτομα.

Ταυτόχρονα, δημοσιογράφοι καταγγέλλουν επιθέσεις από διαδηλωτές αλλά και τη στάση της αστυνομίας, η οποία δεν έκανε κάτι για να τους προστατεύσει. Σε χαρακτηριστική του ανάρτηση στο Τwitter ο δημοσιογράφος της καθημερινής εφημερίδας του Bερολίνου Tagesspiegel Ζεμπάστιαν Λέμπερ καταγγέλλει πως, όταν ζήτησε προστασία από την αστυνομία, του υποδείχθηκε να φέρει εμφανώς τη δημοσιογραφική του ταυτότητα. Στην παρατήρησή του πως αυτό θα τον έκανε στόχο διαδηλωτών, ο αστυνομικός του απάντησε πως αυτό είναι προσωπικό του πρόβλημα. Μέχρι το απόγευμα παρέμεναν πάντως συγκεντρωμένοι περίπου 3000 διαδηλωτές. Οι διαδηλωτές είναι για μια ακόμη φορά ένα ετερόκλητο πλήθος, αρνητές της μάσκας, συνωμοσιολόγοι, ακροδεξιοί, vegans, εσωτεριστές, αλλά και άνθρωποι που ανησυχούν για την περιστολή ατομικών δικαιωμάτων ή που πλήττονται οικονομικά από τα μέτρα περιορισμού.

Ο νέος νόμος για την προστασία από λοιμώξεις

O νόμος υπερψηφίστηκε από τα τρία κυβερνώντα κόμματα και τους Πράσινους, ενώ καταψηφίστηκε από τους Φιλελεύθερους, το Αριστερό κόμμα και τους ακροδεξιούς της “Εναλλακτικής για τη Γερμανία”. Η αναγκαιότητα που προέκυψε για τον νέο νόμο ήταν ότι ο ήδη υφιστάμενος άφηνε μεν μια δυνατότητα χειρισμού στην κυβέρνηση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, σε σχέση με την περιστολή ατομικών δικαιωμάτων, αλλά επειδή πλέον έχει περάσει πολύς καιρός που εφαρμόζονται αυτοί οι περιορισμοί δεν μπορούσαν να στηριχτούν στη διατύπωση του παλαιού νόμου, καθώς το χρονικό διάστημα είναι ήδη πολύ μεγάλο για να αντιμετωπιστεί νομικά ως μια ξαφνική έκτακτη κατάσταση. Έπρεπε να ρυθμιστούν ζητήματα σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα ή με τη δυνατότητα να διατάσσεται η αναστολή λειτουργίας επιχειρήσεων ή οι μετακινήσεις. Ο νέος νόμος δίνει τώρα το έδαφος, ώστε όλα αυτά να επιβάλλονται σύννομα από την εκτελεστική εξουσία, χωρίς να προηγείται συζήτηση στο κοινοβούλιο.

Εδώ έγκειται και η κριτική από την πλευρά της αντιπολίτευσης, πλην των Πρασίνων που υπερψήφισαν: καταγγέλλουν για παράδειγμα οι Φιλελεύθεροι, δια στόματος του επικεφαλής τους, Κρίστιαν Λίντνερ ότι με αυτόν τον νόμο δίνεται λευκή επιταγή στην κυβέρνηση να πράττει κατά το δοκούν σε θέματα ατομικών ελευθεριών, ενώ και το Αριστερό κόμμα δια στόματος του ιστορικού του ηγέτη Γκρέγκορ Γκίζι καταγγέλλει ότι ουσιαστικά χάνεται ο κοινοβουλευτικός έλεγχος σε τόσο θεμελιώδη ζητήματα όπως η περιστολή ατομικών δικαιωμάτων επί μια μακρά περίοδο. Η άκρα Δεξιά προχώρησε στον παραλληλισμό με την πράξη εξουσιοδότησης που είχε ψηφίσει το κοινοβούλιο το 1933 και είχε δώσει υπερεξουσίες στον Χίτλερ. Στην κοινοβουλευτική διαδικασία πάντως η άκρα Δεξιά βρισκόταν πολιτικά απομονωμένη κατά την πάγια τακτική των υπολοίπων κομμάτων.

Χαρακτηριστικός της όλης κατάστασης είναι ο αμφίσημος τίτλος της σχετικής είδησης στην ιστοσελίδα του πρώτου καναλιού της κρατικής τηλεόρασης: “Δημοκρατία με ταχεία διαδικασία” που όμως μπορεί να μεταφραστεί και ως “Δημοκρατία στο αυτόφωρο”.