ΑΘΗΝΑ
15:55
|
04.12.2021
Θα έπρεπε ή όχι να κληθεί επισήμως και η Αλβανία στους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης;
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Την αφορμή την έδωσε η απορία μερικών φίλων: θα έπρεπε ή όχι να κληθεί επισήμως και η Αλβανία στους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης;

Βέβαια, από τη στιγμή που δεν προσκλήθηκε η Αϊτή, η πρώτη χώρα που αναγνώρισε και στήριξε την Επανάσταση στέλνοντας 100 μαχητές, συν 45 τόνους καφέ για να πωληθούν, ώστε να αγοραστούν πολεμοφόδια, θα ήταν παράλογο να προσκληθεί ένα κράτος που δεν είχε καν δημιουργηθεί το 1821, όπως η Αλβανία. Ποιος ο λόγος επομένως να τίθεται το ερώτημα; Μα προφανώς επειδή πολλοί ήταν εκείνοι οι Αλβανοί το γένος, δηλαδή εθνοτικά Αλβανοί, που διαδραμάτισαν κομβικότατο ρόλο στην πορεία της Επανάστασης.

Φτάνουμε ήδη στο πρώτο σημείο που χρήζει διευκρίνισης, ποιοι είναι οι “Αλβανοί το γένος – εθνοτικά Αλβανοί”; Κατά την άποψη του γράφοντος αυτοί η ομάδα περιλαμβάνει τους πληθυσμούς της Βαλκανικής που μιλάνε την αλβανική γλώσσα, σε οποιαδήποτε διάλεκτό της, από τα τόσκικα αρβανίτικα μέχρι τα γκέγκικα του Κοσσόβου, και σύναμα ακολουθούν τον “Κανούν”. Το γιατί αυτά τα δύο, απαντιέται με τον εξής τρόπο: κατά πρώτον, η αλβανική γλώσσα είναι από τις τελευταίες, αν όχι η τελευταία, της ινδοευρωπαικής οικογένειας που γράφεται. Τα πρώτα κείμενα στα αλβανικά εμφανίζονται τον 16ο αιώνα. Συνεπώς η αλβανική γλώσσα είναι μέχρι και τρεις αιώνες πριν την επανάσταση μια προφορική γλώσσα. Δεν είναι ούτε η γλώσσα των Ευαγγελίων, ούτε αναγνωρίζεται από την Οθωμανική αυτοκρατορία, ούτε σχολεία για αυτήν υπάρχουν. Επομένως δεν υπάρχει κανένας λόγος να τη μάθει κανείς, εκτός αν είναι Αλβανός. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο ήταν το να ακολουθείς τον “Κανούν”, ήτοι ένα σύνολο ρητών και ξεκάθαρων αλλά άγραφων νόμων που διέπουν ολόκληρο το φάσμα της ζώης. Προέρχεται από την λέξη “κανόνας” και πρωτοσυναντάται τον 15ο αιώνα. Βασικές έννοιες οπώς η μπέσα, η βεντέτα, η αδερφοποιήση (βλάμης) κ.ο.κ, που ακολουθήθηκαν και από τους οπλαρχηγούς του ’21 προέρχονται απευθείας από αυτόν τον άγραφο νόμο.

Έχοντας ξεκαθαρίσει αυτό, γυρνάμε στο αρχικό ερώτημα το οποίο στην ουσία δεν είναι το γιατί δεν προσκλήθηκαν εκπρόσωποι του αλβανικού κράτους στον εορτασμό, αλλά ως πότε θα διδασκόμαστε μια εθνική αφήγηση που διακρίνει μόνο καλούς Έλληνες και κακούς Τούρκους και ως πότε ο ρόλος του αλβανικού στοιχείου θα παραμένει στη σκιά. Οι λόγοι που κάνουν επιτακτική την ανάγκη μιας τέτοιας αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας και ανοίγματός της στο ευρύ κοινό είναι πολλοί. Ο προφανής έχει να κάνει με τη δημιουργία μιας πιο ολοκληρωμένης και πολύπλευρης εικόνας για την Επανάσταση καθαυτή. Έχει σημασία για την συνειδητοποίηση του χαρακτήρα της να γνωρίζουμε πως ο Αρβανίτης (και μπεκτασής;) Οδυσσέας-Ανδρούτσος-Βερούσης πολεμάει στο Χάνι της Γραβιάς τον Αλβανό μπεκτασή Ομέρ Βρυώνη από το Μπεράτι (ο Όμηρος πολεμάει τον Οδυσσέα, θα λέγαμε παρετυμολογώντας!), ενώ και οι δυο υπήρξαν στρατηγοί του Αλβανού μπεκτασή Αλί Πασά από το Τεπελένι. Ο Χριστιανός Αρβανίτης Γκούρας πολεμά στο Ανάλατο τον εξισλαμισμένο γενίτσαρο, γιο χριστιανού παπά, Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά Κιουταχή και ο Αρβανίτης Κολοκοτρώνης (Μπιθεγκούρας) πολεμάει στο Μοριά τον Ιμπραήμ πασά, γιο του Αλβανού βαλή της Αίγυπτου Μοχάμεντ Αλί Πασά, με καταγωγή από την Καβάλα. Για τη σύγκρουση δε των Σουλιωτών με τον Αλί Πασά, όπως είχε πει και ο Νίκος Εγγονόπουλος, “δεν θα την σχολιάσω, ως καθαρώς ενδο-αλβανικήν υπόθεσιν”. Όπως και το ότι ο ελληνικός στόλος μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο μιλούσε σχεδόν αποκλειστικά αρβανίτικα. (“Μπράς!” δηλ. “Πύρ!” ήταν το παράγγελμα που έδωσε ο Παύλος Κουντουριώτης στα πληρώματα κατά τη Ναυμαχία της Έλλης).

Όμως αυτός δεν είναι ο μοναδικός λόγος ανάδειξης της ιστορικής πραγματικότητας. Ο άλλος εξίσου σημαντικός αφορά στην καταπολέμηση των εθνικιστικών παροξυσμών από όλες τις πλευρές. Πλέον δεν ζούμε στο 1950, όπου η πρόσβαση σε πηγές είναι αποκλειστικό προνόμιο ιστορικών και κάθε έθνος δομεί ένα μύθο, αναγνωρίζοντας εαυτόν ως μόνο περιούσιο και όλους τους γείτονες ως ρυπαρούς, που μετά τον αναπαράγει στις επόμενες γενιές. Ζούμε το 2021, έχουν περάσει 200 χρόνια από την επανάσταση και πρέπει η επίσημη αφήγηση να αναγνωρίζει έστω τα γεγονότα και όσους πρωταγωνίστησαν δίνοντας μια κατά το δυνατό ολοκληρωμένη εικόνα. Όσο αυτό δεν γίνεται, όσο ο τρόπος και τα αίτια δεν εξηγούνται ή ακόμα χειρότερα τα γεγονότα αποκρύβονται και κόβονται και ράβονται στα μέτρα της κάθε εθνικής αφήγησης, τόσο δίνουμε βήμα σε κάθε εθνικιστικό εσμό που με ίδιον όφελος θα προσπαθήσει να καλύψει/εξηγήσει τα κενά της επίσημης εικόνας για την ιστορία που προβάλει το κάθε κράτος. Αυτό δε, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου σήμερα ζουν εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες πρώτης και δεύτερης γενιάς από την Αλβανία δημιουργεί ακόμα περισσότερα προβλήματα.

Ο αλβανικός εθνικισμός με φωνές όπως του δημοσιογράφου Μαρίν Μέμα προσπαθεί να καλύψει αυτό το κενό, λέγοντας λίγο πολύ ότι “η αλβανική φουστανέλα απελευθέρωσε την Ελλάδα, οι Αρβανίτες πρέπει να ξαναθυμηθούν τις ρίζες τους, η Αλβανία έφτανε μέχρι την Πρέβεζα, την Αττικοβοιωτία, τον Μοριά, τα νησιά του Αργοσαρωνικού κ.ο.κ.”. Βλέπουμε δηλαδή πως η επιλεκτική θέαση των γεγονότων από μια οπτική γωνία που η άλλη πλευρά (το ελληνικό κράτος) κρατά στο σκοτάδι, γεννά ένα πρόσφορο έδαφος για ανάπτυξη εθνικισμού και από τις δύο πλευρές. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον όλος αυτός ο κόσμος από την Αλβανία που ζει εδώ καλείται “να διαλέξει εθνικισμό”.

Και αν το παραπάνω πιθανώς βολεύει την αστική τάξη και το κράτος και από τις δύο πλευρές σίγουρα είναι προβληματικό για την αριστερά και το κίνημα χειραφέτησης που οποία πρέπει όχι μόνο να κρατάει ψηλά το ζήτημα της συνολικής και πολύπειρής ιστορικής αλήθειας που μέχρι ενός σημείου το κάνει, αλλά και να πιέζει για να σπάνε οι μύθοι και να φτάνει η ιστορική πραγματικότητα στα λαϊκά στρώματα.

Ας αναλογιστούμε πόσο διαφορετική θα ήταν η ιστορία σήμερα αν ο Ομέρ Βρυώνης είχε εισακούσει τις εκκλήσεις του Ανδρούτσου να ταχθεί με την πλευρά των επαναστατημένων μαζί με την υπόλοιπη Αλβανία. Ας αναγνωρίσουμε επίσης τα αίτια που κατέστησαν κάτι τέτοιο αδύνατο ιστορικά. Ας αναλογιστούμε πώς η Υψηλή Πύλη πήρε το μάθημά της από την επανάσταση του 1821 και έτσι το 1834 ο Κιουταχής αφού μάζεψε τους επικεφαλής από όλους τις αλβανικές φάρες στο Μοναστήρι υποσχόμενος διάλογο και προνόμια, τους κατέσφαξε. Ας αναγνωρίσουμε όμως και την αδυναμία επανάστασης στην Αλβανία τότε λόγω των στενών σχέσεων των μπέηδων με τον σουλτάνο που ήταν και κεφαλή του Χαλιφάτου.

Πάντοτε η αλήθεια είναι επαναστατική.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Μέρκελ: Νέα έκκληση στους Γερμανούς να εμβολιαστούν

Προειδοποίηση για κατοίκους περιοχών του Δήμου Ωραιοκάστρου

ΕΕ: Παρατείνεται το πρόγραμμα παρακολούθησης της παραπληροφόρησης για τον κορονοϊό

Χαρδαλιάς: Εργαζόμαστε για ένα σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα