ΑΘΗΝΑ
21:29
|
09.05.2021
Η καταστροφή των Ψαρών και ο ρόλος της Γαλλίας, η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου, η καταστροφή στον Ανάλατο και η παράδοση του κάστρου της Αθήνας.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η καταστροφή των Ψαρών και ο ρόλος της Γαλλίας

Στις 18 Ιουνίου 1824, ένα γαλλικό πολεμικό πλοίο, η γολέτα “Αμάραντος” προσεγγίζει τα Ψαρά. Η Βουλή του νησιού, το ανώτατο πολιτικό όργανο της ψαριανής, επαναστατημένης κοινωνίας στέλνει τον Αναγνώστη Μοναρχίδη για να διαπιστώσει τις προθέσεις των Γάλλων. Τα Ψαρά βρίσκονται επί ποδός πολέμου: εδώ και μερικές εβδομάδες ολόκληρο το νησί των 30.000 ψυχών γνωρίζει πως μια μεγάλη τουρκική αρμάδα κατευθύνεται προς τα Ψαρά με σκοπό να τα ξεπατώσει και να πνίξει την Επανάσταση σε αυτήν την βραχώδη “κουκίδα του Αιγαίου”. Εκείνο που θα διαπιστώσουν οι Ψαριανοί, πολιτικοί και στρατιωτικοί, ναύτες και πρόσφυγες, πολεμιστές και λαός, είναι πως οι Γάλλοι έχουν ταχθεί με την πλευρά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας “σπάζοντας” την ούτως ή άλλως προβληματική “ουδετερότητα” που έχει καθιερώσει η Ιερά Συμμαχία στο συνέδριο του Λάιμπαχ.

Ο Μοναρχίδης πατάει το πόδι του στο κατάστρωμα του “Αμάραντου” και τον υποδέχεται ο πλοίαρχος, Φρανσουά Μπεζάρ που προσφέρει τις “καλές του υπηρεσίες” για την “ευημερία των Ψαριανών”. Όπως εξιστορεί ο ψαριανός μπουρλοτιέρης, Κωνσταντής Νικόδημος στο περίφημο “Υπόμνημα περί της νήσου Ψαρών”, “ο Μπεζάρ εμφανίστηκε ως τάχα πονόψυχος άνθρωπος και υποστήριξε ότι δεν ήθελε να χυθεί άδικα αθώο αίμα μπροστά στον μάταιο αγώνα να σταματήσουν τον καπουδάν πασά (ναύαρχο) Χοσρέφ Τοπάλη και την αρμάδα του σουλτάνου. Για αυτό, ο Μπεζάρ πρότεινε στον Μοναρχίδη να μπούνε στα καράβια τους οι Ψαριανοί και να εγκαταλείψουν το νησί, έρημο”. Ο Μοναρχίδης απάντησε πως οι Ψαριανοί έχουν πάρει όρκο να υπερασπιστούν το νησί τους και θα μείνουν πιστοί στον όρκο τους.

Όση ώρα ο Μπεζάρ συνομιλεί με τον Μοναρχίδη, “ο δεύτερος παρατήρησε ότι κοντά στον Γάλλο πλοίαρχο ήταν και δυο ακόμη άνθρωποι που φορούσαν ευρωπαϊκά ρούχα, αλλά είχαν στο κεφάλι τους φέσι και έδειχναν να κατανοούν τη γαλλική. Πίσω από αυτούς, ο Μοναρχίδης είδε αξιωματικούς του πλοίου να του κάνουν νόημα με τα μάτια για να καταλάβει πως οι δύο αυτοί παριστάμενοι ήταν Οθωμανοί και ο Μοναρχίδης το κατάλαβε”.

Εκείνο που δεν κατόρθωσε να καταλάβει εκείνη τη στιγμή ο Μοναρχίδης ήταν πως η γαλλική γολέτα είχε σταλεί σε κοινή συμφωνία των Λεβαντίνων εμπόρων της Σμύρνης και της Υψηλής Πύλης, προκειμένου να βυθομετρήσει τη θάλασσα γύρω από τους όρμους του νησιού έτσι ώστε να υποδείξει το πλέον κατάλληλο σημείο για την απόβαση των περίπου 16.000 Τούρκων, Ευρωπαίων μισθοφόρων και Αλβανών που αργότερα θα ρήμαζαν τα Ψαρά. Στα δικά του απομνημονεύματα, ο Νικόλαος Σπηλιάδης είναι κάθετος: “Οδηγημένοι οι Τούρκοι από τη γαλλική φρεγάτα (το σωστό: γολέτα) έκαμαν τη μανούβρα στον Ερινό”.

Τρεις μέρες μετά, και ενώ η πολιορκία του νησιού έχει κορυφωθεί με επίκεντρο τον Κάναλο, ο Μπεζάρ επανέρχεται. Στέλνει αγγελιαφόρο για να ενημερώσει όλα τα μέλη της Βουλής των Ψαρών πως “ο πλοίαρχος στην περίσταση αυτή δίνει την υπεράσπιση τη δική του και της Γαλλίας για να μπουν οι βουλευτές στη σκαμπαβία (βάρκα) και να πάνε στο γαλλικό πλοίο”. Οι κεφαλές του νησιού αρνούνται “την υποκριτική φιλανθρωπία και του λένε: Ευχαριστούμε τον κομαντάντε σας για τη διάθεση που δείχνει, μας πέστε του πως το τέλος της μάχης, όποιο κι αν είναι αυτό, θα μας βρει εδώ που βρισκόμαστε και τώρα” (Νικόδημος, Υπόμνημα).

Την ίδια μέρα, καταφτάνει από τη Σμύρνη η γαλλική πολεμική κορβέτα, “Ίσις”. Όπως αναφέρει στις δικές του “Αναμνήσεις από την Ελλάδα” ο Γάλλος φιλέλληνας, Κλοντ Ντενίς Ραφενέλ που ήταν τότε υπάλληλος στο προξενείο της Γαλλίας στην πόλη και αργότερα σκοτώθηκε πολεμώντας με τους επαναστατημένους Έλληνες εναντίον του Κιουταχή στην Ακρόπολη, “οι έμποροι στη Σμύρνη βιάζονταν να σταματήσει η αναρχία των Ψαρών για να αποκατασταθούν το εμπόριο και η ομαλότητα”. Τα πληρώματα των δύο καραβιών παρακολουθούν “μια επίθεση τόσο φοβερή και μια άμυνα τόσο αντρειωμένη” (Ραφενέλ) στον ανηλεή κανονιοβολισμό του Κάναλου από την αρμάδα. Αλλά, οι Γάλλοι θα παραμείνουν “ουδέτεροι” την ώρα της μεγάλης σφαγής να παρατηρούν την τελική μάχη και την απεγνωσμένη άμυνα των Ψαριανών στο Παλιόκαστρο και τη Μαύρη Ράχη από την ασφάλεια των καταστρωμάτων στα πλοία τους.

Μερικές μέρες μετά, και ενώ τα Ψαρά έχουν ισοπεδωθεί από τους Τούρκους, συγκεκριμένα στις 6 Ιουλίου, ο Γάλλος πρόξενος στη Σμύρνη, Πιέρ-Ετιέν Νταβίντ γράφει αναφορά για όσα διαδραματίστηκαν στο νησί στις 22 Ιουνίου με τις μαρτυρίες των Γάλλων αξιωματικών και ναυτών του “Ίσις”. Η αναφορά στέλνεται στο υπουργείο Εξωτερικών και τον υπουργό, Σατωβριάνδο. “Βλέπανε πλήθος γυναίκες και παιδιά που μαζεμένα ήταν στον γκρεμό και σήκωναν τα χέρια ψηλά στον ουρανό. Οι Ψαριανοί κράτησαν όλη μέρα δυνατό τουφέκι. Οι επιτιθέμενοι ήταν και εκείνοι πολλοί, ξαναμμένοι από την ελπίδα της λεηλασίας. Έπειτα ήξεραν πως δεν υπήρχε για αυτούς τρόπος για να αποχωρήσουν. Ο καπουδάν πασάς είχε αποτραβήξει από τις παραλίες όλες τις βάρκες και είχε διαμηνύσει ότι θα τις έστελνε πίσω μόνο αν οι στρατιώτες του έβγαιναν νικητές. Ο αγώνας ήταν ένας αγώνας απελπισίας. Όσοι Τούρκοι περνούσαν το περιτείχισμα των αμυνομένων έβρισκαν τον θάνατο μέσα σε φρικτές κραυγές. Όταν έγινε η έκρηξη (η ανατίναξη της μπαρουταποθήκης από τον Αντώνη Βρατσάνο), το βουνό σείστηκε και τινάχτηκε σαν άλλος Βεζούβιος. Το τράνταγμα έγινε αισθητό στη θάλασσα σε απόσταση μεγαλύτερη και από δύο λεύγες. Φαινόταν λες και γινόταν σεισμός. Είδανε τις γυναίκες, όσες είχαν μείνει ζωντανές, να πέφτουν με τα παιδιά τους στην αγκαλιά, στον γκρεμό και τη θάλασσα για να γλιτώσουν τη σκλαβιά”.

Η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου στην Ακρόπολη

Από καιρό τον είχαν φυλακίσει στης Ακρόπολης την Μεγάλη Κούλια. Του είχαν βάλει στα χέρια και τα πόδια σίδερα με μπάλες βαριές. Τροφή δεν του έδιναν τακτικά, ούτε καλή, ούτε και στρώμα. Όταν εγώ τον είδα στη φυλακή, ήταν ανάλλαγος, λερωμένος, κουρελιασμένος με ένα κοντοκάπι και με τον ιστορικό του καλογερόσκουφο λιγδωμένο από τη λέρα. Την νύχτα εκείνη όπου χάθηκε, εγώ ήμουν σκοπός στην πόρτα της Κούλιας που ήταν κλειδωμένη. Ήταν νύχτα πολύ σκοτεινή, δεν έβλεπες το δάχτυλο σου. Έπεφτε ψιλή βροχή και ήμουν τυλιγμένος με την κάπα μου.

Ήταν περασμένα τα μεσάνυχτα, όταν βλέπω τέσσερις άνδρες να έρχονται προς τη φυλακή. Ο ένας κρατούσε φανάρι και ήταν αρματωμένοι καλά. Ένας άλλος στάθηκε λίγο μακριά και δεν τον είδα καλά ποιος ήταν. Αλλά όπως κατάλαβα ήταν ο επικεφαλής τους. Ήταν η έφοδος για την επιθεώρηση της φυλακής, ήταν γνωστοί μου, ο Τριανταφυλλίνας, ο Τζαμάρας Παπακώστας και ο Γιάννης Μαμούρης κι ένας στρατιώτης Σουλιώτης του οποίου δεν θυμούμαι τώρα το όνομα. Άμα πλησίασαν, αμέσως έγινε αλλαγή και αντί για μένα, έβαλαν σκοπό εκείνον τον στρατιώτη. Αμέσως απομακρύνθηκα μέσα στο σκοτάδι. Αλλά υποπτεύθηκα ότι κάτι απαίσιο θα συνέβαινε στον στρατηγό και κρυφά κατασκόπευα τις κινήσεις τους πλησιάζοντας αρκετά και απαρατήρητος ψηλαφώντας στο σκοτάδι. Τότε, άκουσα τον κρότο από τα κλειδιά της φυλακής.

Την άνοιξαν και μπήκαν στον Πύργο οι τρεις τους, ο δε σκοπός στεκόταν στη μισάνοιχτη πόρτα της φυλακής. Όταν μπήκαν αυτοί μέσα, ακούστηκε ο κρότος των αλυσίδων από τα δεσμά του στρατηγού που βεβαίως με αυτή την απροσδόκητη επίσκεψη θα σηκώθηκε. Τον άκουσα να λέει προς αυτούς: «Ωρέ, ξέρω καλά ποιος σας έστειλε εδώ και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Δε μου λύνετε τόνα μου χέρι να σας δείξω ποιος είμαι και πώς με λένε; Αυτές εδώ τις κοιλιές τις σάπιες δεν τις συνερίζομαι, αλλά εσύ, ρε Γιάννη, γιατί;». Και σε αυτά τα λόγια, αμέσως όπως κατάλαβα από την ταραχή που ακολούθησε επιτέθηκαν εναντίον του. Άκουσα τα βογγητά, τους αναστεναγμούς, το μούγκρισμα του λιονταριού εκείνου και η καρδιά μου ράγιζε. Και μετά έπεσε σιωπή ολοκληρωτική.

Μετά από λίγο, είδα τους τέσσερις τους να βαδίζουν προς το τείχος της Ακρόπολης που έβλεπε προς το μέρος του Μακρυγιάννη με το μεγάλο φανάρι. Εκεί, ακουγόταν ένας χτύπος, όπως όταν βάζουμε στη γη ένα στυλιάρι. Κατόπιν, τους είδα να γυρίζουν πάλι στην Κούλια, από όπου πήραν ένα βαρύ πράγμα, και το πήγαν μαζί με δυσκολία στο μέρος όπου άκουγαν τον κρότο. Εκεί, κάτι έκαναν ανακατεμένοι και μετά από λίγο άκουσα ξανά τα χτυπήματα μιας πέτρας που χτυπά πάνω σε μία άλλη πέτρα. Αμέσως μετά εκείνοι έγιναν άφαντοι και εγώ πήρα σιγά-σιγά τον δρόμο για το κατάλυμα μου.

Το πρωί μόλις σηκώθηκα, έμαθα ότι είχε διαδοθεί παντού πως ο Οδυσσέας, προσπαθώντας να δραπετεύσει τη νύχτα και θέλοντας με σκοινί να κατεβεί από το τείχος της Ακρόπολης μόλις κόπηκε το σκοινί, έπεσε από μεγάλο ύψος και σκοτώθηκε. Όπως όλος ο κόσμος, πήγα και εγώ και είδα τα εξής: στο μέρος όπου την προηγούμενη νύχτα άκουγα τους χτύπους, ήταν μπηγμένο ένα μεγάλο παλούκι και δεμένο σε αυτό ήταν ακόμη ένα μεγάλο κομμάτι από τριχιά η άκρη της οποίας φαινόταν ξασμένη.

Όταν δε πήγα κάτω, είδα το πτώμα του άτυχου στρατηγού που στη μέση του είχε δεμένο από έξω από το κοντοκάπι του ένα μεγάλο κομμάτι τριχιάς. Το στόμα του ήταν καταματωμένο. Το πάνω και το κάτω χείλος του ήταν κομμένα σαν δαχτυλίδι στρογγυλά σαν να τα χτύπησε κανείς να τα κόψει με το στόμα ντουφεκιού ή πιστόλας.

Ο λαιμός του είχε μαυρίλες και σημάδια από νύχια και στάλθηκε ένας γιατρός για νεκροψία και έκθεση σχετικά με τον θάνατο του. Και έμαθα ότι επειδή στην έκθεση του πιστοποίησε πως ο θάνατος του προήλθε από βία, διότι τα σημάδια της ήταν ολοφάνερα, έσκισαν την έκθεση του και έκαμαν άλλη με την οποία βεβαιωνόταν ότι ο θάνατος του στρατηγού προήλθε από την πτώση του από μέρος ψηλό. Μετά από αυτά, έγινε και η κηδεία του, σε κλίμα καταφρόνιας, και χειρότερα από τον τελευταίο κατάδικο. Τον έθαψαν σαν το σκυλί στον ναό του Αγίου Δημητρίου στα δυτικά της Ακρόπολης”.

(Σε βαθιά γεράματα, ο στρατιώτης του τακτικού και μετά ταγματάρχης της φρουράς, Κωνσταντίνος Καλατζής διηγήθηκε ως αυτόπτης μάρτυρας τη δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου στον δικηγόρο Αθηνών, Σπύρο Φόρτη που διέσωσε τη μαρτυρία του στην εφημερίδα, “Καιροί”, στο φύλλο των Χριστουγέννων του 1898. Η Μεγάλη Κούλια ήταν ο βενετσιάνικος πύργος της Ακρόπολης πάνω από τα Προπύλαια που χρησίμευε για το κάστρο ως φυλακή και παρατηρητήριο. Ο δολοφόνος του Ανδρούτσου, Γιάννης Μαμούρης τιμήθηκε από το μετεπαναστατικό κράτος και έγινε υπασπιστής του Όθωνα και στρατηγός της Ανακτορικής Φρουράς. Τον Ανδρούτσο επικήρυξαν ως “προδότη” ο Κωλέττης και ο Γκούρας επειδή το κατά Καραϊσκάκη “λιοντάρι της Ρούμελης” πίστευε ακράδαντα στον κοινωνικό χαρακτήρα της Επανάστασης ενάντια σε κοτζαμπάσηδες και πολιτικούς και είχε πέσει σε “καπάκια” (προσωρινή και πλαστή εκεχειρία) με τους Τούρκους, όταν ξεκίνησε το ανθρωποκυνηγητό εναντίον του στη Ρούμελη, τον χειμώνα και την άνοιξη του 1825).

Η καταστροφή στον Ανάλατο και η παράδοση του κάστρου της Αθήνας

Μετά τη δολοφονία του Γεώργιου Καραϊσκάκη από μίσθαρνο όργανο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και των Άγγλων ανώτατων διοικητών του στρατού και του στόλου, Ρίτσαρντ Τζωρτζ και Τόμας Κόχραν, το αυτοκτονικό σχέδιο των δύο Άγγλων για μια κατά μέτωπο προέλαση των επαναστατών του στρατοπέδου της Καστέλας προς την Ακρόπολή και το κάστρο της Αθήνας δεν εγκαταλείφθηκε.

Αντίθετα, ο Τζωρτζ πίεζε τους επαναστάτες αρχηγούς, τον Λάμπρο Βέικο, τον Γιάννη Μακρυγιάννη, τον Γιάννη Νοταρά και τον Κίτσο Μπότσαρη που ήταν ούτως ή άλλως πιστός οπαδός του Μαυροκορδάτου να ξεκινήσουν την επιχείρηση, η οποία είχε ελάχιστα πείσει τους Έλληνες για τις πιθανότητες νίκης της. Πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν μετά την αποτυχημένη απόπειρα να πραγματοποιηθεί η απόβαση στους Τρεις Πύργους μέσα στη νύχτα, οι περίπου 2.500 επαναστάτες από το σύνολο των 12.000 που βρίσκονταν στρατοπεδευμένοι στον Πειραιά, βρέθηκαν αντιμέτωποι με το τουρκικό ιππικό του Κιουταχή των 2.000 καβαλάρηδων σε ανοιχτό τόπο και χωρίς βασικά εφόδια και εξοπλισμό.

Το μπαρούτι που είχε μοιραστεί την τελευταία στιγμή ήταν βρεγμένο και άχρηστο. Οι καπετάνιοι είχαν απαιτήσει πάνω από 500 φτυάρια και τσάπες για να φτιάχνουν ταμπούρια κατά την πορεία τους προς την Ακρόπολη και ο Κόχραν είχε αποστείλει λιγότερα από 70. Στη διάρκεια της πολύνεκρης και διαλυτικής για τους Έλληνες μάχη ο Νοταράς στέλνει διαρκώς σημειώματα προς τους δύο Άγγλους και ειδικά τον Τζωρτζ απαιτώντας “Στείλτε τσαπιά. Θέλουμε τσαπιά”. Τα κομμάτια αυτά χαρτιού με την απεγνωσμένη έκκληση βρίσκονται σήμερα στην προθήκη του Βρετανικού Μουσείου όπου φυλάσσεται το αρχείο του Άγγλου συνταγματάρχη. Τα περισσότερα είναι γραμμένα με αίμα από τις πληγές των σκοτωμένων. Το βουλγαρικό ιππικό των 90 μόλις καβαλάρηδων με αρχηγό τον Χατζη-Χρήστο, ουδέποτε αποβιβάστηκε στους Τρεις Πύργους για να βοηθήσει τις επαναστατικές δυνάμεις. Και, φυσικά, οι δύο Άγγλοι επικεφαλής του ελληνικού στρατού και στόλου δεν ηγήθηκαν της επιχείρησης παραμένοντας πολύ βολικά μακριά από τη μάχη στις παραλίες του Φαλήρου, έτοιμοι να επιβιβαστούν σε δύο βάρκες και να απομακρυνθούν διά θαλάσσης από το πεδίο καταστροφής του ελληνικού στρατεύματος, όπως και έκαναν μόλις φάνηκαν κοντά τους οι αφιονισμένοι Τούρκοι σπαχήδες (ιππείς).

Η ήττα στον Ανάλατο ήταν η μεγαλύτερη και καταστροφικότερη που υπέστησαν οι Έλληνες σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης. Το τάγμα του τακτικού στρατού με διοικητή τον Χαράλαμπο Ιγγλέση που είχε την πρώτη εμπλοκή με τους Τούρκους σπαχήδες και ντελήδες (ιππείς) στον Ιλισσό, εξολοθρεύθηκε αβοήθητο. Στον Ανάλατο οι Σουλιώτες, οι Κρητικοί και οι άλλοι νησιώτες απλώς βρέθηκαν να πολεμούν χωρίς μπαρούτι, με τις πάλες, τα μαχαίρια και τα δόντια τους. Οι Έλληνες πανικοβλήθηκαν και εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης τρέχοντας προς τη θάλασσα και τις ελάχιστες βάρκες. Πολλοί πνίγηκαν στα νερά, άλλοι κατασφάχτηκαν από τους Τούρκους καθώς υποχωρούσαν. Πάνω από 1.500 ήταν οι νεκροί και 280 οι αιχμάλωτοι που όλοι τους, πλην του Δημήτριου Καλλέργη που η οικογένεια του εξαγόρασε την ελευθερία του, σφαγιάστηκαν προς παραδειγματισμό και κατ’ εντολή του Κιουταχή στο στρατόπεδο των Τούρκων στα Πατήσια.

Η καταστροφή του Ανάλατου ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα εκπονημένο από την Αγγλία και τους πράκτορες της στην Ελλάδα, τον συνταγματάρχη Τζωρτζ και τον τυχοδιώκτη πλοίαρχο Κόχραν που είχαν αναλάβει τις αρχηγίες του στρατού και του στόλου μετά από τις αγγλόδουλες αποφάσεις της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Τροιζήνα και τις παρασκηνιακές πιέσεις του Μαυροκορδάτου προς τους νησιώτες πληρεξούσιους της Ύδρας και των Σπετσών. Το Λονδίνο δεν επιθυμούσε την επιτυχία της Επανάστασης και την ανεξαρτησία τη Ελλάδας. Στόχος της Αγγλίας ήταν να ιδρυθεί ένα κρατίδιο φόρου υποτελές στον σουλτάνο και την Υψηλή Πύλη στα πρότυπα των παραδουνάβιων ηγεμονιών μόνο που αυτή την φορά τις εξωτερικές υποθέσεις και την διαχείριση των οικονομικών του έπειτα και από τη σύναψη των δύο δανείων θα τις είχε το Λονδίνο. Με άλλα λόγια, η Αγγλία επεδίωκε την μετατροπή της μικρής νέας Ελλάδας που τα σύνορα της κατά τους σχεδιασμούς της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής δεν θα ξεπερνούσαν τον Ισθμό και τα δύο νησιά, Ύδρα και Σπέτσες, σε προτεκτοράτο των αγγλικών συμφερόντων στη Μεσόγειο και τον δρόμο προς την Ινδία. Σε αυτό το σχέδιο πρόθυμος συμπαραστάτης ήταν και ο Μαυροκορδάτος που έβλεπε τον εαυτό του ηγεμόνα σε αυτήν τη μίζερη και θνησιγενή εδαφική επικράτεια, δέσμια μεταξύ του Τούρκου σουλτάνου και του Βρετανού μονάρχη.

Σε αυτό το παρασκηνιακό και διπλωματικό πλαίσιο, μεθοδεύτηκε η καταστροφή του Ανάλατου που προετοίμαζε την οριστική κατάπνιξη της Επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα και την παράδοση του κάστρου της Αθήνας στους Τούρκους, όπως έγινε μερικούς μήνες μετά, το καλοκαίρι του 1827 και μάλιστα με την πρόθυμη διαμεσολάβηση του Γάλλου ναυάρχου του στόλου του Αιγαίου, Ερίκ ντε Ρινύ ή απλώς Δεριγνύ όπως επικράτησε το όνομα του ανάμεσα στους επαναστατημένους Έλληνες. Ο Γάλλος ναύαρχος βοήθησε έμπρακτα τον Κιουταχή, ώστε οι έγκλειστοι του κάστρου να παραδώσουν τις οχυρώσεις και το τελευταίο απελευθερωμένο σημείο της Στερεάς στους Τούρκους. Εξίσου αποσταθεροποιητική για τους επαναστάτες ήταν η παρουσία του Γάλλου “φιλέλληνα” Κάρολου Φαβιέρου μέσα στην Ακρόπολη που εξαρχής και για μήνες προπαγάνδιζε το μάταιο της αντίστασης και των μαχών μπροστά στη στρατιά του Κιουταχή και επέμενε στην παράδοση ενός φρουρίου που διέθετε τρόφιμα, πυρομαχικά και νερό για αρκετούς μήνες ακόμη.

Την ίδια περίοδο, οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία συνομολογούσαν στο Λονδίνο την πρώτη συνθήκη συνεννόησης μεταξύ τους με την οποία στόχευαν στην κατάπαυση του πυρός και τη διαμεσολάβηση που θα οδηγούσε σε ένα ελληνικό ηγεμονικό κρατίδιο φόρου υποτελές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η συνθήκη αυτή άνοιξε τον δρόμο για το Ναυαρίνο και τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του επόμενου έτους, αλλά ήταν κυρίως η αδιαλλαξία του σουλτάνου να αποδεχθεί τον ακρωτηριασμό της Αυτοκρατορίας στον Μοριά και τα νησιά εκείνη που οδήγησε κατόπιν στο μέχρι το φθινόπωρο του 1827 αδιανόητο και απίθανο ενδεχόμενο, την ίδρυση ενός ελληνικού κράτους καταρχάς πλήρως ανεξάρτητου από την Πύλη.

Την ώρα της καταστροφής στον Ανάλατο, ούτε η Επανάσταση ούτε ο πόθος των Ελλήνων για ανεξαρτησία και ελευθερία φαίνονταν να εκπληρώνονται και να επιτυγχάνουν. Αυτή ήταν η στρατηγική θέση και ο διπλωματικός σκοπός όλων των αγγλικών ενεργειών, φανερών και παρασκηνιακών. Η Αγγλία δεν ήθελε μία ανεξάρτητη και ελεύθερη Ελλάδα. Ο Ανάλατος ήταν η τρανότερη απόδειξη των αγγλικών στρατηγικών επιλογών. 

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

76 χρόνια μετά…

Καταδικάζει την τρομοκρατική επίθεση στην Καμπούλ το ΥΠΕΞ

Κορονοϊός: 51 θάνατοι,728 διασωληνωμένοι, 1.428 κρούσματα

Αποκάλυψη απολιθωμάτων Νεάντερταλ στη Ρώμη

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα