ΑΘΗΝΑ
20:11
|
13.06.2021
Πώς η αποτυχία των Podemos να μετουσιώσουν σε κομματική πράξη τα αιτήματα των Indignados επαναφέρει στο πολιτικό προσκήνιο τον δικομματισμό.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Δέκα χρόνια έχουν παρέλθει από τις 15 Μαΐου 2011 και τη λαοθάλασσα που κατέκλυσε την Πλάθα ντελ Σολ, την κεντρική πλατεία της Μαδρίτης, και αναρωτιέται κανείς τι έχει μείνει από εκείνο το κοινωνικό πείραμα και εάν μπορούμε πλέον να ισχυρισθούμε πως ο κύκλος του έχει κλείσει ανεπιστρεπτί.  

Ένα είναι βέβαιο: το πείραμα που ξεκίνησε 10 χρόνια πριν με τους Indignados και το Κίνημα των Πλατειών, που σύντομα ξεχείλισε και επεκτάθηκε και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης, φθάνοντας και στον τόπο μας, έχει διατηρήσει πολύ λίγα από τα αρχικά, καταστατικά του χαρακτηριστικά. Αν και εξακολουθούν να συντρέχουν κάποιες ομοειδείς συνθήκες και παραμένουν άλυτα πολλά ζητήματα που και τότε είχαν τεθεί, δεν μπορούμε να συγκρίνουμε το τότε με το σήμερα.

Σε μία χώρα καθημαγμένη από τη μακρά περίοδο οικονομικού μαρασμού, ο οποίος  είχε ξεκινήσει ήδη από το 2007 και επιδεινώθηκε λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, των πολιτικών λιτότητας και της παρέμβασης του ΔΝΤ στην Ευρώπη, κυρίως μέσα από τα μνημόνια και την παρουσία της Τρόικας στον ευρωπαϊκο Νότο, οι Αγανακτισμένοι ανήκουν στα κινήματα εκείνα, όπως το Occupy Wall Street  και τα Κίτρινα Γιλέκα, που κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα νέο πολιτικό υποκείμενο. Προσέδωσαν ενιαία μορφή και συγκροτημένη φωνή σε ένα νέο κοινωνικό ζητούμενο, που αξίωνε τον μετασχηματισμό των σχέσεων ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος, τον εργαζόμενο και την παραγωγή, τον ψηφοφόρο και τα κόμματα.  

Κινητοποίησε μεγάλες πληθυσμιακές μάζες, που είτε πλήττονταν άμεσα από την οικονομική κρίση, είτε απαρτίζονταν από ανθρώπους απηυδησμένους από την αποτελμάτωση της πολιτικής διαδικασίας, που προέκυψε από τη Μεταπολίτευση του 1975-78, καθώς και από το  κομματικό σύστημα που ανέκυψε. Το τελευταίο μετασχηματίσθηκε σε έναν απόλυτο δικομματισμό, με συστημικές και δομικές ρίζες στην κοινωνία, ενώ οι παραγωγικές σχέσεις απέκλειαν την τοπική αυτόνομη ή εθνοτική εκπροσώπηση, υποτάσσοντάς την στους μηχανισμούς μίας κεντρικής και συγκεντρωτικής εξουσίας: το κράτος της Μαδρίτης.

Οι Αγανακτισμένοι διεμβόλισαν αυτόν ακριβώς τον δικομματισμό, προσφέροντας μία εναλλακτική διόδευση στην πολιτική δράση. Μέσα από το σύνθημα “δεν μας εκπροσωπούν”, έβγαλε  από την απάθεια του ατομισμού και την απολιτίκ στάση τους πολίτες που είχαν επαναπαυθεί κι εκχωρήσει στα κόμματα, όχι μόνον τις κρατικές, αλλά και τις ιδιωτικές τους υποθέσεις, καθιστώντας τα “κρατιστικά” κόμματα που λειτουργούν στο όνομα της ψήφου του λαού, ως “όλον” και ως κράτος, ενώ αποτελούν μόλις ένα κλάσμα του “όλου”. 

Κίνδυνοι που, όπως δίδασκε ο Alexis de Toqueville στο έργο του για τη “Δημοκρατία στην Αμερική”, ή επεσήμαινε ο Μ. Finley (η σημερινή πολιτική παράγει την απάθεια και η “δημοκρατία γίνεται σύστημα συντήρησης κι όχι στόχος προς αναζήτηση”) καιροφυλακτούν με στόχο να αλλοιώσουν το πολίτευμα και τα δικαιώματα στον κοινοβουλευτισμό. Επίσης έδωσε διέξοδο σε όσες μάζες απέρριπταν το σύστημα χωρίς να βρίσκουν ωστόσο κατάλληλη πολιτική εκπροσώπηση, καλλιεργώντας συνάμα στο σύστημα την ελπίδα ότι θα μπορεί πλέον να συμμετέχει και να συνδιαμορφώνει με την άποψή του κι όχι να επικυρώνει απλώς με την ψήφο του, τις πολιτικές αποφάσεις, μέσα από ένα διευρυμένο μοντέλο “άμεσης δημοκρατίας”. 

Το Κίνημα των Indignados έφερε στο ίδιο χαράκωμα και στην ίδια γραμμή, διαφορετικές μεταξύ τους κοινωνικές ομάδες, πρωτοβουλίες  κι οργανώσεις: το κίνημα κατά των εξώσεων, τους καταληστευμένους από τις τράπεζες μικροεπενδυτές και αποταμιευτές, τις φεμινίστριες, τους αποσυνάγωγους του gentrification κατοίκους των πόλεων και τους περιθωριοποιημένους μετανάστες, τους ανέργους και τους περιστασιακά εργαζόμενους στη gig οικονομία που επεκτεινόταν ραγδαία. Οι Αγανακτισμένοι ανέδειξαν κι επικύρωσαν την οντολογική διάσταση του Πλήθους, ως πολιτικού υποκειμένου, που σύμφωνα με τη θεωρητικοποίησή του από τον Πάολο Βίρνο (“Η Γραμματική του Πλήθους”) και τον Τόνι Νέγκρι (“Πλήθος”) λειτουργεί και δρα ως ενιαίο υποκείμενο, με εγκάρσιες (transversal) και διασταυρούμενες σχέσεις και πτυχώσεις στην κοινωνία, χωρίς όμως να χάνει την ιδιαιτερότητα που έχουν  οι πολυώνυμες μοναδικότητες (ατομικές και οργανωτικές) από τις οποίες συγκροτείται.  

Το κίνημα πέτυχε να δώσει φωνή ακόμη και σε εκείνη την αποκαρδιωμένη μικροαστική τάξη, που όπως έλεγε κι ο W. Benjamin, δεν είναι μία κοινωνική τάξη, αλλά στην πραγματικότητα μία μάζα, και η κάθε της κατάκτηση εξαρτάται και καθορίζεται από τη διάκριση της επαναστατημένης τάξης από τη μάζα. Μία επαναστατημένη τάξη που παύει πλέον να αποτελεί άθυρμα των απλών ανθρωπίνων σχέσεων και των αναγκών της, αλλά αποκτά – όπως επεσήμαινε κι ο Μαρξ στη “Μιζέρια της Φιλοσοφίας” – τον χαρακτήρα της τάξης, μέσα από την ανάκτηση της “αλληλεγγύης” και τον τερματισμό των ανταγωνισμών. Η μετατροπή της μάζας σε αλληλέγγυα τάξη αποτελεί τον πραγματικό “εμφύλιο (ταξικό) πόλεμο”, στον οποίο “συγκεντρώνονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την επικείμενη μάχη” και οι Αγανακτισμένοι αναπτέρωσαν τις ελπίδες για μία αναγκαία σύμπλευση των ανταγωνιστικών και διαφοροποιημένων (αναφορικά με τον ακτιβισμό και τις διεκδικήσεις τους για τα μεμονωμένα δικαιώματά τους) κοινωνικών ομάδων, υπό ένα πλαίσιο ενιαίων αιτημάτων και μιας συγκροτημένης και συνολικής πάλης. Μέσα από το κίνημα των Indignados, η νέα Αριστερά βρήκε καινούργιο νόημα και προοπτικές για οργάνωση και πάλη. Πίστεψε για μία στιγμή πως ήγγικεν η ώρα για τον μετασχηματισμό της μάζας τούτης σε επαναστατημένη τάξη μέσα από την πάλη, όπως κήρυττε κι ο Μαρξ: η πραγματική σύσταση της τάξης δεν επέρχεται πριν την πάλη, ούτε διαμέσου αυτής, αλλά στο μέσον ακριβώς της πάλης, σε αυτήν την ίδια. 

Στις 15 Μαΐου, οι Αγανακτισμένοι έδωσαν στον κόσμο την ευκαιρία να παλέψει και να διεκδικήσει, να κραυγάσει ενάντια στις τράπεζες, που είχαν διασωθεί στις πλάτες των απλών πολιτών χάρη στην ανακεφαλαιοποίηση που εφάρμοσε ο Μαριάνο Ραχόι και η Τρόικα, αφήνοντας συνάμα χιλιάδες ανθρώπους στον δρόμο, μετά από εξώσεις και υπερχρεώσεις νοικοκυριών. Έδωσαν μεγαλύτερο χώρο έκφρασης και διεκδίκησης στο φεμινιστικό κίνημα, που σήμερα ίσως αποτελεί τον ριζοσπαστικότερο μοχλό πολιτικής και δικαιωματικής έκφρασης στην Ισπανία. Κυρίως, η αγανάκτηση του κόσμου, μέσα από το φερώνυμο κίνημα, στράφηκε κατά της διαφθοράς, κατά του ενδημικού φαινομένου του δικομματισμού και της διαδικασίας που εδραιώθηκε με την μετάβαση στη Μεταπολίτευση.

Το Κίνημα των Indignados ήταν επίσης η καταστατική πράξη δημιουργίας της νέας κομματικής έκφρασης ενός νέου πολιτικού υποκειμένου: των Podemos. Ενός κόμματος που παρά τις αρχικές επιτυχίες του, παρ’ όλο που αναπτέρωσε τις ελπίδες για ουσιαστικό ενταφιασμό του δικομματισμού και των θεσμών που τον κυοφόρησαν και τον επέβαλαν, δεν κατόρθωσε να ενσωματώσει πλήρως τις πολύμορφες ανάγκες της μάζας, αποδεικνύοντας πως ο πολιτικός βολονταρισμός δεν αρκεί για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Η ιδεολογική εμμονή της ηγεσίας των Podemos (εμμονή στα όρια της πρόληψης) σε έναν λαϊκισμό λατινοαμερικανικού προσήμου, που δεν μπορεί να λειτουργήσει στις συγκεκριμένες τυπικές συνθήκες της αστικής τάξης στην Ευρώπη και στην αμφίπλευρη  διαλεκτική της σχέση με την αντιπαράθεση ανάμεσα εργατική και την άρχουσα τάξη, όπως την όριζε ο Γκ. Λούκατς, και η επικοινωνιακή της υπερπροβολή, που επέβαλε την επιλογή του Πάμπλο Ικγλέσιας ως επικοινωνιακά καταλληλότερης μορφής ηγέτη, απομυθοποίησαν τον ιστορικό του ρόλο και αποξένωσαν πολλές κοινωνικές δυνάμεις και οργανώσεις που είχαν συμπλεύσει με τους Αγανακτισμένους επενδύοντας παράλληλα στην ίδρυση των Podemos. Επιπλέον,  η συνεχής επίκληση του επονείδιστου φρανκικού καθεστώτος, της ιστορικής μνήμης του Εμφυλίου Πολέμου και της πιθανής, αλλά ιστορικά ανακριβούς, αναβίωσης της φασίζουσας Δεξιάς, που αποτελούσε μόνιμη επωδό στις ομιλίες του Ιγκλέσιας, διέψευσε τις προσδοκίες μίας βάσης που περισσότερο ενδιαφερόταν για την επαναφορά ενός κοινωνικο-οικονομικού status quo, παρά για το ξεκαθάρισμα ιστορικών λογαριασμών.

Η καθυποταγή του πολιτικού προγράμματος των Podemos στην επικοινωνιακή τακτική και τον λεκτικό εντυπωσιασμό, την εικόνα και το σύνθημα που προάγει ο κάθε λαϊκισμός (δεξιός τε και αριστερός), αλλά και ο “ναρκισσισμός” της ηγεσίας τους και η τάση της για συγκεντρωτισμό, γρήγορα οδήγησε το ίδιο το Κίνημα σε κομματική υποταγή και ρήξη. Στό πρώτο “Βισταλέγρε” αποχώρησαν τα ιστορικά στελέχη των Αγανακτισμένων, όπως ο Χάιμε Παστόρ, ή αποξενώθηκαν προβεβλημένες φιγούρες του κόμματος, όπως η Τερέσα Ροδρίγεθ στην Ανδαλουσία, ενώ στο “Βισταλέγρε 2” επικυρώθηκε και η διαίρεση του κόμματος σε Podemos και Mas Madrid με την αποχώρηση του Ίνιγο Ερεχόν και άλλων προβεβλημένων στελεχών, όπως των Anticapitalistas, που πρωτοστάτησαν στα γεγονότα της 15ης Μαΐου. 

Καταργώντας σταδιακά από τη βάση  τους αρχικούς “κύκλους” λήψης αποφάσεων, το νέο συγκεντρωτικό κόμμα έπαψε να είναι η “αντλία εισροής και εκροής” της “άμεσης δημοκρατίας” και της σχέσης με τη βάση και την κοινωνία, που αποτελούσε το αρχικό αίτημα και όραμα των  Indignados. Οι Podemos ως κόμμα, ως “καθοδηγητής” κι “εκπρόσωπος”, σταδιακά ανέτρεψαν τις θεμελιακές σχέσεις “στελέχους-μάζας” και “διευθυνόντων-διευθυνομένων” που οφείλει να έχει ένα επαναστατικό κόμμα σύμφωνα με τις διευθύνουσες γραμμές της θεωρίας του Αντόνιο Γκράμσι (του ενός εκ των δύο αριστερών θεωρητικών που επικαλείτο η ηγεσια του ισπανικού κόμματος – ο άλλος ήταν ο Ερνέστο Λακλάου).

Έκτοτε το κόμμα οδηγήθηκε σχεδόν σε έναν ιεραρχικό και συγκεντρωτικό “καντορνισμό”, επιλέγοντας αντί να καταστεί το “φίλτρο” ενός κόμματος μαζών που θα παράγει στελέχη από τη σχέση του και την ερμηνεία της κοινωνίας, να εφαρμόσει μία πολιτική κλασσικού πολυσυλλεκτικού κόμματος, ως άθροισμα μίας κομματικής-οργανωτικής μηχανής κι ενός λαϊκίζοντος και άκρως θεωρητικολογούντος πολιτικού προγράμματος. Οι Podemos επέλεξαν την παθολογία του απρόσφορου προγράμματος: α) να κολακεύσουμε τις μάζες, β) να καθοδηγήσουμε τις μάζες (γιακωβίνικα) με μία δογματική θεώρηση του πολιτικού μετασχηματισμού, όπου οι μάζες εκτελούν, αλλά δεν χρειάζεται να κατανοούν και γ) να διοικήσουμε τις μάζες, κατά τρόπον περιφρονητικό. Επιπλέον, ο ελιτισμός που επέδειξε μετά τις εκλογές του 2015 η ηγεσία του κόμματος, επιδιώκοντας θέση υπεροχής σε μία συνεργασία με τους Σοσιαλιστές αποξένωσε μεγάλο τμήμα της μη ριζοσπαστικοποιημένης στην καθαυτό αριστερή ιδεολογία εκλογική του βάση, ενώ η η αδιαφορία του για πολλές πτυχές των προβλημάτων της κοινωνίας, λόγω της προσκόλλησής του στη μάχη απλώς για την ηγεμονία, απομάκρυνε μη αστικές περιοχές από την πολιτική κι εκλογική του εμβέλεια. 

Η τακτική των Podemos αγνόησε τη μεγάλη αλήθεια: πως ναι μεν ο ταξικός αγώνας είναι κομματικός, αλλά ο αγώνας μεταξύ κομμάτων δεν είναι ipso facto ταξικός. Και παρόλο που εντόπισε την ουσιαστική ανάπτυξη κοινωνικών φαινομένων και πολιτικών συγκρούσεων, δεν διέβλεψε τις διασταλτικές αρθρώσεις των πολιτικών συγκυριών και συνθηκών και την τυπική τους εξέλιξη.  Το κόμμα αφιερώθηκε περισσότερο στην αναρρίχηση στην εξουσία, εστιάζοντας μόνον στην δημιουργία, με επικοινωνιακό τρόπο κατά το μάλλον ή ήττον, μιας νέας ηγεμονίας που θα αντιταχθεί και θα  αντικαταστήσει την κρατούσα, χωρίς όμως να προτείνει ουσιαστικές εναλλακτικές λύσεις, αρκούμενο σε διφορούμενες και ευκαιριακές προτάσεις (πχ. η στάση του στα γεγονότα του δημοψηφίσματος στην Καταλωνία ή οι θέσεις του για την ομοσπονδιοποίηση της χώρας), που μαλλον προκαλούσαν σύγχυση παρά βοηθούσαν στην εγγύτητα με την κοινωνία.

Μία προσέγγιση που καθίστατο ακόμη πιο δυσχερής όσο το κόμμα συστρεφόταν όλο και περισσότερο στον συγκεντρωτισμό και στον ναρκισσισμό της ηγετικής ομάδας και βυθιζόταν διαρκώς στη γραφειοκρατική και διαχειριστική εκείνη μορφή που δεν παραλλάσσεται από τα άλλα συστημικά κόμματα, παραβλέποντας πως το κύριο αίτημα της 15ης Μαΐου ήταν να αποτιναχθεί η καθεστηκυία πολιτική και κυρίως η κομματική κουλτούρα, με οργάνωση μεν, αλλά με μετριοφροσύνη δε. Μία τέτοια αποτίναξη οδηγεί στην ανάκτηση του δυναμικού πνεύματος καθαυτής της πολιτικής, που συνδέεται άμεσα με τα μεγάλα κοινωνικο-οικονομικά και κυρίως πολιτιστικά προβλήματα των πολιτών και τους επαναφέρει στα μεγάλα ιδανικά της ζωής, και δεν τους περιορίζει στις επιμέρους διεκδικήσεις, ενοποιώντας το γενικό. Ωστόσο, η επικοινωνιακή εμμονή και η υπερέκθεση της ηγεσίας της προκάλεσε την αντίπραξη: οι πολλές φορές ιταμές επιθέσεις, η ad hominem συκοφάντηση και η στοχοποίηση του Ιγκλέσιας για παράδειγμα συνιστά απότοκο αυτής της διαστολής του ρόλου και της μορφής του ηγέτη, της “αγιογραφίας” του ως νέου σημαιοφόρου της επανάστασης.

Σήμερα, η αποτυχία των Podemos να μετουσιώσουν σε κομματική πράξη τα αιτήματα των Indignados, ιδίως μετά την αλγεινή εμπειρία των Περιφερειακών εκλογών στη Μαδρίτη, μοιάζει να επαναφέρει στο πολιτικό προσκήνιο τον δικομματισμό.

Το Κίνημα των Αγανακτισμένων εμπλούτισε την εμπειρία των αγώνων και τις ερμηνευτικές αναλύσεις μας, τόσο με τις επιτυχίες του στην ανάδειξη ενός νέου πολιτικού υποκειμένου και στην έκφραση μίας συγκεκριμένης ανάγκης της κοινωνίας, όσο και με την αποτυχία του πολιτικού σχεδιασμού του για τον μετασχηματισμό του σε κόμμα ικανό να συσπειρώσει τους ανθρώπους που όχι μόνο έχουν τα ίδια ιδανικά, αλλά και φλέγονται συνάμα από τη λαχτάρα να συγκροτήσουν μια ενιαία τάξη, που όπως τόνιζε εύστοχα και πρωτότυπα ο Umberto Cerroni (“Θεωρία του Πολιτικού Κόμματος”)  θέλει “να εκχερσώσει τη ζούγκλα της αστικής κοινωνίας”.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Πώς να γίνεις η πλουσιότερη γυναίκα στην Αφρική και άλλες ιστορίες αριστείας

Η διαδρομή από τον θρύλο στο οικονομικό σκάνδαλο, επιβεβαιώνοντας το αναπόφευκτο status quo της παγκόσμιας “οικονομοκρατίας”, που διαβρώνει εξουσίες και κοινωνικές συνθήκες παγκοσμίως.
ΣΥΝΑΦΗ

Ισραήλ: Ο κεντρώος Μίκι Λεβί εξελέγη νέος πρόεδρος του Κοινοβουλίου

Nίκος Χριστοφής: “Το ερώτημα είναι αν χάσει ο Ερντογάν, μετά τι;”

G7: Οι πλούσιες χώρες ενώνονται για τα εμβόλια και την προστασία του κλίματος

Στον Διεθνή Τύπο η δίκη των τεσσάρων της Μόριας

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα