ΑΘΗΝΑ
21:32
|
02.03.2024
Η παράταξή του Ιγκλέσιας (που εξακολουθεί από τα παρασκήνια να κινεί τα νήματα) πληρώνει τα πολλοστά τακτικά λάθη της και την προηγούμενη αλαζονεία της.
Κανένα στέλεχος των Podemos δεν πήρε ένα από τα 22 χαρτοφυλάκια της νέας κυβέρνησης
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η πολυσυλλεκτική κυβέρνηση που σχημάτισε ο Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία, μπορεί να αντιπροσωπεύει, λόγω της εθνοτικά και κομματικά πολύπλοκης σύνθεσής της, πολλές περιφερειακές και πολιτικές ομάδες, δεν θα περιλαμβάνει όμως τον μέχρι τώρα σημαντικότερο πυλώνα της. Το αριστερό κόμμα των Podemos, του οποίου κανένα στέλεχος δεν πήρε ένα από τα 22 χαρτοφυλάκια της νέας κυβέρνησης. Απεναντίας, ο σχηματισμός του Sumar της υπουργού Εργασίας Γιολάνδα Ντίαθ, αυτός δηλαδή που ευθύνεται για το ‘σχίσμα’ της άλλοτε φερέλπιδας αριστερής παράταξης, αναδεικνύεται πλέον σε κεντρικό στυλοβάτη της  κυβέρνησης Σάντσεθ. Τα πέντε και βασικά για την κοινωνική ακμή της πολιτικής της κυβέρνησης, υπουργεία που εξασφαλίζει το Sumar, ουσιαστικά βάζουν ακόμη περισσότερο στο περιθώριο τους Podemos και απειλούν ακόμη και την ύπαρξή τους στο εγγύτερο μέλλον.

Δεν αρκούν οι ιερεμιάδες για την «εσκεμμένη» προσπάθεια του Sumar να τελειώσει τους Podemos, που εκτοξεύουν προβεβλημένα στελέχη της παράταξης του Πάβλο Ιγκλέσιας, ο οποίος πλέον εκτός άμεσης πολιτικής δράσης, μόνο μπορεί να διαμαρτύρεται, αποδίδοντας σε εξωγενείς παράγοντες και προδοσίες την αποτυχία του κόμματός του.  Οι Podemos εν μέρει μένουν χωρίς εκπροσώπηση στην κυβέρνηση εξαιτίας και της δικής τους στάσης. Η άρνηση του Νάτσο Άλβαρεθ (ο οποίος ωστόσο συμμετείχε στη σύνταξη του οικονομικού προγράμματος της αριστερής συμμαχίας των Podemos με το Sumar και τις άλλες παρατάξεις) να αναλάβει ένα υπουργείο, φανερώνει περισσότερο έναν πληγωμένο ηγεμονισμό, που εκλαμβάνει τούτη την υπουργοποίηση ως παραχώρηση, ή πολύ περισσότερο ως ελεημοσύνη, παρά μία πραγματιστική τακτική.

Στην ουσία η παράταξή του Ιγκλέσιας (που εξακολουθεί από τα παρασκήνια να κινεί τα νήματα) πληρώνει τα πολλοστά τακτικά λάθη της, την προηγούμενη αλαζονεία της (όταν κυνηγούσε το sorpaso των Σοσιαλιστών, αντί να συνεργασθεί με τον Σάντσεθ για να ανατραπεί η κυβέρνηση Ραχόι). Μία προϊστορία που μεταφράσθηκε στην (διαρκή) δυσπιστία -βλέπε αντιπάθεια- ανάμεσα στους δύο ηγέτες, που συνεργάσθηκαν μόνον εξ ανάγκης και πολλές φορές ποιώντας την ανάγκη φιλοτιμίαν. Αλλά σημαντικό ρόλο στην αποδυνάμωση του κύρους των Podemos έπαιξε κυρίως η αδυναμία της παράταξης, όσο ήταν στην κυβέρνηση, να φέρει ικανοποιητικά σε πέρας κάποιες από τις μεταρρυθμίσεις τομές. Η σύζυγος του Ιγκλέσιας, Ιρένε Μοντέρο, ως υπουργός Ισότητας μόνο ημιτελή έργο έχει να παραθέσει, όσον αφορά τις αρχικές προσδοκίες που είχε καλλιεργήσει σε όσα πολυδιαφημισμένα νομοσχέδια είχε αναλάβει να περάσει (νόμος Trans, βία κατά των γυναικών, τη μείωση των ποινών για τα σεξουαλικά αδικήματα κλπ). Μάλιστα, ο συγκρουσιακός χαρακτήρας της -που συχνά έφερνε σε δεύτερη μοίρα τη σπουδαιότητα των νομοθετημάτων-, συχνά δημιουργούσε διαμαρτυρίες στους κύκλους των στελεχών των Σοσιαλιστών, που της επέρριπταν την ευθύνη για τη μετατροπή του αντι-φεμινισμού, σε «πειστικό» πολιτικό πρόγραμμα υπέρ της δεξιάς-ακροδεξιάς. Και φυσικά, βάρυνε η γενικότερη ανικανότητα των Podemos να πιέσουν αποτελεσματικά την κυβέρνηση Σάντσεθ να τηρήσει κάποιες από τις προγραμματικές της συμφωνίες (ιδίως σε θέματα μετανάστευσης, διεθνών σχέσεων, στην αντιμετώπιση της πανδημίας και στις σχέσεις με τις Βρυξέλλες για μία σειρά σημαντικά θέματα, με την οικονομία σε πρώτη γραμμή). Και φυσικά να κεφαλαιοποιήσουν και να πάρουν την ουσιαστική πρωτοβουλία σε σημαντικές τομές στην οικονομία και την κοινωνική πολιτική -όπως η αύξηση του κατώτατου μισθού, το εργασιακό νομοσχέδιο (που ταυτίσθηκε με τη Ντίαθ προσωπικά και όχι με το κόμμα).

Οι Podemos ουσιαστικά πλήρωσαν τον συγκεντρωτισμό και τον πρωταγωνισμό του Ιγκλέσιας, της Μοντέρο και των άμεσων συνεργατών τους. Έναν καισαρισμό, που από την εποχή του συνεδρίου του Βισταλέγρε,  αποδυνάμωσε την αρχική δύναμη και το θέλγητρο των Podemos: τους «κύκλους» των αποφάσεων από τη βάση και τις περιφέρειες, την άμεση δημοκρατία. Τη δυναμική συμμετοχή των πολιτών,  που εκφράσθηκε με το «κίνημα στις πλατείες» ή κατά των εξώσεων και που απετέλεσε την ιδρυτική συνθήκη αυτού που αργότερα έγιναν οι Podemos. Και η οποία καταστατικά άρχισε σταδιακά να μετατρέπεται σε ένα κόμμα, όχι γκραμσικά αριστερού τύπου, αλλά σε μία προσωποπαγή δομή, με κυρίαρχο στοιχείο όχι το «πρόγραμμα» και τον «μηχανισμό», αλλά την επικοινωνιακή πειθώ ενός αριστερού λαϊκισμού -κατά τα πρότυπα της λατινοαμερικανικής εμπειρίας στη δεκαετία του 2000 (Τσάβες, Λούλα, Μοράλες κλπ).

Τακτική που σε μία δυτική πραγματικότητα, όπου τα πολιτικά κόμματα -ακόμη και τα κυβερνητικά- είναι αναγκασμένα να αλλάζουν βάσει των ραγδαίων μεταβολών που καταγράφονται στον πολιτικό ορίζοντα και να τροποποιούν τη στόχευση της εκλογικής και κοινωνικής βάσης, που κατά κανόνα αυτά εκπροσωπούν. Κάτι που προσέλαβαν τα δύο μεγάλα κυβερνητικά κόμματα (ΡΡ με αγρότες, PSOE με Καταλανούς, νέους και Περιφέρειες).

Αλλά και η ίδια η Ντίαθ, η οποία πήρε αποστάσεις από τον αριστερό λαϊκισμό του Ιγκλέσιας και βρέθηκε κερδισμένη, αντιλήφθηκε τις αλλαγές από τις συνθήκες που δημιούργησαν το κίνημα στις πλατείες και κατόρθωσε -δίχως να απεμπολήσει την αίγλη του προηγούμενου κινηματισμού της στη Γαλικία- να αντιληφθεί τις μεταβολές στις κοινωνικές συνθήκες, που περισσότερο επέβαλαν έναν gradualism, που μεταφράσθηκε με το συναινετικό εργασιακό νομοσχέδιο, την προστασία της κοινωνικής κατοικίας και την, έστω και στα χαρτιά, φορολόγηση των υπερκερδών σε τράπεζες και εταιρείες ενέργειας.

Αυτόν τον πραγματιστικό «γκραντουαλισμό», που μάλιστα στάθηκε επωφελής σχετικά στην προσπάθεια να ανακοπεί η λυσσαλέα επίθεση της ριζοσπαστικοποιημένης δεξιάς και της ακροδεξιάς του Vox με αιχμή του δόρατος την αντιφρανικική Ιστορική Μνήμη , τη μετανάστευση, τα δικαιώματα σε εθνικές μειονότητες και στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, ασπάσθηκε και ο ίδιος ο Σάντσεθ. Ο οποίος, έχοντας επίγνωση πως τούτη η μετρημένη στάση μπόρεσε να «σβήσει κάποιες φωτιές», στην τωρινή κυβέρνησή του επέμεινε να διατηρήσει στα υπουργεία τους τα πιο μετριοπαθή στοιχεία από το κόμμα του. Μάλιστα, επιμένοντας στους Φερνάνδο Μαρλάσκα (Εσωτερικών) και Μαργαρίτα Ρόβλες (Αμύνης), αλλά και στη Νάδια Καλβίνιο (Οικονομικών) υποδηλώνει πως παίζει εκ του ασφαλούς: ο Μαρλάσκα (που χρεώνεται το Κυλώνειο Άγος κατά των μεταναστών στη Μελίγια, τις διαδηλώσεις των αστυνομικών κατά της κυβέρνησης και τη μη κατάργηση του «Νόμου Φίμωτρο») και η ακραιφνώς φιλο-ΝΑΤΟϊκή Ρόβλες, ήσαν αμφότεροι σκληροί στο Καταλανικό. Συνεπώς καθησυχάζουν εκείνη τη συντηρητική, φιλόπατρη και ευνομούμενη μάζα εκλογέων που μετατοπίζεται ανάλογα πότε προς τα δεξιά και πότε προς τους Σοσιαλιστές. Ενώ η εκλεκτή των Βρυξελλών Καλβίνιο (εάν παραμείνει στην κυβέρνηση και δεν μεταπηδήσει, όπως θρυλείται στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων από 1ης Ιανουαρίου 2024) διασφαλίζει τα διαπιστευτήρια για την συμμόρφωση στους κοινοτικούς στόχους. Αλλά ακόμη και στα πιο μαχητικά ως προς τον κοινωνικό τους προσανατολισμό υπουργεία, όπως αυτό της Ισότητας -καθώς, δίχως την κινητοποίηση των γυναικών και της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας δεν θα ήταν εφικτό το καλό αποτέλεσμα του PSOE- η επιλογή του Σάντσεθ, η χωρίς εμπειρία στο φεμινιστικό κίνημα Άνα Ρεδόνδο Γκαρθία εγγυάται μία λιγότερο συγκρουσιακή παρουσία από εκείνη της Ιρένε Μοντέρο, που δεν θα προκαλεί τη δεξιά «αντιμεταρρύθμιση». Eιρήσθω εν παρόδω, αυτό είναι που το καταλόγισε και ο ηγέτης του ΡΡ Αλβέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο, λέγοντας πως «ενώ καμαρώνει για τις ιστορικές προόδους στις πολιτικές ισότητας, παράλληλα αποκαθηλώνει την κάτοχο αυτού του χαρτοφυλακίου».

Η διάθεση του Σάντσεθ να τηρήσει ισορροπίες, που δεν θα επιτρέψουν φυγόκεντρες τάσεις σε παρατάξεις που στηρίζουν την «κυβέρνηση Φρανκεστάιν» του, φαίνεται κι από την αναβάθμιση του Φέλιξ Μπολάνιος, που πλέον γίνεται ο ισχυρός άνδρας της κυβέρνησης. Τον άνθρωπο που στα τέλη της θητείας της κυβέρνησης, αντικατέστησε τον άλλο «γκουρού» του Σάντσεθ τον Ιβάν Ρεδόνδο και πιστώθηκε την επιτυχία της συμφωνίας για την Αμνηστία με τους Καταλανούς. Πλέον, από τη νευραλγική θέση του υπουργού Δικαιοσύνης, ο Μπολάνιος θα δείξει τις διπλωματικές του ικανότητες στις σχέσεις με ένα άλλο σημαντικό κόμμα, πλην από αυτό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που έχει δείξει -ακριβώς με αφορμή τον νόμο για την Αμνηστία- διάθεση να ασκήσει αντιπολίτευση στην κυβέρνηση Σάντσεθ: το Δικαστικό Σώμα.

Η όποια  καινοτομία εμπεριέχεται στην κυβέρνηση του Σάντσεθ αυτή προέρχεται από τα νέα πρόσωπα -εξόν από τη Γιολάνδα Ντίαθ στο υπουργείο Εργασίας και μία από τους τέσσερεις νέους αντιπροέδρους στην κυβέρνηση- που επιλέχθηκαν από το Sumar. Στον Πολιτισμό αναλαμβάνει ο εκπρόσωπος Τύπου του Sumar Έρνεστ Ουρτάσουν, στην Υγεία η επικεφαλής του Más Madrid, Μόνικα Γκαρθία, στο υπουργείο για την  Παιδική ηλικία και νεολαία το μέλος της ηγεσίας της Izquierda Unida Σίρα Ρέγο και σε αυτό για τα Κοινωνικά Δικαιώματα ο πρώην συνεργάτης του Ιγκλέσιας (υπεύθυνος στις διεθνείς σχέσεις των Podemos), που μεταπήδησε στο Sumar Πάβλο Μπουστινδούι.

Δεν θα  πρέπει να υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στην πολιτική ιστορία που να  αφηγούνται την απόλυτη εξαφάνιση σε επίπεδο κυβερνητικής εκπροσώπησης ενός κόμματος που πριν από λίγους μήνες αποτελούσε άξονα και κινητήρια δύναμη μιας κυβέρνησης συνασπισμού, η οποία περιέργως πώς εξακολουθεί να διατηρεί την ίδια συνεκτική γραμμή και να αυτοπροσδιορίζεται με τον ίδιο τρόπο. Γιατί πάλι είναι μία κυβέρνηση Σοσιαλιστών-Αριστερών, που βασίζεται στην κοινοβουλευτική στήριξη μικρότερων και αυτονομιστικών κομμάτων.

Η κυβερνητική εξαφάνιση των Podemos από μόνη της συνιστά μία πολιτική πράξη και μάλλον στο εγγύς μέλλον θα πρέπει να αναμένονται και εσωκυβερνητικές εντάσεις , έως και αντιπολίτευση. Διότι μη λησμονούμε πως το εκλογικό αποτέλεσμα του Sumar οφείλεται σε μεγάλο βαθμό από τη σύμπραξη με τους Podemos (έπειτα από μία διαδικασία θρίλερ, που επιταχύνθηκε μόνον εξαιτίας των οικτρών αποτελεσμάτων της ‘μαβιάς’ παράταξης στις περιφερειακές εκλογές) και φυσικά η παράταξη του Ιγκλέσιας θα θελήσει να διεκδικήσει μία πολιτική παρουσία. Τη στιγμή που και ως Unidas Podemos στην αρχή της προηγούμενης κυβέρνησης καλούσε (κι απειλούσε) επίμονα το PSOE να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα στο κοινό κυβερνητικό τους πρόγραμμα. Ήδη ο Πάβλο Ιγκλέσιας κι οι συν αυτώ έχουν σαλπίσει τη ρήξη με το Sumar ενόψει Ευρωεκλογών.

Όμως η  σύνθεση της νέας κυβέρνησης είναι κομμένη και ραμμένη στην αρμονική συνεργασία των Σάντσεθ-Ντίαθ.  Η νέα κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει μεγάλες οικονομικές προκλήσεις (χρέος, υποτονική ανάπτυξη, παρά τη μείωση του πληθωρισμού, μείωση του ρυθμού δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, απορρόφηση του Προγράμματος Ανάκαμψης κλπ). Ακριβώς στην επιτυχία των οικονομικών επιδόσεων, αλλά και μέτρων όπως η μείωση ωρών εργασίας (παρά την αντίδραση των εργοδοτών) ή την αύξηση κατά 3% των μισθών, στο πλαίσιο της συμφωνίας που είχε επιτευχθεί  τον περασμένο Μάιο, βασίζει τις όποιες ελπίδες του για μακροημέρευση της κυβέρνησής του ο Σάντσεθ καθώς μία καλή οικονομία θα αποστομώσει τη δεξιά αντιπολίτευση και θα παγιώσει την αρμονική συνεργασία με τα περιφερειακά κι αυτονομιστικά κόμματα. Και μία εσωτερική νηνεμία στον κυβερνητικό χώρο, τη στιγμή που το PP και το Vox -που ναι μεν έμειναν εκτός κυβερνητικού νυμφώνος, αλλά κατέχουν τις τοπικές κυβερνήσεις σε πολλές και σημαντικές Περιφέρειες- είναι πλήρως απαραίτητη για να ανασχεθεί το συντηρητικό κύμα, που λίγο έλλειψε να στρέψει τη χώρα προς τα δεξιά.

Εντούτοις, η νέα πληγή που άνοιξε με τους Podemos και αναζωπύρωσε τον παλιό ανταγωνισμό Σάντσεθ-Ιγκλέσιας, δεν προοιωνίζεται μία σταθερή πλεύση σε γαλήνια νερά.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Ισπανία: Η αστυνομία διέλυσε συμμορία που διακινούσε πλαστά χαρτονομίσματα

Οι Συντηρητικοί κυριαρχούν στο κοινοβούλιο του Ιράν, στις εκλογές της συνέλευσης

«Συνταγματικός» ολοκληρωτισμός

Η Γάζα δέχεται την πρώτη αεροπορική ρίψη αμερικανικής ανθρωπιστικής βοήθειας

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα