ΑΘΗΝΑ
22:14
|
24.06.2026
Θα ανοίξει επιτέλους ένας πλατύς δημόσιος διάλογος γύρω από το φαινόμενο και την κανονικοποίησή του;
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τον τελευταίο ενάμιση μήνα απασχόλησε ευρύτατα την επικαιρότητα το συμβάν με την έκρηξη σε διαμέρισμα στην οδό Αρκαδίας στους Αμπελόκηπους με αποτέλεσμα τον ακαριαίο θάνατο ενός νεαρού άνδρα και τον βαρύτατο τραυματισμό μιας εξίσου νεαρής γυναίκας αλλά και σοβαρές ζημιές στην κτιριακή υποδομή της πολυκατοικίας. Ένα περιστατικό που οι αρχές έχουν συνδέσει με την τρομοκρατία από τις πρώτες ώρες της έκρηξης όπου και αρχίζει να ξαναπαίζεται το γνώριμο έργο της ακατάσχετης σεναριολογίας «βάση διαρροών» για το προφίλ των εμπλεκομένων στην υπόθεση. Ξεκινούν οι γνωστές αλχημείες της ΕΛ.ΑΣ. που προσπαθεί χωρίς καμία ένδειξη να κατασκευάσει το αφήγημα μιας κάποιας οργάνωσης δίχως όνομα απλώνοντας μια βεντάλια υπόπτων προς πάσα κατεύθυνση.

Μέχρι στιγμής πέντε άτομα έχουν συλληφθεί για την υπόθεση, η νεαρή πολυτραυματίας που βρισκόταν στο διαμέρισμα τη στιγμή της έκρηξης, ένας φοιτητής και μια φοιτήτρια οι οποίοι κατηγορούνται για τη φερόμενη μεσολάβηση-ανάμειξή τους στην παραχώρηση του διαμερίσματος (χωρίς να σημαίνει ότι ακόμα κι αν αυτή υφίσταται ευσταθεί το εναντίον τους κατηγορητήριο)  και άλλα δύο άτομα που οι αρχές συνδέουν με την υπόθεση βάση φερόμενου αποτυπώματος και των δύο τους σε πλαστική σακούλα (νόμιμο κινητό/μεταφερόμενο αντικείμενο) η οποία ανευρέθηκε στα χαλάσματα της Αρκαδίας με περιεχόμενο ένα όπλο.

Μάλιστα ο ένας από τους δύο  είναι ο Νίκος Ρωμανός, γνωστός από τη σχέση του με τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο που δολοφονήθηκε τη μέρα της ονομαστικής εορτής του πρώτου στα Εξάρχεια από τον αστυνομικό Επαμεινώνδα Κορκονέα την 6η Δεκέμβρη του 2008, και από άλλες παρελθοντικές συλλήψεις που τον κράτησαν στη φυλακή από το 2013 ως το 2019.

Η συγκεκριμένη υπόθεση ανοίγει ένα ακόμα κεφάλαιο στο ζήτημα της αστυνομικής αυθαιρεσίας-παραβατικότητας, καλυμμένης και θεσμικά κατοχυρωμένης ή μη. Αναδεικνύει όμως και την αναγκαιότητα να ανοίξει επιτέλους ένας πλατύς δημόσιος διάλογος γύρω από το φαινόμενο και την κανονικοποίησή του. Νομίζουμε ότι η εκκίνηση αυτής της ανάλυσης δεν θα μπορούσε παρά να έχει αφετηρία την εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου του λεγόμενου τρομονόμου και στις δύο εκδοχές του με τη μορφή του άρθρου 187 (Ν.2928/2001 περί εγκληματικών οργανώσεων) και του άρθρου 187α (Ν.3251/2004 περί τρομοκρατικών οργανώσεων) και των πρακτικών που συνθέτουν ακριβώς αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί φαινόμενο θεσμικής αστυνομικής και δικαστικής αυθαιρεσίας-παραβατικότητας στο συγκεκριμένο κομμάτι.

Για την ιστορία μόνο να αναφέρουμε πως η ελληνική νομοθεσία και στις δύο περιπτώσεις εναρμονίζεται με τη γραμμή που εκπορεύεται από διεθνείς οργανισμούς με κατεύθυνση την αντιμετώπιση είτε του οργανωμένου εγκλήματος (Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνούς Οργανωμένου Εγκλήματος στο Παλέρμο Ιταλίας, 15 Νοεμβρίου 2000) είτε της τρομοκρατίας (Απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, 13 Ιουνίου 2002 για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας) που συγκλήθηκε στον απόηχο της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και την επίθεση στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου της Νέας Υόρκης (Δίδυμοι Πύργοι) και το Πεντάγωνο στην Ουάσιγκτον .

Από τις 29/06/2002 (πρόωρη έκρηξη βόμβας στον Πειραιά και τραυματισμός Σάββα Ξηρού) και την έναρξη της εφαρμογής του νομοθετικού πλαισίου κατά των εγκληματικών οργανώσεων (187) με τις συλλήψεις για τη 17Ν και τον ΕΛΑ μέχρι σήμερα που μετράμε είκοσι χρόνια εφαρμογής του νομοθετικού πλαισίου κατά των τρομοκρατικών οργανώσεων (187α) έχουμε υπάρξει μάρτυρες επανειλημμένων περιστατικών αστυνομικής αυθαιρεσίας-παραβατικότητας τα οποία θα παραθέσουμε κατά σειρά:

  • παράνομες φυσικές παρακολουθήσεις υπόπτων
  • παράνομες επιχειρήσεις επιτήρησης σπιτιών-επαγγελματικών χώρων-πολιτικών γραφείων
  • παράνομες τηλεφωνικές και εν γένει ηλεκτρονικές παρακολουθήσεις
  • παράνομες έρευνες σε σπίτια
  • παράνομες απαγωγές ανθρώπων για «φιλικές» κουβεντούλες
  • παράνομη απόσπαση δαχτυλικών αποτυπωμάτων και γενετικού υλικού

Σε αυτά τα 22 χρόνια λοιπόν δεν είναι λίγες οι φορές που πρόσωπα ή πολιτικές οργανώσεις έχουν καταγγείλει κάτι από τα παραπάνω ή και ένα συνδυασμό αυτών. Καθόσον όμως είναι ο λόγος ο δικός τους έναντι του λόγου των αρχών, πέρα από τις γνωστές προσχηματικές ΕΔΕ (αν αυτές γίνουν) οι οποίες συνήθως δεν καταλήγουν και πουθενά, δεν υπάρχει κάτι άλλο. Δεν είναι επίσης λίγες οι φορές που το δικαστικό ρεπορτάζ έχει καλύψει υποθέσεις στις οποίες αφού έχουν ήδη γίνει τέτοιες σχετικές πράξεις από τις αρχές με παράνομο και αδιαφανή τρόπο, επιχειρείται εκ των υστέρων να συγκαλυφθούν με τα περιβόητα ανώνυμα τηλεφωνήματα αγνώστων στη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (Δ.Α.Ε.Ε.Β.) γνωστή στο ευρύ κοινό και ως αντιτρομοκρατική.

Τηλεφωνήματα τα οποία δεν καταγράφονται, δεν υπάρχει πουθενά μέρα, ώρα και διάρκεια κλήσης, δεν υπάρχει καν δυνατότητα αναγνώρισης αυτής της κλήσης, στην οποία κλήση ο άγνωστος καλών δίνει λεπτομερής αναφορά για υποθέσεις και πρόσωπα σαν να είναι κάποιος που έχει κάνει τη δίκη του προσωπική έρευνα ποιος ξέρει με τι τρόπο. Δεν υπάρχει κανένα σύστημα ορθολογικής αξιολόγησης τέτοιων ανώνυμων  τηλεφωνημάτων, κανένα τουλάχιστον που να μπορούμε να ξέρουμε. Και όταν λέμε ορθολογική αξιολόγηση αναφερόμαστε προφανώς στη διαβάθμιση της αξιοπιστίας ενός τέτοιου ανώνυμου τηλεφωνήματος προκειμένου μια υπηρεσία όπως η ΔΑΕΕΒ να κρίνει πότε και υπό ποιες συνθήκες θα διαθέσει χρόνο, πόρους, προσωπικό για να στήσει μια υπόθεση γύρω από ένα τηλεφώνημα. Με το δεδομένο ότι εφόσον το καλών άτομο είναι άγνωστο, η κλήση δεν καταγράφεται και η αναγνώριση της είναι αδύνατη, τότε μάλλον το φίλτρο για την αξιοπιστία ή μη της πληροφορίας που εισφέρει το τηλεφώνημα είναι η προσωπική διαίσθηση του άνδρα ή γυναίκας της ΔΑΕΕΒ που θα απαντήσει στην κλήση πράγμα που σημαίνει ότι ο χρόνος της υπηρεσίας καθώς και η διάθεση προσωπικού και πόρων επαφίεται στο φίλτρο αυτό. Με λίγα λόγια είναι μια υπηρεσία έρμαιο στις διαθέσεις επίδοξων φαρσέρ που θα μπορούσαν να στέλνουν την αντιτρομοκρατική να ψάχνει φαντάσματα σε όλη τη χώρα. Είναι όμως έτσι;

Τέτοια ανώνυμα τηλεφώνημα έχουν πολλάκις στοχοποιήσει ανθρώπους οι οποίοι μετέπειτα χάρη σε «ευρήματα» χαμηλής ή και μηδαμινής δικονομικής αξίας, συλλαμβάνονται, διασύρονται στα ΜΜΕ, η ζωή τους διαταράσσεται σε όλα τα επίπεδα, και καταλήγουν να προφυλακίζονται ή και να εκτίουν ποινές με δικαστικές αποφάσεις στηριγμένες σε όλη την προαναφερθείσα αστυνομική αυθαιρεσία. Η πιο κραυγαλέα τέτοια περίπτωση είναι του Τάσου Θεοφίλου που συνελήφθη τον Αύγουστο το 2012 μετά από τέτοιο ανώνυμο τηλεφώνημα που τον υπέδειξε ως δράστη της ληστείας στην Πάρο και της συμπλοκής που είχε απολογισμό έναν νεκρό επαγγελματία οδηγό ταξί. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε ένα ποταπής δικονομικής αξίας εύρημα (DNA σε κινητό αντικείμενο)  γεγονός που οδήγησε σε προφυλάκιση και  πρωτόδικη καταδίκη σε 25 χρόνια φυλάκισης. Χρειάστηκε να μείνει 5 χρόνια έγκλειστος ώστε να αθωωθεί αμετάκλητα λόγω της αδυναμίας των εις βάρος του στοιχείων γεγονός που οδήγησε το ελληνικό δημόσιο στο να τον αποζημιώσει για κάθε ημέρα που έμεινε στη φυλακή.

Σημαντικό βέβαια ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης του Θεοφίλου στα πρώτα της στάδια ήταν ο ρόλος των media που συσχέτισαν το παρελθόν, τις απόψεις και την ιδεολογία του με τις πράξεις που του απέδιδαν για τη δημιουργία ενός ανθρώπου με εγκληματικό προφίλ από την πρώτη στιγμή της σύλληψη του κατά παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκής σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου), περί τεκμηρίου αθωότητας.

Στο σημείο αυτό να πούμε ότι η περίπτωση αυτή δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία. Σε ό,τι αφορά τα ΜΜΕ το τεκμήριο της αθωότητας δεν υφίσταται διόλου εκτός αν τα πρόσωπα που απασχολούν ποινικά έχουν σχέση με τους θεσμούς ή την ελίτ της χώρας. Διαφορετικά τα πρόσωπα τους βγαίνουν στη φόρα μαζί με όλες τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής τους ζωής- πραγματικές ή μη- και η διαπόμπευση τους διανθίζεται με αποσπάσματα από διαρροές της δικογραφίας στα μέσα. Γεγονός βέβαια που από μόνο του συνιστά όχι απλά αυθαιρεσία αλλά μια συστηματική και κατ’ εξακολούθηση παράνομη πρακτική για την οποία υπεύθυνοι μπορεί να είναι είτε αστυνομικοί είτε δικαστικοί λειτουργοί, χωρίς ποτέ όμως να υπάρξει ποινική έρευνα για κάποια τέτοια περίπτωση και ακόμα περισσότερο κάποια εξιχνίαση που να οδηγήσει πειθαρχικές ή ποινικές ευθύνες. 

Η περίπτωση όμως του Θεοφίλου ακριβώς λόγω και της μεγάλης δημοσιότητας που είχε λάβει σε όλη τη φάση της δικαστικής της πορείας αλλά και λόγω της δικαστικής ανατροπής με την αθώωση του, έρχεται να αναδείξει ηχηρά ερωτήματα και προβληματισμούς με γενικότερες προεκτάσεις. Με το δεδομένο της αθώωσης αυτής η ίδια η αφήγηση του ανώνυμου τηλεφωνήματος δέχεται πλήγμα. Αν ο Θεοφίλου και ο κάθε Θεοφίλου αποδεικνύονται αθώοι τότε τα ανώνυμα τηλεφωνήματα έλεγαν ή λένε ψέματα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αφήγηση αυτή δε στέκει στη βάσανο της απλής λογικής αλλά είναι ένας εύσχημος τρόπος η ΔΑΕΕΒ να καλύψει όλες τις αυθαιρεσίες/παρανομίες στις οποίες προβαίνει για να στοχοποιήσει ανθρώπους δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα κλίμα προκατάληψης εναντίον τους, καλούμαστε να αναρωτηθούμε μια σειρά πραγμάτων. Ένα κομβικό είναι το εξής: αν μια υπηρεσία της ΕΛ.ΑΣ. διατυπώνει ψευδείς ισχυρισμούς σε ένα πράγμα τότε γιατί να μη λέει για άλλα;

Η αθώωση ενός ανθρώπου που έχει υποστεί μια ταλαιπωρία ετών που περιλαμβάνει συκοφάντηση, στίγμα και εγκλεισμό έχει μεταξύ άλλων δύο πολύ βασικές πτυχές. Η μία είναι να πρόκειται για κακοδικία ή δικαστική πλάνη. Σε μια τέτοια περίπτωση πολλά πράγματα μπορεί να έχουν πάει λάθος, κρίσιμοι μάρτυρες να μην έχουν εξεταστεί, αποδεικτικά στοιχεία να μην έχουν συμπεριληφθεί, να υπάρχει προκατάληψη ενόρκων και δικαστικών λειτουργών και διάφορα άλλα τέτοιου χαρακτήρα. Η άλλη περίπτωση όμως διαφέρει πολύ γιατί αφορά το στήσιμο μιας υπόθεσης εξολοκλήρου σε μια ψευδή συνθήκη, μια συνθήκη που εμφανίζει πχ ένα ανώνυμο τηλεφώνημα που δεν συνέβη ποτέ. Εκεί λοιπόν η αθώωση ενός ανθρώπου που έχει περάσει όλο αυτό το βασανιστήριο δε μπορεί να αναγνωστεί απλώς ως κακοδικία αλλά ως προϊόν θεσμικής αυθεραισίας και παραβατικότητας η οποία μάλιστα συγκαλύπτεται και τυγχάνει και στήριξης από την διεύθυνση της υπηρεσίας, από την αρχηγία του σώματος της ελληνικής αστυνομίας, από το αρμόδιο υπουργείο που προΐσταται της ΕΛ.ΑΣ. και τέλος από την κυβέρνηση που ελέγχει το αρμόδιο υπουργείο. Τίθενται δηλαδή ευθύνες πολιτικές προφανώς αλλά και ποινικές που φτάνουν σε επίπεδο κορυφής και οι οποίες φυσικά δεν αποδίδονται ποτέ και ούτε είναι δυνατό να αποδοθούν.

Δεδομένης αυτής της πρώτης θεσμικής παραβατικότητας που είναι για δεκαετίες κανονικότητα υπάρχει το ανέλεγκτο της δράσης των διωκτικών αρχών που με όχημα τον 187α δημιουργούν μια νέα μορφή δικαίου υπό εξαίρεσης χωρίς αυτό να είναι καν διατυπωμένο κάπου και ως τέτοιο. Έχει δημιουργηθεί οπότε μια βιομηχανία διώξεων εναντίον ανθρώπων που έχει μια συγκεκριμένη ακολουθία. Για αρχή όπως είπαμε και προηγουμένως η αξιοποίηση ενός υλικού παρακολούθησης που έχει προκύψει παρανόμως. Σειρά έχει η αξιοποίηση ευρημάτων χαμηλής/μηδαμινής ποινικής απαξίας ως τα μόνα επιβαρυντικά στοιχεία για ένα κατηγορούμενο και στη συνέχεια η αξιοποίηση του προφίλ, των σχέσεων (κοινωνικές/φιλικές/συγγενικές) ή και των πολιτικών απόψεων του κατηγορουμένου  ως τεκμηρίου ενοχής. Το αποτέλεσμα είναι η απομάκρυνση από τη βασική επιστημονική λογική του αστικού δικαίου όπως αυτό έχει κατοχυρωθεί που είναι ότι το βάρος της απόδειξης της κατηγορίας εναντίον του κατηγορουμένου το φέρει η κατηγορούσα αρχή και όχι ο κατηγορούμενος όπως επίσης και ότι η αμφιβολία επί της ενοχής του κατηγορούμενου είναι υπέρ της αθώωσης του και όχι της καταδίκης του.

Βρισκόμαστε λοιπόν σε μια κατάσταση όπου η θεσμική αυθαιρεσία/παραβατικότητα της ΕΛ.ΑΣ. συναντά αυτή της δικαιοσύνης και όπου δικαστικοί λειτουργοί κατά παράβαση κάθε έννοιας δικαίου, παραβιάζοντας επομένως την ίδια την έννομη τάξη την οποία υποτίθεται εκπροσωπούν και υπηρετούν, εφαρμόζουν ένα δίκαιο εξαίρεσης προφυλακίζοντας και καταδικάζοντας ανθρώπους που η αποδεικτική διαδικασία δεν έχει και δε δύναται να καταστήσει ενόχους ως προς τις κατηγορίες που τους αποδίδονται. Γιατί προφανώς οτιδήποτε δεν προκύπτει ως βεβαιότητα από την αποδεικτική διαδικασία, την αυστηρή εξέταση στοιχείων και γεγονότων δηλαδή, είναι προϊόν εικοτολογίας. 

Η κανονικοποιημένη χρήση της εικοτολογίας από τους μηχανισμούς της δικαιοσύνης ως μέσο απόδειξης αναγκάζει κόσμο που μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπο με κατηγορίες να προσαρμόσει την υπερασπιστική του γραμμή σε αυτήν την κατάσταση και να αναπτύξει μια υπερασπιστική γραμμή που υποβιβάζει την ίδια του την αξιοπρέπεια. Οι οποιουδήποτε βαθμού σχέσεις με συγκεκριμένα άτομα για παράδειγμα δεν συνεπάγονται σε καμία περίπτωση γνώση πόσο μάλλον εμπλοκή στις οποιοσδήποτε ποινικές υποθέσεις για τις οποίες κατηγορούνται. Το ίδιο ισχύει για ταξίδια στο εξωτερικό, για την ύπαρξη δαχτυλικών αποτυπωμάτων ή DNA σε κινητά αντικείμενα που απασχολούν μια συγκεκριμένη δικογραφία ως ευρήματα. Το ίδιο ισχύει για το προφίλ κάθε ανθρώπου, τις πολιτικές και θρησκευτικές του αντιλήψεις, τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, το φύλο του, την ιατρική του κατάσταση, το κοινωνικό του υπόβαθρο ή ακόμα και το ποινικό του μητρώο.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν συνιστά επιβαρυντική περίσταση ή τεκμήριο ενοχής. Για να είμαστε ακριβείς δεν υφίσταται καν ως ιδέα το τεκμήριο ενοχής. Κανένα άτομο επομένως δε υποχρεούται κανονικά να δίνει εξηγήσεις για οτιδήποτε από τα παραπάνω. Ακόμα και η σιωπή είναι δικαίωμα και ούτε και αυτή συνιστά επιβαρυντική περίσταση ή τεκμήριο ενοχής. Επιπλέον κάθε άτομο θεωρητικώς τουλάχιστον έχει δικαίωμα να ταξιδεύει ελεύθερα και το ίδιο ελεύθερα να συνάπτει ή να συντηρεί σχέσεις με οποιαδήποτε άλλα άτομα. Έχει δικαίωμα να υπάρχει στο χώρο και το χρόνο με τρόπο υλικό και απτό που σημαίνει ότι σίγουρα έχει αφήσει πίσω του αποτυπώματα και γενετικό υλικό με όρους τυχαιότητας, άρα σε πολλά και διάφορα κινητά αντικείμενα καθότι και τα αποτυπώματα και το γενετικό υλικό μπορούν ακόμα και να μεταφερθούν δευτερογενώς ή τριτογενώς Μια σακούλα φερ’ ειπείν, που στην υπόθεση των Αμπελοκήπων έχει καταστεί κατεξοχήν ενοχοποιητικό εύρημα, είναι ένα νόμιμο κινητό αντικείμενο του λιανικού εμπορίου συνεπώς μπορεί να έχει πληθώρα αποτυπωμάτων  ανθρώπων που μπορεί να μην την έχουν πιάσει καν με τα χέρια τους και το ίδιο ισχύει για κάθε παρόμοιο κινητό αντικείμενο. Ο εξαναγκασμός ατόμων να πρέπει να δίνουν εξηγήσεις για πράγματα και καταστάσεις με αφορμή οτιδήποτε από τα παραπάνω συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση προσωπικότητας κάτι προφανώς παράτυπο αν όχι ποινικά κολάσιμο κάθε αυτό.

Είναι βέβαια δεδομένο ότι σε μια κατεξοχήν άδικη κοινωνία η δικαιοσύνη θα έχει ένα φίλτρο εμπλουτισμένο με κάθε δυνατή προκατάληψη ταξική, ρατσιστική, έμφυλη και ότι θα παρουσιάζονται διαφορετικές ταχύτητες στην εφαρμογή του δικαίου που με τρόπο που καθιστά τη λεγόμενη ισονομία κενό γράμμα. Αν και είναι μια κατάσταση προβληματική από μόνη της είναι ένα εντελώς άλλο προβληματικό επίπεδο, πολύ πιο αναβαθμισμένο, όταν αυτές οι διακρίσεις καθίστανται με ένα τρόπο νομικώς αποδεκτές στην εφαρμογή αυτού του δικαίου εξαίρεσης που ορίζει ο 187α όπως το αναλύσαμε προηγουμένως.

Η υπόθεση Μέιφιλντ στις ΗΠΑ

Περνώντας στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, εκεί όπου από το 2001 και μετά εκπορεύτηκε ο παγκόσμιος πόλεμος κατά της «τρομοκρατίας» έχει ένα ενδιαφέρον να δούμε πως οι ποινικές προκαταλήψεις -που ούτως ή άλλως υφίστανται- ενθαρρύνονται και ενισχύονται στα πλαίσια της διεθνούς  αντιτρομοκρατικής ατζέντας. Ενδεικτική είναι η υπόθεση Μπράντον Μέιφιλντ (Brandon Mayfield) ενός δικηγόρου από το Όρεγκον που κατηγορήθηκε λανθασμένα για συμμετοχή στις βομβιστικές επιθέσεις στη Μαδρίτη στις 11 Μαρτίου 2004 σε τέσσερα τρένα του προαστιακού σιδηροδρομικού δικτύου  κατά τη διάρκεια της πρωινής ώρας αιχμής με τελικό απολογισμό 191 νεκρούς και 1.800 τραυματίες.

Ο Mayfield συνελήφθη στις 6 Μαΐου 2004  βάση ταυτοποίησης δακτυλικών αποτυπωμάτων που βρέθηκαν σε μια σακούλα που εμπεριείχε πυροκροτητές εντός ενός κλεμμένου βαν κοντά στο σημείο της επίθεσης παρά το γεγονός ότι λίγες εβδομάδες πριν στις 13 Απριλίου, οι ισπανικές αρχές είχαν εκφράσει αμφιβολίες για την εγκυρότητα της ταύτισης. Το FBI αγνοώντας λοιπόν τις ισπανικές αρχές που ανέφεραν στην έκθεση τους ότι δεν υπάρχει καν οποιαδήποτε αναφορά ότι  ο Mayfield έχει βρεθεί οποτεδήποτε στην Ισπανία,  προχώρησε στη σύλληψή του, χρησιμοποιώντας εξουσίες που του παρείχε ο περιβόητος νόμος USA PATRIOT Act που ενεργοποιήθηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Συγκεκριμένα τρεις διαφορετικοί αναλυτές του FBI κι ένας ιδιώτης συνέκλιναν ότι παρά το γεγονός ότι το αποτύπωμα στη σακούλα παρουσίαζε τουλάχιστον 10 διαφορές με αυτό του Mayfield θα έπρεπε να θεωρηθεί έγκυρη η ταυτοποίηση με αποτέλεσμα την έκδοση εντάλματος εναντίον του και τη σύλληψή του.

Η υπόθεση θα ανατραπεί και το FBI θα εκτεθεί ανεπανόρθωτα καθώς στις 20 Μαΐου οι ισπανικές αρχές ανακοινώνουν ότι έχουν προχωρήσει στην ταυτοποίηση του Ουνάνε Νταούντ (Ouhnane Daoud) ενός Αλγερινού μετανάστη με ποινικό παρελθόν, με αποτέλεσμα μια μέρα μετά ο ομοσπονδιακός δικαστής Ρόμπερτ Τζόουνς (Robert Jones) να διατάξει την απελευθέρωση του Mayfield. Στο μεγάλο ερώτημα που μπορεί να προκύπτει γιατί το FBI να επιμείνει στο σενάριο εμπλοκής του Mayfield τη στιγμή που το διαβατήριο του ήταν ληγμένο για περίπου ένα χρόνο, δεν υπήρχε καμία εμφάνιση του ονόματος του σε καμία ανταπόκριση από και προς Ισπανία το επίμαχο χρονικό διάστημα, και ούτε κάποια συγκεκριμένη απόδειξη ότι μπορεί να εξαφανίστηκε και να ταξίδεψε ινκόγκνιτο με ψεύτικα στοιχεία, είναι ότι ο ίδιος είχε γίνει μουσουλμάνος, ήταν παντρεμένος με αιγύπτια μετανάστρια, είχε εκπροσωπήσει στο παρελθόν ως δικηγόρος άλλους μουσουλμάνους και άραβες ένας εκ των οποίων κατηγορήθηκε για τρομοκρατία, διατηρούσε σχέσεις με διάφορα ιδρύματα, ινστιτούτα, και οργανισμούς που είχαν σχέση με ζητήματα μουσουλμανικής πίστης και βοήθειας και αρωγής σε μουσουλμάνους που μπορεί να ήταν και κρατούμενοι. Επρόκειτο δηλαδή για τυπικό θύμα ποινικής προκατάληψης και θρησκευτικών διακρίσεων, γεγονός που υποδηλώνει τη θεσμική αυθαιρεσία τόσο του FBI όσο και του δικαστή Jones που εξέδωσε το ένταλμα σύλληψης.

Όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, πιστεύω ότι με ξεχώρισαν και με στοχοποίησαν ως μουσουλμάνο, Brandon Mayfield

Ο Mayfield υπέβαλε μήνυση κατά της κυβέρνησης, αμφισβητώντας τη συνταγματικότητα των παρακολουθήσεων και των κατασχέσεων που έγιναν βάσει του Patriot Act και  το FBI αναγκάστηκε να καταβάλει 2 εκατομμύρια δολάρια ως αποζημίωση, αναγνωρίζοντας τη ζημιά που υπέστη ο Mayfield στην υπόληψη και την ψυχική του υγεία.​ Η υπόθεση Brandon Mayfield  ανέδειξε σοβαρά κενά και υπερβολές τόσο στις εγκληματολογικές διαδικασίες όσο και στις αντιτρομοκρατικές πρακτικές και άνοιξε ευρύτερα συζήτηση για την αναγκαιότητα μεταρρυθμίσεων τόσο στη δικαστική όσο και στην εγκληματολογική επιστήμη. Θα αποτελέσει για παράδειγμα το κεντρικό θέμα του βιβλίου Ανατομία ενός Εγκληματολογικού Εργαστηρίου  (Autopsy of a Crime Lab) του καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Duke  Μπράντον Γκάρετ (Brandon Garrett) το  οποίο επικεντρώνεται στις αποτυχίες της εγκληματολογικής επιστήμης και στον ρόλο τους στις άδικες καταδίκες ενώ μια αναλυτική έκθεση άνω των διακοσίων σελίδων του ίδιου του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ περιγράφει τι ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι ο Mayfield ήταν μουσουλμάνος τόσο κατά την εξέλιξη της έρευνας όσο και της έκδοσης εντάλματος αλλά και το ποιος ήταν ο ρόλος των ΜΜΕ σε όλα τα στάδια εξέλιξης της υπόθεσης.

Σημαντικό που πρέπει να κρατήσουμε από υποθέσεις σαν του Mayfield στις ΗΠΑ ή του Θεοφίλου στην Ελλάδα είναι το πως οι αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες έρχονται να κουμπώσουν σε μια ούτως άλλως καθαρά ταξική, ρατσιστική, σεξιστική δικαιοσύνη καθιστώντας την ποινική προκατάληψη νόμιμη και όλες τις παράτυπες ενέργειες των κατά τόπους μυστικών και αντιτρομοκρατικών υπηρεσιών αποδεκτές αδιαφορώντας ή επιδιώκοντας ενδεχομένως παράπλευρες απώλειες. Είναι μια συζήτηση που διαρκώς ανοίγει και διαρκώς πρέπει να ανοίγει και να εμπλουτιστεί από τη σύγχρονη συζήτηση για την επιστημονική εγκυρότητα χρήσης του γενετικού υλικού ή των δαχτυλικών αποτυπωμάτων ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινικές υποθέσεις πόσο μάλλον ως τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία.

Στην Ελλάδα η αλήθεια είναι πως είμαστε πίσω στο κομμάτι αυτής της συζήτησης ενώ διαρκώς προκύπτουν αντίστοιχες πολύκροτες ποινικές υποθέσεις που την υπαγορεύουν όπως αυτή τώρα των Αμπελοκήπων. Στις ΗΠΑ από την άλλη που το αστυνομικοδικαστικό σύμπλεγμα είναι τεράστιο και διαπλέκεται με το λόμπι των ιδιωτικών φυλακών εντός των οποίων υπάρχει αμισθί καταναγκαστική εργασία ως μια μορφή δουλείας (οι κρατούμενοι στις ΗΠΑ ορίζονται ως εξαίρεση στην 13η τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος για την κατάργηση της δουλείας), εκεί όπου οι μαζικές καταδίκες ανθρώπων είναι χιλιάδες σε καθημερινή βάση (ο συνολικός πληθυσμός των κρατουμένων στις ΗΠΑ υπολογίζεται σε πάνω από δύο εκατομμύρια και είναι ο μεγαλύτερος παγκοσμίως), υπάρχουν διάφορες τέτοιες πρωτοβουλίες που όχι μόνο ανοίγουν τη σχετική συζήτηση αλλά παρέχουν νομική βοήθεια, συμβουλές και εκπαίδευση προκειμένου τόσο κατηγορούμενοι όσο και δικηγόροι αλλά και δικαστές να ενημερώνονται από την εξέλιξη της επιστήμης και της αξιοπιστίας των αποδεικτικών στοιχείων.

Μία από αυτές είναι η μη κυβερνητική οργάνωση Innocence Project με κεντρικό γραφείο στη Νέα Υόρκη και λειτουργία σε όλες  τις πολιτείες, που από το 1992 μέχρι τώρα είναι σε μια διαρκή μάχη με το δικαστικό σύστημα της χώρας για την ανατροπή δικαστικών αποφάσεων που θεωρούνται άδικες, έχοντας συμβάλει στην ακύρωση εκατοντάδων τέτοιων μέσα στα χρόνια.

Κλείνοντας θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η θεσμική αυθαιρεσία ή και παραβατικότητα στα ζητήματα που αναλύουμε παραπάνω γίνεται ακόμα πιο προκλητική και εξοργιστική με μια απλή αντιπαραβολή με το πώς αστυνομία και δικαιοσύνη λειτουργούν σε μείζονα πολιτικά σκάνδαλα, σε υποθέσεις πολιτικής και αστυνομικής διαφθοράς. Η σπουδή των εγκληματολογικών εργαστηρίων να βγάλουν σύντομα αποτελέσματα σε κάποιες υποθέσεις ενώ σε άλλες μπορεί να περάσουν χρόνια και τα πειστήρια να χαθούν ή να εξαφανιστούν, προδίδει πέρα από οποιεσδήποτε συνωμοσιολογικές θεωρίες μια προτεραιοποίηση η οποία συστηματικά  μας δείχνει ότι το παρόν κοινωνικό συμβόλαιο και η λεγόμενη «ισονομία» δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα «πουκάμισο αδειανό»…

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Σε ύφεση η φωτιά στο παλιό ξενοδοχείο ΠΑΛΛΑΣ στο Λουτράκι

Αναζητούν τον 17χρονο Κωνσταντίνο Δ. που εξαφανίστηκε στη Νίκαια

Νεκρά εκατοντάδες χιλιάδες πτηνά στη Γαλλία λόγω καύσωνα

Τερματίζεται η απεργία πείνας του Αριστοτέλη Χαντζή και της Suzon Doppagnea για τα προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα