Ο άνθρωπος της χρονιάς του περιοδικού Time για το 2024 είναι ο Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με το Time, ο Τραμπ είναι παράγοντας και δικαιούχος της «αναζωπύρωσης του λαϊκισμού», της «διευρυνόμενης δυσπιστίας προς τους θεσμούς που καθόρισαν τον περασμένο αιώνα», και της «αλλαγής του ρόλου της Αμερικής στον κόσμο».

Ενδιαφέρον, όμως ο δικός μου άνθρωπος της χρονιάς είναι και φέτος ο Τόνι Σοπράνο.
Αν ήταν στο χέρι μου, ο πρωταγωνιστής της αμερικανικής τηλεοπτικής σειράς «Οι Σοπράνος» (The Sopranos) θα ήταν πρόσωπο της χρονιάς κάθε χρονιά, μετά το 2007, όταν και ολοκληρώθηκε η έκτη και τελευταία σεζόν. Δεν θα κουράσω με κοινοτοπίες περί σπουδαίων ερμηνειών, συναρπαστικής πλοκής, και σειράς που λάνσαρε την «χρυσή εποχή» της τηλεόρασης. Οι Σοπράνος ήταν μια διαστροφική, πεσιμιστική φάρσα με ήρωα τον μαφιόζο Τόνι, έναν αποκρουστικό, αδίστακτο, μαζικό δολοφόνο δηλαδή, που όμως βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση. Ποιο το αφηγηματικό νόημα της υπαρξιακής κρίσης ενός ανθρώπου που δεν θα έπρεπε να υπάρχει; Κανένα.
Το κενό νοήματος στον πυρήνα της ιστορίας το διαισθάνεται από την αρχή η ψυχαναλύτρια του Τόνι την οποία επισκέπτεται γιατί έχει κρίσεις πανικού. Δεν του το λέει όμως γιατί οι συνεδρίες με τον βίαιο Ιταλοαμερικανό της εξάπτουν την περιέργεια και εξάλλου πληρώνεται καλά με τα ματωμένα λεφτά του. Μετά από αλλεπάλληλες διαβεβαιώσεις πως εκείνος προοδεύει, τον διώχνει τελικά όταν μαθαίνει πως μια ακαδημαϊκή έρευνα έδειξε πως η ψυχανάλυση επιδεινώνει αντί να βελτιώνει την κατάσταση του κοινωνιοπαθούς ασθενή.

Όλοι οι κεντρικοί χαρακτήρες των Σοπράνος είναι κατά κάποιον τρόπο κοινωνιοπαθείς όμως, και όχι απαραίτητα γιατί είναι βίαιοι, αλλά γιατί αδυνατούν να βοηθήσουν πραγματικά άλλους ανθρώπους και να επιτελέσουν έναν χρήσιμο κοινωνικό ρόλο -η κοινωνία βρίσκεται σε ανίατη, τερματική κατάσταση. Το ίδιο και οι θεσμοί, αυτοί που «καθόρισαν τον περασμένο αιώνα» μαζί με όποια κατάλοιπα κοινωνικής αλληλεγγύης. Στην τέταρτη σεζόν, ο Αφροαμερικανός διευθυντής μιας ΜΚΟ χρηματοδότησης εργατικών κατοικιών βοηθά τον Τόνι να κάνει έξωση σε μια φτωχή οικογένεια στο γκέτο και συνοψίζει υπέροχα την κατάσταση: « Η επανάσταση πουλήθηκε. Άκουσες τους Beatles για το Η&R Block»; […το τραγούδι τους Taxman δηλαδή, σε διαφήμιση λογιστικής μεγαλοεταιρείας]. Ας τελειώνουμε, μοιάζει να λέει, λοιπόν με την «αναζωπύρωση του λαϊκισμού».
Στο σύμπαν των Σοπράνος δεν υπάρχει αγάπη. Οι πιο μισητοί άνθρωποι δεν είναι οι εχθροί σου, αλλά όσοι κρατάς κοντά. Η μητέρα του Τόνι, για παράδειγμα, συνωμοτεί με τον θείο του για να τον δολοφονήσουν, πριν ο Τόνι αποπειραθεί να την δολοφονήσει εκείνος. Η σύζυγος του Τόνι είναι ο μόνος άνθρωπος που του μιλά με ειλικρίνεια, όμως δεν θέλει να ξέρει την αλήθεια για τα εγκλήματά του. Πληγώνεται περισσότερο από τις απιστίες του αλλά πάντα την παρηγορεί με ακριβά δώρα.
Η φοιτήτρια κόρη τους εν τω μεταξύ υπερασπίζεται μειονότητες, αποφασίζει όμως τελικά να ακολουθήσει την πιο κερδοφόρα επαγγελματική οδό της νομικής υπεράσπισης εγκληματιών, όπως ο μπαμπάς. Ο μικρός γιος είναι ίσως ο λιγότερο ανήθικος της οικογένειας, αυτό όμως γιατί είναι εντελώς ανίκανος – να σπουδάσει, να κάνει σχέσεις, ακόμα και να ολοκληρώσει μια απόπειρα αυτοκτονίας. Το χρίσμα του διαδόχου παίρνει τελικά ο ανηψιός του Τόνι, μετά από απέλπιδες προσπάθειες να πετύχει στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Δεν έχει φυσικά κανένα ταλέντο, εκτός από το να σκοτώνει κατ’ εντολή. Στο βίαιο τέλος του παίζει ρόλο και ο Τόνι, μια απόδειξη ότι ο μαφιόζος δεν έχει καμία ικανότητα να βρει την λύτρωση.
Σε άλλες εποχές, ο δημιουργός των Σοπράνος Ντέιβιντ Τσέις (David Chase) ίσως είχε γράψει ένα καινοτόμο μυθιστόρημα. Μετά από μια μέτρια καριέρα στην τηλεόραση του προηγούμενου αιώνα, μας χάρισε τελικά το συγκυριακό του έπος λίγο πριν την 11η Σεπτεμβρίου 2001, στην αυγή μιας ακόμα «αλλαγής του ρόλου της Αμερικής στον κόσμο». Η σειρά έληξε αμέσως πριν το οικονομικό κραχ του 2008 και ενώ ο Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας είχε ξεσκεπαστεί ως καραμπινάτη απάτη. Δεν γνωρίζω αν κάποιος από τους υπεύθυνους για τα λουτρά αίματος σε Ιράκ και Αφγανιστάν επισκέφτηκε ποτέ ψυχαναλυτή, πολλοί μαζικοί δολοφόνοι όμως πήγαν λίγο μετά στα σόσιαλ για να κρύψουν σε κοινή θέα την κοινωνιοπάθειά τους. Εξαίρεση ο Τραμπ, που την διασκεδάζει ανοιχτά.
Δεν συγκρίνω όμως όσους ψήφισαν τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο με όσους διασκέδασαν με τον αρχιμαφιόζο Τόνι, όπως έχουν ήδη κάνει προοδευτικά αμερικανικά μέσα. Οι Αμερικάνοι έχουν μια εμμονή με την αφήγηση (narrative), με τις ιστορίες δηλαδή, ως εργαλεία επεξήγησης της κοινωνίας. Οι Σοπράνος όμως έδειξαν πως στον 21ο αιώνα, τα επεξηγηματικά εργαλεία είναι όλα ληγμένα. Η σειρά εξ’ άλλου δεν αναπτύσσει καμία μεγάλη ιδέα ή επαπειλούμενο διακύβευμα όπως π.χ. την τραγικότητα των οικογενειακών δεσμών ή την σχέση της μαφίας με τον καπιταλισμό (βλ. Νονός, Τα Καλά Παιδιά). Πιο πολύ από όλα, ίσως είναι ένα δράμα για το τι συμβαίνει όταν είσαι το νούμερο ένα. Μένεις μόνος σου στο τέλος, λέει σε μια στιγμή ο Τόνι Σοπράνο, με τα πάντα.

Το ανοιχτό τέλος της σειράς δεν δίνει απαντήσεις για τίποτα. Δεν ξέρουμε καν αν ο μαφιόζος πεθαίνει. Όταν βέβαια μια ιστορία σε αφήνει μετέωρο, μπορείς να την δεις από την αρχή, ξανά και ξανά, χρόνο με το χρόνο, απολαμβάνοντας το γεγονός πως δεν υπάρχει νόημα τελικά.
