Οι πρώτες διαπραγματεύσεις μεταξύ των Χριστιανοδημοκρατών, των Χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας και των Σοσιαλδημοκρατών για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας στη Γερμανία ολοκληρώθηκαν. Τώρα τα τρία κόμματα θα αποφασίσουν εσωτερικά αν εγκρίνουν τα σημεία σύγκλισης και στη συνέχεια θα αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για την οριστικοποίηση του συμβολαίου με το οποίο ο Μεγάλος Συνασπισμός ευελπιστεί να κυβερνήσει μέχρι τις αρχές 2029.
Στα οικονομικά ζητήματα κυριαρχεί η προσπάθεια για αλλαγές στη συνταγματικά κατοχυρωμένη πρόβλεψη για ανώτατο όριο κρατικού δανεισμού, το λεγόμενο «φρένο χρέους». Με αυτό θα ασχοληθούμε πιο κάτω. Πέρα από αυτό, η διαπραγμάτευση οδήγησε σε αποφάσεις ελάφρυνσης επιχειρήσεων και νοικοκυριών σχετικά με το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση από το 19% στο 7%, επαναφορά των φοροελαφρύνσεων για τα καύσιμα των αγροτών (που τις είχε καταργήσει η κυβέρνηση Σολτς με αποτέλεσμα να γίνουν μεγάλες κινητοποιήσεις).
Προβλέπεται αύξηση του κατώτατου μισθού στα 15 ευρώ την ώρα μεικτά, κίνητρα στους συνταξιούχους να εργάζονται ενώ σε θέματα μετανάστευσης, τα οποία εμφανίζουν τις πιο σοβαρές διαφωνίες, επήλθε ένας συμβιβασμός με εγγυήσεις για τους νόμιμα διαμένοντες και σκλήρυνση της στάσης του κράτους απέναντι σε ανθρώπους που ζητάν άσυλο. Έτσι θα εξακολουθήσει να ισχύει η σχετική ευκολία απόκτησης της γερμανικής υπηκοότητας, αλλά θα ενταθεί η απέλαση αιτούντων ασύλου είτε στις χώρες μέσα από τις οποίες εισήλθαν στην Ε.Ε. ή η επιτόπου απώθησή τους στις όμορες με τη Γερμανία χώρες από τις οποίες προσπαθήσαν να εισέλθουν. Παράλληλα θα ενταθούν και οι απελάσεις στις χώρες καταγωγής με διεύρυνση του καταλόγου των «ασφαλών χωρών». Η επανένωση οικογενειών αναστέλλεται, ενώ όσοι πρόκειται να απελαθούν δε θα έχουν νομικά μέσα για προσβολή της απόφασης. Η διαδικασία θα γίνεται απευθείας από την αστυνομία.Η AfDικανοποιημένη μπορεί να ισχυρίζεται πως η πολιτική της σε μεγάλο μέρος της υιοθετείται από τη μελλοντική κυβέρνηση.
Η κυβίστηση: Αναστολή του «φρένου χρέους»
Το μεγάλο ζήτημα που απασχολεί όμως αφορά στην απόφαση των μελλοντικώνκυβερνητικών εταίρων να αναστείλουν με συνταγματική αναθεώρηση τη διάταξη για το «φρένο χρέους». Εδώ ο Μερτς έκανε τη στροφή 180 μοιρών, μη τηρώντας αυτά που έλεγε προεκλογικά σχετικά. Είπε πως η Γερμανία χρειάζεται πολλά χρήματα για εξοπλισμούς, ό,τι κι αν κοστίζει αυτό (sic: «Whatever it takes»). Αυτό προκαλεί κριτική και εντός του κόμματός του.
Το σκεπτικό τους ξεκινά από τη διαπίστωση πως οι ΗΠΑ υπό τον πρόεδροΤραμπ θέλουν να προχωρήσουν σε συνεννόηση με τη Ρωσία για το ουκρανικό ζήτημα και εγκαταλείπουν τη θέση του στρατιωτικού προστάτη της Ε.Ε.. Γι’ αυτό, όπως αποφασίστηκε και σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει η Γερμανία, μαζί με τις άλλες χώρες της Ε.Ε. να προχωρήσει σε δραστική ενίσχυση των στρατιωτικών της δυνατοτήτων. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είπε πως η Ε.Ε. χρειάζεται 800 δισεκατομμύρια ευρώ για εξοπλισμούς. Οι εκτιμήσεις για τη Γερμανία κάνουν λόγο για περιπου 400 δισεκατομμύρια.
Το σκεπτικό του Μερτς, του Ζέντερ από τη Βαυαρία και των Σοσιαλδημοκρατών Κλινκμπάιλ και Έσκεν συνεχίζει λέγοντας ότι για να εξασφαλιστούν αυτά τα χρήματα πρέπει να αντιστραφεί η ύφεση που παρουσιάζει η γερμανική οικονομία τα τελευταία χρόνια. Γι’ αυτό, για την αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας εκφράζεται η πρόθεση να ληφθούν δάνεια ύψους 500 δισεκατομμυρίων ευρώ σε βάθος δεκαετίας, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για επενδύσεις στις υποδομές της χώρας, στην πολιτική προστασία, στην ενέργεια, στην ψηφιοποίηση, στις μεταφορές, στην υγεία, τη φροντίδα και την εκπαίδευση και στην επιστημονική έρευνα.

Πραξικόπημα;
Όταν ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς άσκησε στο Μόναχο στα μέσα του Φλεβάρη κριτική στις χώρες της Ε.Ε. για αντιδημοκρατικές πρακτικές, αναφέρθηκε στην περίπτωση της Ρουμανίας που ακύρωσε τις προεδρικές εκλογές προκειμένου να μην εκλεγεί πρόεδρος ο μη αρεστός στην Ε.Ε. ακροδεξιός Καλίν Γκεοργκέσκου. Μπορεί ο Βανς να είναι ο ίδιος ακροδεξιός, αυτό δε σημαίνει όμως πως δεν ισχύουν αυτά που είπε. Δεν ανέφερε, προφανώς, το, ουσιαστικά, πραξικόπημα Μακρόν πέρσι, όταν ο Γάλλος πρόεδρος αρνήθηκε να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο αριστερό Νέο Λαϊκό Μέτωπο που είχε κερδίσει τις εκλογές, πολλώ δε μάλλον στο τι συνέβη πριν δέκα χρόνια στην Ελλάδα, όπου αγνοήθηκε η με δημοψήφισμα εκπεφρασμένη βούληση του ελληνικού λαού από την Ε.Ε. και την κυβέρνηση Τσίπρα.
Το ζήτημα που προκύπτει στη Γερμανία μπορεί να λυθεί και αυτό μόνο με ένα -κατ’ ουσίαν- κοινοβουλευτικό πραξικόπημα. Για να ανασταλεί το «φρένο χρέους» πρέπει να αναθεωρηθεί το συγκεκριμένο άρθρο του συντάγματος της ομοσπονδιακής Γερμανίας. Για να γίνει αυτό χρειάζεται στο κοινοβούλιο πλειοψηφία δύο τρίτων. Το κοινοβούλιο που εξελέγη στις 23 Φεβρουαρίου δεν εξασφαλίζει αυτήν την διευρυμένη πλειοψηφία. Έτσι, οι μελλοντικοί συγκυβερνήτες θέλουν να καταφύγουν σε μια πραξικοπηματική ακροβασία: καθώς το νέο κοινοβούλιο δεν έχει συνεδριάσει ακόμα για να συγκροτηθεί σε σώμα, εξακολουθεί τυπικά να είναι ενεργό το παλαιό. Σε αυτό η απαιτούμενη πλειοψηφία μπορεί να προκύψει. Γι’ αυτό ο δικομματικός συνασπισμός που θα σχηματίσει κυβέρνηση, εάν ευοδωθούν οι διαπραγματεύσεις, μετά την έγκριση από τα τρία κόμματα, θέλει να φέρει την αναθεώρηση του άρθρου τώρα, στο παλιό κοινοβούλιο.
Η μείζων αντιπολίτευση της ακροδεξιάς AfD αλλά και η ελάσσων του αριστερού κόμματος Die Linke αντιδρούν. Η AfD έχει ήδη ζητήσει από το προεδρείο του κοινοβουλίου να μην προχωρήσει σε σύνοδο του σώματος που θα συζητήσει την αναθεώρηση και έχει διατυπώσει τη θέληση να πάει στο συνταγματικό δικαστήριο. Το αριστερό κόμμα Die Linke έχει επίσης δηλώσει τη διαφωνία του με τη διαδικασία. Και οι δυο τονίζουν πως το κοινοβούλιο δεν έχει την ουσιαστική νομιμοποίηση να προχωρήσει στη λήψη τόσο σημαντικών αποφάσεων. Από άλλες πλευρές όμως λέγεται πως τυπικά η δικαιοδοσία υπάρχει.
Πράσινοι και φιλελεύθεροι, πάντως, θα μπορούσαν να στηρίξουν τη διαδικασία στο υπάρχον -παλαιό- κοινοβούλιο, οι μεν εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά τους για το ότι στα σημεία που συμφώνησαν χριστιανοδημοκράτες και σοσιαλδημοκράτες λείπει η οικολογική πολιτική, οι δε θέλοντας να προσφέρουν μια τελευταία υπηρεσία στις μεγάλες επιχειρήσεις πριν αποχωρήσουν από τη βουλή, καθώς δεν εξέλεξαν βουλευτές στις εκλογές. Και πως θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς, μιας και η προσμονή και μόνο της αλλαγής στο σύνταγμα έχει οδηγήσει σε ράλι τις μετοχές της πολεμικής – και όχι μόνο – βιομηχανίας. Το κόμμα της Ζάρα Βάγκενκνεχτ, τέλος, απορρίπτει τη διαδικασία συνολικά, παρόλο που τάσσεται ενάντια στο «φρένο χρέους».

Πυρηνικά όπλα και εκατό δισεκατομμύρια για συμβατικά
Προφανώς τα δύο κόμματα της αντιπολίτευσης που αντιδρούν δεν απορρίπτουν εν συνόλω τα σχέδια, αλλά θα ήθελαν πολύ να συνδιαμορφώσουν τους όρους με τους οποίους θα γίνει η αλλαγή και τα πεδία στα οποία θα επενδυθούν τα χρήματα. Έτσι, το αριστερό κόμμα Die Linke ζητά εξηγήσεις για το πώς ξοδεύτηκαν τα 100 δισεκατομμύρια για τον στρατό που ενέκρινε η απερχόμενη κυβέρνηση Σολτς το 2022 και γιατί αυτά τα χρήματα δεν κατέστησαν τον στρατό ετοιμοπόλεμο. Πάντως, το κόμμα επιμένει πως η Γερμανία δε χρειάζεται πολεμικές δαπάνες αλλά ειρηνικές, μεταξύ άλλων και για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, αλλά και γενναία χρηματοδότηση κοινωνικών πολιτικών και βαριά φορολόγηση του μεγάλου πλούτου.
Ο ακροδεξιός πόλος έχει άλλου είδους ανησυχίες. Όπως αναφέραμε, απορρίπτει αλλαγές στο σύνταγμα από το παρόν κοινοβούλιο, αλλά πάει το ζήτημα των εξοπλισμών της Γερμανίας ένα μεγάλο βήμα μπροστά. Ο αρμόδιος για θέματα αμυντικής πολιτικής του κόμματος, συνταγματάρχης εν αποστρατεία ΡούντιγκερΛούκασεν, που ανήκει στη φιλοΝΑΤΟϊκή πτέρυγα της AfD, εξέφρασε την ανάγκη η Γερμανία να αναπτύξει… δικά της πυρηνικά όπλα! Παράλληλα τάχθηκε υπέρ της επαναφοράς της στρατιωτικής θητείας για άνδρες αλλά και για τις γυναίκες. Η στρατιωτική θητεία έχει καταργηθεί στη Γερμανία από το 2011 και τώρα επανέρχεται σαν ιδέα τόσο από τη Δεξιά όσο και από την σοσιαλδημοκρατία. Αλλά και το στέλεχος της νεολαίας του κόμματος, Χάννες Γκνάουκ, έφεδρος λοχίας και βουλευτής δήλωσε πως η Γερμανία πρέπει να αποκτήσει δική της πυρηνική ομπρέλα, δηλαδή πυρηνικά όπλα. Τα ταμπού στη Γερμανία σπάνε ένα-ένα…
