Το πρωί της 12ης Μαΐου -ημέρα Δευτέρα, ημέρα που σπάνια περιμένεις κάποια έκπληξη- ανοίγοντας μαζί με τον πρωινό μου καφέ το Messenger, είδα ασυνήθιστη ροή εισερχομένων. Πολλοί φίλοι και πολλές φίλες, σκακιστές, σκακίστριες και συνοδοιπόροι, έσπευδαν να με ενημερώσουν για την υπ’ αρ. 30266700 είδηση του Αθηναϊκού και Μακεδονικού Πρακτορείου ειδήσεων:
Η κυβέρνηση των Ταλιμπάν πρόσθεσε στη λίστα των απαγορευμένων δραστηριοτήτων και το σκάκι, το οποίο «μέχρι νεωτέρας» θα θεωρείται «τυχερό» παιχνίδι, κάτι που αντίκειται στη νομοθεσία περί ηθών, ανακοίνωσε σήμερα ένας εκπρόσωπος της Διεύθυνσης Αθλημάτων, ο Ατάλ Μασουάνι.
Ένα γρήγορο γκουγκλάρισμα επιβεβαίωνε ότι η είδηση ήταν στα όρια του να γίνει βάιραλ. Θέλεις να φταίει που ό,τι απαγορεύουν (ή αναστέλλουν, όπως εδώ) οι Ταλιμπάν θα βρει κατευθείαν τον δρόμο για τη δημοσιότητα; Θέλεις ο σπινθήρας ανάμεσα στη συμπαράταξη του σκακιού με τον τζόγο -εξόχως περίεργη για τον μέσο νου; Θέλεις που ήταν Δευτέρα και έπρεπε με κάποιον τρόπο να περάσουμε τη δύσκολη έναρξη της βδομάδας; Σε κάθε περίπτωση το σκάκι απασχόλησε και πάλι τη δημοσιότητα.
Το σκάκι «θεωρείται μέσο στοιχηματισμού για χρηματικό κέρδος», κάτι που απαγορεύεται από τον νόμο για την Προώθηση της Αρετής και την Πρόληψη της Έκλυσης των Ηθών, εξήγησε μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο. Ο Μασουάνι δεν διευκρίνισε ποια θα είναι η ποινή για τους παραβάτες, συνέχιζε η είδηση, παραθέτοντας και την άποψη ενός ειδικού -όχι σκακιστή, αλλά καφετζή:
Ο 46χρονος Αζιζουλάχ Γκουλζάντα, ιδιοκτήτης ενός καφενείου στην Καμπούλ, όπου οι θαμώνες έπαιζαν σκάκι, είπε ότι θα τηρήσει την εντολή αλλά δεν έχει πειστεί από τα επιχειρήματα των αρχών ότι η θρησκεία απαγορεύει το παιχνίδι αυτό. «Πολλές μουσουλμανικές χώρες έχουν παίκτες διεθνούς επιπέδου που συμμετέχουν σε διεθνή τουρνουά. Πολλοί νέοι έρχονταν εδώ καθημερινά και δεν στοιχημάτιζαν χρήματα», σχολίασε. «Οι άνθρωποι που αγαπούν το σκάκι θλίβονται», είπε.
Έχει πλάκα, αλλά η μαρτυρία του Γκουλζάντα επιβεβαιώνει την πραγματολογική ισχύ του ταλιμπανικού επιχειρήματος: «πολλοί έρχονταν χωρίς να στοιχηματίζουν» σημαίνει ότι άλλοι έρχονται στοιχηματίζοντας. Κανείς φυσικά με καφενειακή παιδεία δεν εκπλήσσεται από αυτό. Το ερασιτεχνικό παιχνίδι, μακριά από την τυποποίηση των βαθμολογιών και του θεσμισμένου ανταγωνισμού, καταφεύγει στον στοιχηματισμό, είτε ήπιο είτε βαρύτερο, για να αρτύνει το παιχνίδι. Ποιος δεν βαριέται να παίζει χωρίς σκοπό;

Η ενδιάθετη σχεδόν τάση του ανθρώπου να τζογάρει όταν παίζει ένα παιχνίδι προκαλούσε πάντα τη μήνιν της εξουσίας (κυρίως της θρησκευτικής, γιατί η πολιτική φυσικά έβρισκε από νωρίς τον τρόπο να μετατρέπει τον τζόγο σε όπλο της -ή τουλάχιστον σε φόρο της). Απαγορεύσεις σε σχέση με το σκάκι και τη θρησκεία στη βάση του στοιχηματισμού διατρέχουν όλη την πρώιμη σκακιστική ιστορία. Διάσημη φερ’ ειπείν στους σκακιστικούς κύκλους είναι η περιβόητη επιστολή του επισκόπου Όστιας Πέδρο Νταμιάνι προς τον Πάπα Αλέξανδρο Β’. Γραμμένη περί το 1061, η επιστολή εκφράζει την αγανάκτηση του επισκόπου με το θέαμα των ιερέων να παίζουν σκάκι στα καπηλειά. Η σύμπτωση εδώ με τον τζόγο είναι δευτερογενής: οι ιερείς παρουσιάζουν κακή εικόνα παίζοντας κάτι τι πλάι σε μέθυσους και χαρτοπαίκτες -άρα προσλαμβάνουν αυτόματα κάποιες από τις ιδιαιτερότητές τους.
Η στάση του Νταμιάνι καθόρισε την πρώιμη καθολική αντισκακιστική στάση. Από τα πιο διασκεδαστικά παραδείγματα είναι η απαγόρευση του παιχνιδιού στο Παρίσι. Το 1125, ο Επίσκοπος Γκυ του Παρισιού απαγόρευσε το σκάκι και αφόρισε μερικούς ιερείς που πιάστηκαν να παίζουν. Όπου υπάρχει απαγόρευση, ωστόσο, υπάρχει και αντίσταση. Ένας ιερέας που ήταν ενθουσιώδης σκακιστής επινόησε μία μυστικά αναδιπλούμενη σκακιέρα. Όταν διπλωνόταν, έμοιαζε με δύο βιβλία τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Για τους επόμενους δύο αιώνες οι απαγορεύσεις συνεχίζονται. Το 1215, το 4ο συμβούλιο του Λατερανούπου συγκλήθηκε από τον πάπα Ιννοκέντιο III απαγόρευσε στους ιερείς να παίζουν σκάκι. Έναν αιώνα αργότερα, το παιχνίδι απαγορεύεται και στη Γερμανία κ.λπ. κ.λπ.
Παρά την απαγόρευση από την εκκλησία, το παιχνίδι κέρδιζε οπαδούς στους κύκλους των αριστοκρατών και σταδιακά άρχισε να αλώνει και τις αντιλήψεις περί μιαρότητας στη βάση του τζόγου και της σπατάλης χρόνου. Η αλληγορία της σκακιέρας ως εύτακτης κοινωνίας όπου ο καθένας έχει τη θέση που του αρμόζει κερδίζει χώρο και προετοιμάζει το έδαφος για την οριστική αποδοχή του παιχνιδιού. Το σημείο καμπής ωστόσο είναι φυσικά η νεωτερικότητα. Μπορούμε να επιλέξουμε συμβατικά το 1420 ως σημείο καμπής. Ήταν τότε πουο Βέρνερ φον Όρσελν, Μέγας Δάσκαλος των Ιπποτών της Τευτονικής Τάξης, ανέστειλε την απαγόρευση του σκακιού, υποστηρίζοντας ότι ήταν ένα κατάλληλο ψυχαγωγικό μέσο για έναν ιππότη ακριβώς επειδή δεν βασίζεται στην τύχη, αλλά στην ικανότητα. Προοδευτικά η δυτική εκκλησία προσαρμόζεται και αφήνει το σκάκι μακριά από τις απαγορεύσεις της.

Ο Ιωάννης Ζωναράς και η μη απαγόρευση του σκακιού στο Βυζάντιο
Επί μακρόν θεωρούταν ότι η μοίρα του σκακιού υπήρξε ίδια και στο Βυζάντιο. Βασική πηγή υπήρξε το κλασικό έργο A History of Chess του H. J. R. Murray. Εκεί, ερχόμαστε σε επαφή με τη μορφή του Ιωάννη Ζωναρά, θεολόγου, ιστορικού και λόγιου της περιόδου του Αλέξιου Κομνηνού. Λίγα ξέρουμε για τη ζωή αυτής της μάλλον ενδιαφέρουσας προσωπικότητας. Το πιο γνωστό του έργο είναι το χρονικό Επιτομή ιστοριών, ένα κλασικό έργο της γραμματείας της εποχής όπου συνδυάζονται η παράθεση ιστορικών γεγονότων από κτίσεως κόσμου μέχρι τις κριτικές αιχμές για την οικονομική διαχείριση του αυτοκράτορα.
Ο Ζωναράς θα αποσυρθεί στον μοναχικό βίο (κατά πάσα πιθανότητα στον Άθω) μετά το 1118, οπότε και πέθανε ο Αλέξιος, και ανέβηκε στον θρόνο ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός. Εκμεταλλευόμενος τον χρόνο του στο μοναστήρι ο Ζωναράς αφιερώθηκε στον σχολιασμό των αποστολικών κανόνων. Ο 42ος κανόνας αναφέρεται στον τζόγο και την μέθη ως αιτίες καθαίρεσης και παύσης από τις βαθμίδες της ιεροσύνης. Ο Murray στη βάση αυτού του κανόνα παραθέτει σχόλιο του Ζωναρά όπου και το σκάκι συμπεριλαμβάνεται στη λίστα των παιχνιδιών που δίνουν ευκαιρία για τζόγο. Δεδομένης της αποδοχής του σχολιασμού του Ζωναρά συνάγεται έτσι και η απαγόρευση του σκακιού σε επίπεδο ιεραρχίας και στο Βυζάντιο.
Αυτή όμως δεν είναι η αλήθεια. Όπως αποδεικνύει ο μπλόγκερ introuble2, με εκτενές άρθρο του στο chess.com το σχόλιο του Ζωναρά δεν αναφέρει πουθενά το σκάκι! Ο φιλέρευνος αναγνώστης και η φιλέρευνη αναγνώστρια μπορούν να καταλήξουν στο ίδιο συμπέρασμα απλώς διαβάζοντας το πρωτότυπο κείμενο ΕΔΩ. Όπως επισημαίνει ο ιστοριοδίφης μπλόγκερ, απαγόρευση του σκακιού δεν εντοπίζεται ούτε σε άλλους σχολιασμούς ιερών κανόνων, και καμία επίσης Σύνοδος δεν έχει ασχοληθεί με το παιχνίδι. Δεν ξέρουμε πού έκανε λάθος ο Murray, αλλά η ανατολή στάθηκε πιο κοντά στο σκάκι από όσο η Δύση.

«Θα βάλω τζόγο!»
Θυμάμαι την εντύπωση που μου είχε κάνει, πριν μια εικοσαετία και βάλε, όταν νεαρός φοιτητής, εξ επαρχίας ορμώμενος, είχα πρωτομπεί στο ιστορικό καφενείο Πανελλήνιον, το γεγονός ότι οι περισσότεροι σκακιστές είναι φαν του στοιχηματισμού. Πέρα από το καφενειακό σκάκι ως αντικείμενο τζόγου, ένα δελτίο Στοιχήματος βρισκόταν σε κάθε σχεδόν σακάκι, με την τράπουλα και το τάβλι να ακολουθούν παραδίπλα.
Αυτή η εικόνα ανέτρεπε την πεποιημένη, μέσα από τα βιβλία, σοβαρή εικόνα του σκακιστή. Το ενδεχόμενο να παίζει ο Κασπάροβ ζάρια ήταν πιο συγκλονιστικό για μένα τότε από το αντίστοιχο του Θεού για τον Αϊνστάιν. Πώς είναι δυνατό ένα τόσο καλά ορισμένο -στο πνεύμα της αυστηρής λογικής- παιχνίδι να παίζεται από τζογαδόρους; Ίσως ακριβώς γι’ αυτό: στον απόλυτα τετράγωνο κόσμο του σκακιού θα τρελαινόταν στο τέλος κανείς αν δεν επέτρεπε στον εαυτό του την πολυτέλεια του τυχαίου. Ποιος θα μπορούσε να ζήσει κουβαλώντας κάθε δευτερόλεπτο το βάρος των αποφάσεών του;
Για να το κάνουν πιο σαφές αυτό οι σκακιστές, έχουν εντάξει τον τζόγο στην αργκό τους. Όταν κάποιος πρόκειται να παίξει μια αμφίβολη κίνηση, μη μετρήσιμη σε όλες τις συνέπειές της, αλλά με καλές πιθανότητες να μπερδέψει τον αντίπαλο, αναφωνεί πως «βάζει τζόγο». Παίζοντας κάτι με τζόγο παραδέχεσαι ότι δεν είσαι ο απόλυτος κύριος της τύχης σου, ότι αν και αισθάνεσαι τη θέση δεν την ελέγχεις απόλυτα. Παραδέχεσαι επίσης ότι η συμβολή του αντιπάλου σου στη δημιουργία μιας καλής παρτίδας είναι εκ των ων ουκ άνευ.
Σε αντίθεση με εκείνα τα παλιότερα σκακιστικά προγράμματα που επαναλάμβαναν τη θέση, αν και υπερτερούσαν σαφώς, με τον φόβο μη και ρίξουν την αξιολόγηση της θέσης, ο άνθρωπος μπορεί και παίζει συνειδητά μια ασαφή κίνηση που μπορεί να δημιουργήσει ομορφιά, παρά μια πιο σίγουρη με σταθερό προβάδισμα.
