Στην παρέλαση της 9ης Μάη στη Μόσχα για τη νίκη ενάντια στον φασισμό εντύπωση έκανε η μεγάλη προσέλευση Αφρικανών ηγετών, συγκεκριμένα την προσοχή τράβηξε ο ηγέτης της Μπουρκίνα Φάσο, Ιμπραήμ Τραορέ αλλά και γενικότερα η επίσκεψη από αντιπροσώπους χωρών όπως η Αιθιοπία, η Δημοκρατία του Κονγκό, η Ισημερινή Γουϊνέα, η Γουινέα-Μπισάου, η Λιβύη, η Νότια Αφρική και η Ζιμπάμπουε. Η εμφάνιση των εν λόγω αντιπροσώπων δημιούργησε μια νέα εικόνα για το ρωσικό κράτος και έναν άλλο αέρα διεθνούς αποδοχής των Ρώσων στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Παράλληλα, δημιούργησε σε κόσμο ερωτήματα σχετικά με την πολιτική της Ρωσίας στην Αφρική και την επιρροή της στην ήπειρο. Ας τα πάρουμε όμως ένα-ένα:
Κεντροαφρικανική Δημοκρατία
Δεν νοείται να μιλήσουμε για την πολιτική της Ρωσίας στην Αφρική χωρίς να ξεκινήσουμε από την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία αφού στα μέτωπα του εμφυλίου της ήταν που σφυρηλατήθηκε και δοκιμάστηκε η αποτελεσματικότητα των Ρώσων στο να κερδίσουν και να βοηθήσουν συμμάχους στην Υποσαχάρια Αφρική. Σε ένα πλαίσιο αμφίβολο για το μέλλον της χώρας το 2017 και με τους αντάρτες έξω από την πρωτεύουσα ήταν η Ρωσία που πήρε την απόφαση στο πολιτικό κενό που είχε αφήσει η πρώην αποικιοκρατική Γαλλία να στείλει εκεί τη μισθοφορική εταιρεία Wagner. Μια δύναμη που είχε ήδη αποδείξει την αποτελεσματικότητά της στα πεδία μάχης της Συρίας, ενισχύοντας αλλά εκπαιδεύοντας τον στρατό της κυβέρνησης Άσαντ.

Η παρουσία της Wagner αποτέλεσε καμπή στην ιστορία της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας διασώζοντας την αναποτελεσματική κυβέρνηση και δίνοντας τα εφόδια ώστε να καταπολεμηθεί η τρομοκρατία και η αναρχία εντός της χώρας. Μια έκρυθμη κατάσταση που διαιωνιζόταν από μια πληθώρα θρησκευτικών και εθνοτικων παραστρατιωτικών οργανώσεων, με κύριες δυνάμεις τη Seleka και την Anti-Balaka, των οποίων τη δράση αποδείχτηκε ότι υποστήριζε το Τσαντ και των οποίων τη δράση φαινόταν ότι δεν μπορούσαν να πατάξουν οι Γάλλοι.
Οι επιτυχίες των Ρώσων στην αφρικανική χώρα όπως και στη Συρία αλλά και ο εξευτελισμός της Γαλλίας, η οποία φαινόταν ανίκανη να αντιμετωπίσει την τρομοκρατία στη Δυτική Αφρική, έδωσαν νέο κύρος στο πρόσωπο της Ρωσικής Ομοσπονδίας η οποία άρχισε να παρουσιάζεται στην Αφρική ως τη δύναμη που θα μπορούσε να βοηθήσει για να απεγκλωβιστούν οι χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής από την αστάθεια αλλά και ως μια χώρα που δεν θα τις εκμεταλλευόταν μέσω νεοαποικιακών δεσμών, όπως η Γαλλία. Το ρεύμα αυτής αλλαγής έπαιξε επίσης καταλυτικό ρόλο την περίοδο 2020-2023 στο να γίνουν τα πραξικοπήματα σε Γουινέα, Μαλί, Μπουρκίνα Φάσο και Νίγηρα αλλά και στην αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων από την πλειοψηφία της Αφρικής. Από το 2023 η στρατιωτική ενίσχυση είναι υπό τη διαχείριση του Σώματος Αφρικής του ρωσικού στρατού στην οποία συγχωνεύτηκαν τα σώματα των εταιρειών, Wagner και Redut.
Λιβύη
Εξίσου μεγάλη σημασία στην ανάδειξη της επιρροής της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Αφρική έχει η Λιβύη η οποία αποτελεί και το «κέντρο επιχειρήσεων» του ρωσικού στρατού σε όλη την Αφρική φιλοξενώντας μέχρι στιγμής και τη μόνη ρωσική βάση στην ήπειρο. Η συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και κυβέρνησης εθνικής σταθερότητας (κυβέρνηση Βεγγάζης) ξεκινά το 2015 παράλληλα με την επέμβαση στη Συρία, όταν μαζί με την Αίγυπτο αποφάσισαν να υποστηρίξουν την τότε κυβέρνηση της Τομπρούκ που είχε εκλεχτεί σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας και έντονης τρομοκρατίας. Η άρνηση της προηγούμενης κυβέρνησης να παραιτηθεί ξεκίνησε τον δεύτερο λιβυκό εμφύλιο που τέλειωσε με κατάπαυση πυρός το 2020 και με μια αποτυχημένη συγχώνευση των δυο κυβερνήσεων που εγκαθίδρυσε δύο αντίθετα κέντρα εξουσίας στη χώρα.
Η κυβέρνηση της Ανατολικής Λιβύης όπως και ο στρατός υπό την ηγεσία του στρατάρχη Χαφτάρ βλέπει στη Ρωσία έναν σύμμαχο κομβικής σημασίας που βοήθησε την κυβέρνηση με στρατιωτική ενίσχυση και εκπαίδευση αλλά και έναν εμπορικό εταίρο. Επίσης υποστηρίζει τη στόχευση των υπολοίπων ρωσικών συμμάχων στην Αφρική για πάταξη της τρομοκρατίας (που μαστίζει και τη Λιβύη) και την καταπολέμηση της επιρροής της Δύσης ως όχημα για την πρόοδο στην αφρικανική ήπειρο.

Προσφάτως μάλιστα στις 21/05 υπογράφτηκε στρατιωτική συμφωνία μεταξύ Λιβύης και Νίγηρα όπως και οικονομικές συμφωνίες στον αγροτικό και μεσιτικό τομέα που αναδεικνύουν τη μελλοντική συμπόρευση μεταξύ των δυο κρατών μετά από μια περίοδο συνοριακών συγκρούσεων με πολιτοφυλακές στα σύνορα της η Λιβύης με το Τσαντ. Συγκρούσεις, οι οποίες καταπολεμηθήκαν με τη βοήθεια της ρωσικής αεροπορίας και των ειδικών δυνάμεων. Μάλιστα, ο λιβυκός στρατός υπό την ηγεσία του Χαφτάρ υπέγραψε νέο εξοπλιστικό πακέτο με τη Ρωσική Ομοσπονδία σε μια περίοδο που για τη φιλοδυτική εξουσία στην Τρίπολη μπορεί να περιγραφτεί μόνο ως χαοτική μετά από μια σειρά διαδηλώσεων κατά τις οποίες αποκαλύφθηκε το μέγεθος της διαφθοράς στους κόλπους της κυβέρνησης Ντμπέιμπα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα περίπου 400 εκατ. δολάρια που εστάλησαν στο εξωτερικό σε διάστημα μιας μόλις εβδομάδας από την αρχή των αντικυβερνητικών ταραχών κι ενώ ο λαός στη Δυτική Λιβύη ζητούσε να πέσει η κυβέρνηση, να επανενωθεί η χώρα και να αφοπλιστούν οι πολιτοφυλακές της Τρίπολης.
Σαχέλ
Το Σαχέλ είναι μια γεωγραφική περιοχή που αποτελεί το φυσικό σύνορο ανάμεσα στη Βόρεια και Υποσαχάρια Αφρική και περνά από τις χώρες Σενεγάλη, Μαυριτανία, Μαλί, Μπουρκίνα Φάσο, Νίγηρας, Τσαντ, Σουδάν και Ερυθραία. Η περιοχή του Σαχέλ χαρακτηριζόταν στο παρελθόν από το γαλλικό αποικιακό παρελθόν της πλειοψηφίας των χωρών που βρίσκονται σε αυτό, κάτι που άλλαξε απότομα την περίοδο 2020-2024 με εναρκτήριο γεγονός το πραξικόπημα του Μαλί το 2020. Η πτώση της φιλογαλλικής κυβέρνησης προκάλεσε μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα άλλαζε ριζικά τον πολιτικό χαρακτήρα της περιοχής και θα έφερνε μια ανάμνηση από τα αντιαποικιακά κινήματα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου.
Τα πραξικοπήματα σε Μαλί (2020, 2021), Γουινέα (2021), Μπουρκίνα Φάσο (2022) και Νίγηρα (2023) άλλαξαν πλήρως τις ισορροπίες στη Δυτική Αφρική αλλά και στην παγκόσμια πολιτική αφού αποτέλεσαν φιλορωσικά κινήματα με αντι-νεοαποικιακή ρητορική τα οποία εκτός από το γεγονός ότι συνέτριψαν την επιρροή της Γαλλίας στην περιοχή έδωσαν το έρεισμα και σ’ άλλες χώρες είτε μέσω πραξικοπήματος (Σουδάν 2021), είτε μέσω απαίτησης για την αποχώρηση στρατευμάτων (Σενεγάλη 2024-2025) να αλλάξουν την πολιτική πορεία τους και να στρατευτούν πιο κοντά στην Ρωσία και την Κίνα. Ακολούθησε η απειλή από τη Νιγηρία μέσω της Οικονομικής Κοινότητας Δυτικής Αφρικής (ECOWAS) για στρατιωτική επέμβαση με στόχο την επαναφορά των προηγούμενων κυβερνήσεων που εν τέλει κατέληξε στη δημιουργία στρατιωτικής και οικονομικής συμμαχίας μεταξύ των Μαλί-Μπουρκίνα Φάσο-Νίγηρα, δηλαδή τη Συμμαχία κρατών του Σαχέλ (AES, Alliance des États du Sahel), και την έξοδο από την ECOWAS.

Η AES έδωσε νέα πνοή στις τρεις χώρες οι οποίες μέσω της ρωσικής και κινεζικής βοήθειας και ανταλλαγής τεχνολογιών στους τομείς του στρατού και της οικονομίας άρχισαν να έχουν από τα μεγαλύτερα ποσοστά ανάπτυξης στην Αφρική (συγκεκριμένα ο Νίγηρας ήταν πρώτος στην ήπειρο το 2024) και άρχισαν πολύ πιο αποτελεσματικά να αντιμετωπίζουν την τρομοκρατία από οργανώσεις, όπως η Μπόκο Χαραμ. Μάλιστα να σημειωθεί ότι οι τρεις αυτές χώρες έχουν από τα πλουσιότερα αποθέματα μετάλλων στον κόσμο με τον Νίγηρα να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς ουρανίου στον κόσμο. Χαρακτηριστικά το 2022 το 25% των εισαγωγών ουρανίου της Ε.Ε. προερχόταν από τον Νίγηρα. Βέβαια διαχρονικά οι ίδιες οι χώρες παρέμεναν φτωχές λόγω των μονοπωλίων και του καθεστώτος άνισης ανταλλαγής που έθεταν οι Δυτικοί αλλά και εξαιτίας του ελεγχόμενου νομίσματος (δυτικοαφρικανικό φράγκο) από την Κεντρική Τράπεζα της Γαλλίας.
Τα ζητήματα αυτά ήρθαν να επιλύσουν οι νέοι ηγέτες με εθνικοποιήσεις, με νέους νόμους για την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων, με ανοίγματα σε νέες αγορές εκτός Δύσης και με προτάσεις για τη δημιουργία νέου νομίσματος. Σε συνδυασμό με τις οικονομικές και στρατιωτικές εξελίξεις υπήρξε και ένα πολιτικό άνοιγμα από τις 3 χώρες προς τη Νικαράγουα, την Κούβα και τη Βενεζουέλα όπως και άλλες χώρες με επαναστατικό παρελθόν. Το εν λόγω ρεύμα συνοδεύτηκε με την παλινόρθωση του Τομά Σανκαρά ως ηρωική φιγούρα και την ίδρυση του Κέντρου Τομά Σανκαρά, μια παναφρικανική σοσιαλιστική βιβλιοθήκη στο Ουαγκαντούγκου, την πρωτεύουσα της Μπουρκίνα Φάσο. Η AES πέρα από τα παραπάνω θεμελίωσε νέες σχέσεις με την Γκάνα, τη Σενεγάλη και το Τόγκο για μια νέα πολιτική πορεία αντίστασης στη δυτική επιρροή. Επιπλέον, η AES σύναψε συμφωνίες με την Αλγερία για την καταπολέμηση της Αλ Κάιντα και των Τουαρέγκ αυτονομιστών που σε πολλές περιπτώσεις δρουν και συνεργατικά.
Προβληματική περίπτωση και όχι και τόσο ξεκάθαρη αποτελεί η χώρα του Τσαντ στην όλη υπόθεση του Σαχέλ. Το Τσαντ υπήρξε μια χώρα που για πολλά χρόνια μέχρι προσφάτως εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Γάλλων στην περιοχή. Ωστόσο, εκδήλωσε ενδιαφέρον για είσοδό του στην AES. Εδώ έρχεται όμως και ένας προβληματισμός αφού το Τσαντ με την έξοδο των Γάλλων αποφάσισε να δώσει τη στρατιωτική βάση που χρησιμοποιούσαν οι Γάλλοι ιμπεριαλιστές στην Τουρκία, μια χώρα που ναι μεν έχει πιο ουδέτερο χαρακτήρα στην αφρικανική πολιτική αλλά και μια χώρα η όποια όχι μόνο αποτελεί μέλος του ΝΑΤΟ αλλά κοντράρει τους Ρώσους (μέσω Λιβύης) και τους Κινέζους (μέσω Σομαλίας) στην Αφρική. Παράλληλα, είναι πολλά τα περιστατικά πολιτοφυλακών από το Τσαντ που εξαπολύουν επιθέσεις εναντίον της Λιβύης και της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας ενώ εκτιμάται πως είναι η χώρα που υποθάλπει την ισλαμιστική τρομοκρατία της Αλ Κάιντα και του ISIS στη Δυτική Αφρική.
Σουδάν
Το Σουδάν αν και αποτελεί χώρα του Σαχέλ λόγω της γεωγραφικής του θέσης, των πολιτικών γεγονότων, της ιστορίας του και της κουλτούρας του θα πρέπει να μπει σε μια κατηγορία από μόνο του στη γενικότερη συζήτηση για την Ανατολική Αφρική. Το παραπάνω προκύπτει πρώτον από το γεγονός ότι το Σουδάν είναι αραβική χώρα με αγγλικό αποικιακό παρελθόν και δεύτερον ότι οι λαοί της αραβικής Βόρειας Αφρικής, όπως και οι Αιθίοπες, οι Ερυθραίοι και οι Σομαλοί αρνούνται να ταυτιστούν με την υπόλοιπη Αφρική αφού θεωρούν τους εαυτούς τους πολιτισμικά και εθνοτικά πλήρως ανόμοιους με τους υπόλοιπους Αφρικανούς.
Αυτή ήταν και κύρια η αιτία γύρω από τις διαμάχες και τους πολέμους με το Νότιο Σουδάν και την επαρχία του Νταρφούρ, όπου ζουν μη αραβικές φυλές. Ήταν επίσης ένας από τους λόγους για τις ισλαμιστές πολιτικές του Αλ Μπασίρ που προσπαθούσαν να φέρουν το Σουδάν κοντά στον ισλαμικό συντηρητισμό της αραβικής χερσονήσου ως μέσο ισχυροποίησης του αραβικού εθνικισμού ενάντια στο χριστιανικό Νότιο Σουδάν. Η διαχρονική βία, η διαφθορά και η καταπίεση από το καθεστώτος του Αλ Μπασίρ οδήγησαν τον σουδανικό λαό στην εξέγερση του 2019. Με τη βοήθεια και του στρατού ο λαός έριξε τον Αλ Μπασίρ και όρισε μια πολιτική κυβέρνηση στην εξουσία. Βέβαια η εποχή της σουδανικής δημοκρατίας θα τέλειωνε πολύ γρήγορα. Οι συγκρούσεις μεταξύ πολιτικών ομάδων, η υπόθαλψη βίας από τις δυνάμεις του RSF (απογόνου των αραβικών εθνικιστικών πολιτοφυλακών Janjaweed του Αλ Μπασίρ στο Νταρφούρ) και το άνοιγμα σχέσεων με τη Δύση από την πολιτική κυβέρνηση έφεραν πραξικοπηματικά τον στρατηγό Αλ Μπουρχάν στην εξουσία.
Η στρατιωτική διοίκηση του Αλ Μπουρχάν γρήγορα ανέπτυξε σχέσεις με την Αίγυπτο και τη Ρωσία και παράλληλα ο RSF διοικούμενος από τον στρατηγό Νταγκαλό, γνωστό ως Χεμέτι, ισχυροποίησε τις δυνάμεις του συνεργαζόμενος με την εταιρεία Wagner, τη Λιβύη του Χαφτάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ο Χεμέτι μέσω των σχέσεων με τις χώρες του Κόλπου -αφού οι δυνάμεις του είχαν σταλεί ως μισθοφόροι για ενίσχυση της Σαουδικής Αραβίας κατά της Υεμένης το 201-, και μέσω της συσσώρευσης κεφαλαίου και οπλισμού από την εκμετάλλευση του χρυσού του Νταρφούρ επιχείρησε να διεκδικήσει την εξουσία οδηγώντας το Σουδάν σε εμφύλιο το 2023. Από την αρχή του εμφυλίου έως σήμερα έχει φανεί ότι οι δυνάμεις του RSF χρησιμοποιούν το Τσαντ για βάση των επιχειρήσεων τους κατά της στρατιωτικής κυβέρνησης και η Ρωσία έχει ισχυροποιήσει τις σχέσεις της από το 2024 με την διοίκηση του Αλ Μπουρχάν με τον οποίο μάλιστα υπογράφτηκε και συμφωνία για τη δημιουργία ρωσικής ναυτικής βάσης στο Πορτ Σουδάν, τον Φεβρουάριο του 2025.

Η εγκατάσταση μιας τέτοιας βάσης δίνει στη Ρωσία τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την ισχύ της Δύσης στην Ανατολική Αφρική, στην Ερυθρά Θάλασσα και στον Ινδικό Ωκεανό. Επιπλέον ενισχύει τις θέσεις του Ιράν, των Χούθι και όλων των συμμάχων της Ρωσίας σε Αφρική και Μέση Ανατολή. Η παρουσία των Ρώσων ίσως αποτελέσει και παράγοντα για την άμυνα της Αιγύπτου απέναντι στο Ισραήλ και τη Δύση αλλά και των Χούθι και της Παλαιστινιακής αντίστασης. Εξάλλου η Ρωσία είναι η δύναμη που αδιάλειπτα ζητά να μπει τέλος στις ανθρωπιστικές κρίσεις εκεί. Να σημειωθεί εδώ ότι η Αίγυπτος έχει προσπαθήσει να χτίσει στενότερες σχέσεις με τη Ρωσία, όπως με την αποστολή όπλων μετά την έναρξη του πολέμου με την Ουκρανία το 2022. Ωστόσο, επί ηγεσίας Αλ Σίσι βέβαια η Αίγυπτος όχι μόνο δεν έχει εξασφαλισμένη άμυνα απέναντι στις δυτικές δυνάμεις αλλά εξαρτιέται οικονομικά από τη Δύση. Το Κάιρο εισάγει δυτικά αγαθά, χρειάζεται τους δυτικούς για την τουριστική του βιομηχανία και στην πραγματικότητα όλο του το θαλάσσιο εμπόριο είναι δυτικά ελεγχόμενο μέσω των ναυτιλιακών εταιρειών από τις οποίες εξαρτάται όλη η οικονομία του Σουέζ.
Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Κλείνοντας τις μονομερείς αναλύσεις και φτάνοντας προς το τελικό συμπέρασμα θα χρειαστεί να αναφερθούμε σε ίσως τη σημαντικότερη χώρα διαμάχης ανάμεσα σε Δύση, Κίνα και Ρωσία στην αφρικανική ήπειρο. Και αυτή είναι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, παλαιοτέρα γνωστή ως Ζαΐρ. Το Κονγκό είναι μια αχανής χώρα γεμάτη σπάνια ορυκτά υψίστης σημασίας για τη σημερινή βιομηχανία και τις ισορροπίες δυνάμεων στον κόσμο, όπως το κοβάλτιο. Μια χώρα που παρά τον φυσικό πλούτο της μαστίζεται από τα αποικιακά σύνορα που κληρονόμησε γεμάτη με εθνοτικές συγκρούσεις και εμφυλίους. Μια δύσκολη γεωγραφία που εμποδίζει τη δημιουργία καλύτερων υποδομών, ευνοοεί τις επεμβάσεις ξένων κρατών και οδηγεί σε οικονομική φτωχοποίηση του λαού της αφρικανικής χώρας.
Τα προβλήματα της ΛΔ του Κονγκό ξεκίνησαν πολύ γρήγορα μετά από την ανεξαρτησία της από τη αποικιοκρατία του Βελγίου. Στην προσπάθεια για εθνικοποιήσεις και διασφάλισης της εξουσίας από τον σοσιαλιστή πρωθυπουργό Πατρίς Λουμούμπα ξεκίνησε η «Κρίση του Κονγκό», όταν δύο επαρχίες εξεγέρθηκαν και κήρυξαν την ανεξαρτησία τους με τη βοήθεια του Βελγίου και της υπόλοιπης Δύσης που ήθελαν τη διατήρηση των ευρωπαϊκών δικαιωμάτων στα ορυκτά και τη διάλυση της συμμαχίας με την ΕΣΣΔ. Εν μέσω αυτής της κρίσης ήταν που δολοφονήθηκε ο Πατρίς Λουμούμπα το 1961, με διαταγή του πρόεδρου της δημοκρατίας Κάσα-Βούμπου. Ακολούθησε μια περίοδος πολιτικής αστάθειας (1961-1965) την οποία ήρθε να καλύψει ο εθνικιστής και φιλοδυτικός ηγέτης των Ενόπλων Δυνάμεων και δικτάτορας από το 1971, Μομπούτου Σέσε-Σέκο.
Η βαθειά αντικομουνιστική δικτατορία του Σέσε-Σέκο βρήκε το τέλος της το 1997 εν μέσω του 1ου Κονγκολέζικου Εμφυλίου (1996-1997) στον απόηχο της γενοκτονίας της Ρουάντας (1994) κατά τον οποίο κατάφερε να πάρει την εξουσία ο πρώην κομμουνιστής αντάρτης, Λοράν Καμπιλά με τη βοήθεια της Ανγκόλας, της Ζιμπάμπουε, της Ναμίμπιας αλλά και της Ουγκάντας, της Ρουάντας και του Μπουρούντι μεταξύ άλλων. Η κυβέρνηση Καμπιλά χαρακτηρίστηκε από τον σοσιαλδημοκρατικό χαρακτήρα της στο μοντέλο της Ανγκόλας και από την προσπάθεια ανόρθωσης της χώρας. Αυτό δεν επετεύχθη εξαιτίας του 2ου Κονγκολέζικου Εμφυλίου (1998-2003) και της δολοφονίας του Λοράν Καμπιλά το 2001.
Ο πόλεμος στην πραγματικότητα ξεκίνησε από εθνικές εξεγέρσεις που ενορχήστρωσαν οι Ουγκάντα, Ρουάντα και Μπουρούντι στα ανατολικά της χώρας με την υποστήριξη της UNITA που έκανε αντάρτικο στον σύμμαχο του Κονγκό, την Αγκόλα. Η κυβέρνηση βέβαια δεν έπεσε αφού την εξουσία ανέλαβε ο γιος του Λοράν Καμπιλά, ένας έμπειρος στρατιωτικός με σπουδές στο Πανεπιστήμιο Εθνικής Αμύνης της Κίνας, Ζοζέφ. Ο υιός Καμπιλά κατάφερε αποτελεσματικά να εμποδίσει τις προσπάθειες των εισβολέων να διαμελίσουν τη χώρα του με τη βοήθεια της Ανγκόλας, της Ζιμπάμπουε, της Ναμίμπιας, του Τσαντ, του Σουδάν, της Νότιας Αφρικής και της Λιβύης του Μουαμάρ Καντάφι. Επίσης το 2002 ο Ζοζέφ Καμπιλά θέσπισε τον νόμο περί εξορύξεων που προασπίζει την ιδιοκτησία της γης για το Κονγκό και θέτει όρους για την εκμετάλλευση των ορυκτών από ξένες εταιρείες. Τότε είναι που ξεκινά και η έντονη οικονομική συνεργασία της ΛΔ του Κονγκό με την Κίνα. Μέσω της οικονομικής αυτής σχέσης το Κονγκό εξασφάλισε έργα υποδομών, το άνοιγμα μιας στρατιωτικής ακαδημίας και περαιτέρω επενδύσεις. Το άνοιγμα στο Πεκίνο μέσω του «Belt and Road initiative» δημιούργησε συνθήκες για οικονομική άνθηση που δεν υπήρχαν με τις δυτικές εταιρείες που φοροδιαφεύγαν συστηματικά.
Η ΛΔ του Κονγκό αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς εταίρους της ΛΔ Κίνας εξαιτίας των μεγάλων κοιτασμάτων χαλκού, κοβαλτίου, λιθίου, χρυσού, τανταλίου και διαμαντιών. Αποτέλεσε επίσης, κομβικό παίκτη για την είσοδο της Κίνας και σε άλλες αφρικανικές οικονομίες. Αυτό έβαλε τη ΛΔ Κονγκό πολύ γρήγορα στο στόχαστρο της Δύσης η οποία έβλεπε πολύτιμους πόρους να πηγαίνουν προς τους γεωπολιτικούς αντιπάλους της. Αρκετά σύντομα -το 2012- οι δυτικές δυνάμεις άρχισαν να στηρίζουν μέσω της Ρουάντας ένα νέο στο Ανατολικό Κονγκό με την οργάνωση Μ-23. Εδώ να σημειωθεί ότι η Ρουάντα και πριν αλλά ειδικότερα μετά από την ανάληψη της εξουσίας από τον Πολ Καγκάμε έχει υπάρξει πρωτοπαλίκαρο του δυτικού κόσμου στην Αφρική και έχει συνεχώς χαρακτηριστεί ως «οικονομία θαύμα», «διαμάντι της Αφρικής» και «παράδειγμα προς μίμηση».

Στα πλαίσια λοιπόν αυτών των εθνοτικών συγκρούσεων, της διαφθοράς της κυβέρνησης Καμπιλά, της οικονομικής ύφεσης, των διαδηλώσεων και των αμερικανικών κυρώσεων κατά του Προέδρου και δύο αξιωματούχων του ήταν που ο Ζοζέφ Καμπιλά συμφώνησε με την αντιπολίτευση και παραιτήθηκε από την προεδρία το 2018. Στις εκλογές της ίδιας χρονιάς νικητής αναδείχθηκε ο Φελίξ Τσισεκέντι. Η κυβέρνηση Τσισεκέντι πολύ γρήγορα στράφηκε στη Ρωσία και ισχυροποίησε τις διμερείς σχέσεις με τη Μόσχα, απελευθέρωσε πολιτικούς αντιπάλους του Καμπιλά, αξιοποίησε τη μεταρρύθμιση του νομού περί εξορύξεων του 2018 για να επαναδιαπραγματευθεί καλυτέρους όρους για την χώρα, ενεργοποίησε προγράμματα για τη βελτίωση του βιοτικού επίπεδου στις ανατολικές επαρχίες, όπως την περιοχή Κίβου, και έκανε προσπάθειες για την αναδιοργάνωση του στρατού.
Βέβαια παρά τον θετικό αντίκτυπο των πολιτικών του Τσισεκέντι η χώρα διανύει περίοδο αστάθειας διότι το 2024 έγινε προσπάθεια πραξικοπήματος από Μομπουτικούς υποστηριζόμενους από τη Δύση, διαλύθηκαν οι σχέσεις με τη Γάλλια και επέστρεψαν οι σφοδρές επιθέσεις από την Μ-23 (μαζί με τον στρατό της Ρουάντας). Η Μ-23 κατάφερε να κατακτήσει σχεδόν ολόκληρο το βόρειο Κίβου με ρητορική ότι θα φτάσουν έως την Κινσάσα. Η κυβέρνηση προσπαθεί να φτάσει σε μια συμφωνία και να επιλύσει τη σύγκρουση αλλά ο ειρηνευτικός διάλογος ηγούμενος από τις ΗΠΑ έθεσε οικονομικούς όρους υπέρ της Δύσης. Είναι ξεκάθαρο ότι οι ΗΠΑ οδηγούν τη ΛΔ του Κονγκό σε μια πλήρη συνθηκολόγηση, γεγονός που ώθησε την κυβέρνηση Τσισεκέντι να κλείσει στρατιωτική συμφωνία με τη Ρωσική Ομοσπονδία για να εξασφαλιστεί η άμυνα της χώρας.

Ο αυτοεξόριστος Ζοζέφ Καμπιλά δεν έλειψε από την υπόθεση αφού επέστρεψε στη χώρα και μάλιστα πήγε στην υπό κατοχή πόλη Γκόμα με την κυβέρνηση να αντιδρά σφοδρά στις κινήσεις του πρώην Πρόεδρου. Τέλος, σημαντική εξέλιξη υπήρξε και το βέτο της ΛΔ Κονγκό με τη συμφωνία των υπόλοιπων χωρών στην ανάληψη της προεδρίας της Οικονομικής Κοινότητας Κεντροαφρικανικών Κρατών (ECCAS) από τη Ρουάντα η όποια αποχώρησε από το οικονομικό μπλοκ. Να σημειωθεί εδώ ότι συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας της ΛΔ Κονγκό δεν σχετίζεται με τη στρατιωτική συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και της γειτονικής Δημοκρατίας του Κονγκό που υπογράφτηκε την ίδια περίοδο.

Ως μια σύνοψη
Γενικότερα με βάση τα παραπάνω κομβικά ζητήματα αλλά τις εξελίξεις σε χώρες όπως η Αλγερία, η Ερυθραία, η Νότια Αφρική και η Αιθιοπία κατανοούμε ότι η πολιτική της Ρωσίας σε συνδυασμό με αυτή της Κίνας αλλά και γενικότερα των BRICS δημιουργούν τα θεμέλια για μια διαφορετική Αφρική.
Μια Αφρική που όλο και περισσότερο θυμίζει την εποχή του Ψυχρού Πολέμου παρά την περίοδο σχεδόν 30 χρόνων «Pax Americana» (αμερικανικής ειρήνης). Η δε, Ρωσία απέναντι στην πολιτική περικύκλωσης του ΝΑΤΟ συμμαχεί με αντι-νεοαποικιακά και αντι-ιμπεριαλιστικά κινήματα τα οποία στηρίζει πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά. Στόχος της είναι να αναχθεί σ’ ένα σύμβολο ηγεσίας της αντίστασης στον ιμπεριαλισμό ακόμα και αν η σημερινή Μόσχα δεν ταυτίζεται με την πολιτική παρακαταθήκη της ΕΣΣΔ και του αντιαποικιακού αγώνα. Αυτός είναι και ένας λόγος που οι Ρώσοι δέχονται στήριξη στον πόλεμο με την Ουκρανία από κινήματα και κράτη με εθελοντές από χώρες όπως η Ανγκόλα, η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, η Γκάνα, η Λιβύη, η Αίγυπτος, η Σομαλία και πολλά άλλα. Εθελοντές που πηγαίνουν στο ουκρανικό μέτωπο βλέποντας τη νίκη της Ρωσίας και την ήττα του ΝΑΤΟ ως μια εξέλιξη που θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες δύναμης περεταίρω και θα φέρει την απελευθέρωση από την αμερικανική αυτοκρατορία παγκοσμίως.
Η στρατηγική της Ρωσίας για την αφρικανική ήπειρο δεν πρέπει παρόλα αυτά να διαβάζεται ως μια αυτοτελής πολιτική αφού στην πραγματικότητα αποτελεί ένα σχέδιο που συνδυάζεται με την κυρίως οικονομική αλλά και πολιτική της συμμάχου Κίνας η οποία έχει καταφέρει να αμφισβητήσει παγκοσμίως την οικονομική ισχύ της Δύσης αλλά και να αποτελέσει ένα νέο κέντρο οικονομικών συναλλαγών και εμπορίου όπως με το σύστημα Wechat pay που ήρθε να αμφισβητήσει το μονοπώλιο του Swift αλλά και μέσω της πολιτικής των BRICS για χρήση τοπικών νομισμάτων και όχι του δολαρίου.

Αυτά σε συνδυασμό και με το τέλος στην αγορά χρέους (ομολόγων) από την Κίνα η οποία γύρισε στη διοχέτευση δολαρίων σε οικονομικώς συνεργαζόμενων κρατών έχουν δημιουργήσει και τις πολιτικές εκτάκτου ανάγκης του δυτικού κόσμου και τη στροφή στον «πολεμικό καπιταλισμό». Με την νέα κρίση που βιώνει ο δυτικός κόσμος στην εξουσία του δεν φαντάζει καθόλου απίθανο, βλέποντας και την άνοδο του σωβινισμού και της ακροδεξιάς ειδικά από το 2016 και μετά, ότι η Δύση θα προσπαθήσει να εξασφαλίσει την εξουσία της στον κόσμο με την ωμή βία σαν αυτή που προβάλλει σήμερα το Ισραήλ. Είναι για αυτές λοιπόν τις μελλοντικές συγκρούσεις που διάφορα κράτη έχουν αρχίσει ήδη να επιλέγουν τη δική τους σωστή πλευρά της ιστορίας κατανοώντας ότι αυτό που διακυβεύεται είναι η πρωτοκαθεδρία της Δύσης στον πλανήτη. Αυτό προφανώς σχεδόν σίγουρα δεν σημαίνει άμεση σύγκρουση μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων πυρηνικών δυνάμεων αλλά μια νέα εποχή έντονων παγκόσμιων συγκρούσεων διά αντιπρόσωπων η οποία έχει από καιρό τώρα ξεκινήσει.
