Στην έκθεση την Μαρλέν Ντυμά (Marlene Dumas), με τίτλο Cycladic Blues, που φιλοξενείται έως τις 2 Νοεμβρίου στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, οι φιλότεχνοι έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν ένα γεγονός πραγματικά επίζηλο για κάθε Μουσείο ή άλλο Κέντρο Τέχνης σε ολάκερο τον κόσμο. Όχι απλά γιατί η διαλεκτή Νοτιοαφρικανή καλλιτέχνιδα είναι ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στους σημερινούς εικαστικούς κύκλους του πλανήτη, αλλά κυρίως για την πρωτοτυπία του στησίματος των έργων της σε άμεση συνομιλία με κυκλαδικά ειδώλια, τα οποία η ίδια επέλεξε να αποτελέσουν τον άξονα περιστροφής των δικών της δημιουργιών.

Η Μαρλέν Ντυμά εύκολα μπορεί να τοποθετηθεί μεταξύ των μεγάλων καλλιτεχνών που μπορούν ταυτόχρονα με λυρικό και σπαρακτικό τρόπο να αποδώσουν όλες εκείνες τις θεμελιώδεις αγωνίες κι αμφιταλαντεύσεις της ανθρώπινης ύπαρξης και των κοινωνικά κατασκευασμένων προταγμάτων της. Ακολουθώντας τους δρόμους που έχουν περπατήσει κι άλλοι μεγάλοι συνάδελφοί της (ας θυμηθούμε τον «συγγενή» της στη δυναμική παραμόρφωση της φιγούρας, Φράνσις Μπέικον) για την έρευνα και την απόδοση της «ανθρώπινης κατάστασης» σε όλη της τη συναισθηματική και διαθετική (affective) διάσταση, η Ντυμά καλλιεργεί έναν εικαστικό «σχηματισμό» (κατ’ αναλογία με τον καντιανό ορισμό για την αντίληψη, τη σύλληψη και τη μορφοποίηση του νοήματος), που κατορθώνει να συγκορμίσει μέσα στη γραμμή του όχι τα περιστασιακά, ειδικά και προσωπικά, χαρακτηριστικά, αλλά την ειδητική οικουμενική φύση του ανθρώπινου. Αυτήν τη φύση -κάθε είδους και τροπισμού (modality)- που χαρακτηρίζει λίγο έως πολύ την ανθρώπινη υπόσταση, την ταυτότητα, τη βούληση, τις επίκτητες και κοινωνικές συμπεριφορές και πεποιθήσεις. Όλα όσα συνθέτουν την πολύπλοκη υπαρξιακή και συναισθηματική σφαίρα του ανθρώπινου, εκείνα που αποτελούν την κοινή μοίρα και άχθος του γένους από καταβολής κόσμου και κυρίως στις διαχρονικές και σύγχρονες αναπαραστάσεις του. Και το δράμα του, σαν αντίθεση κι αντιπαλότητα ανάμεσα στη βούλησή του υποκειμένου και στους καταναγκασμούς του βίου και της ιστορικής και κοινωνικής συγκυρίας.
Αυτή η ανάγκη ωθεί την Ντυμά σε μία κίνηση, μετάβαση καλύτερα, από τη φιγούρα στη φόρμα, από την εικόνα και την απεικόνιση στο σχήμα. Από το πεπερασμένο στο καθολικό και διαχρονικό. Ακριβώς όπως στα 14 ειδώλια που επιλέγει η ίδια, όπου δεν επικρατεί η ανάγκη να αναπαρασταθεί η πραγματικότητα, αλλά να συλληφθεί το επέκεινα και το ολικό. Ο συμβολισμός τους στοχεύει στην έκθεση και στον αναστοχασμό μίας καθολικής ιδέας, μίας βαθύτερης έννοιας, που μόνο η αφαίρεση και η φόρμα μπορούν να περικλείσουν. Είτε πρόκειται για το σώμα, τον έρωτα, το γήρας και τη νεότητα, τη μητρότητα ή την ταυτότητα. Η ερμηνεία της Ντυμά σε αντιπαράθεση με τη διαχρονική και συμβολική αξία των αγαλμάτων που επέλεξε, δείχνει πώς έννοιες κι αντιλήψεις, παρ’ ότι μακρινές μέσα στους αιώνες, διαιωνίζονται ακόμη και στην αναβατική πορεία των ανθρώπινων πεποιθήσεων και κοινωνιών. Και ταυτόχρονα πώς οι ίδιοι οι καλλιτέχνες διαιωνίζουν τεχνικά την έκφρασή τους, μέσα από τρόπους που σταθερά επανέρχονται για να αποτυπώσουν αφαιρετικά την έννοια της ολότητας, του ανθρώπινου και της ύπαρξης, που αναπόφευκτα διαφεύγουν -εξόν από τον αυθαίρετο συμβολισμό- της απόλυτης αναπαράστασής τους σε μία εικόνα ή ένα μεμονωμένο γεγονός.

Αυτήν την αναγκαία αφαίρεση που απαιτείται για να απελευθερωθεί η σκέψη κι η διάνοια από τα δεσμά της οπτικής και ιδεολογικής πλαισίωσης για να μπορέσει να ξεφύγει από το hic et nunc του θέματος και τα «προσθετικά μέλη» της συμβατικής ερμηνείας, για να αναζητήσει εκείνο που εμπεριέχεται σε όλα τα δείγματα του ίδιου «γένους» (ανθρώπων, ιδεών, πεποιθήσεων, τέχνης κ.ο.κ). Η Ντυμά γνωρίζει ότι, όπως έγραφε στο «Confiteor de l’ artiste» ο Μπωντλαίρ «πως η σπουδή του ωραίου είναι μία μονομαχία, όπου ο καλλιτέχνης ουρλιάζει απ’ το φόβο του, προτού ηττηθεί». Όπως και οι συγγενείς της ομότεχνοι που επιδιώκουν να καταδείξουν τη δραματικότητα της ύπαρξης, είναι από εκείνους που δεν προσπαθούν -όπως θα έλεγε κι ο Πάουλ Κλέε- να αποδώσουν το ορατό, αλλά «καθιστούν» κάτι ορατό. Ή όπως επεσήμαινε εύστοχα ο Φρ. Μπέικον «δεν είναι μία εικονοποίηση αυτού που βλέπουμε, αλλά του “πόσο” ο μοντέρνος άνθρωπος βλέπει».
Κύριο και καίριο γνώρισμα τούτης της κίνησης της Νοτιαφρικανής καλλιτέχνιδας είναι η αναγκαία ροπή προς την “παραμόρφωση”. Η παραμόρφωση στη Ντυμά, όπως και σε άλλους μαιτρ του είδους (Μπέικον, Λ. Φρόιντ) δεν είναι απλά μία έκφραση του πόνου του σώματος: είναι βέβαια κι αυτό, αλλά κυρίως είναι ενδεικτική τάση του σώματος που πασχίζει να «φύγει». Να απομακρυνθεί από τα διαρκή συμφραζόμενα της συμβατικής αντίληψής του ή της ιδεολογικής του περιχαράκωσης. Μία φυγή από την πραγματική εικόνα, που όμως ανά πάσα στιγμή, όσο και παραμορφωτική ή σχηματική να είναι η απόδοσή της, διαρκώς κι ακόμη και ταυτόχρονα, την ίδια στιγμή της φυγής της, επαναφέρει κι υπαινίσσεται τη «φιγούρα». Αυτό που κι η ίδια σημειώνει, τονίζοντας πως
Η ζωγραφική αφορά το ίχνος της ανθρώπινης αφής, αυτό το σχήμα που αφήνει να διαγραφεί το αρχικό πρόπλασμα όλων των επιμέρους, το γενικό γνώρισμα, που μας κατατάσσει στο σύνολο, το οποίο μας εμπεριέχει και μας νοηματοδοτεί.
Αυτή η τάση για να αποδοθεί η προαιώνια και ενιαία φύση του ανθρώπινου και του κοσμικού εν γένει -γιατί στα έργα της Ντυμά στο Κυκλαδικό δεν περιλαμβάνονται μόνον ανθρώπινες φιγούρες, αλλά και απεικονίσεις ζώων- τη φέρνει στην απόδοση χάρις στην παραμόρφωση και την αφαίρεση στην απόδοση της «ζωϊκότητας», της πρωτογονικής αντίληψης του σώματος. Ακριβώς αυτό το εντελώς φυσικό και ζωϊκό σώμα που αναδύεται στη γεωμετρική κι αρχαϊκή, προκλασική, αρχαιοελληνική τέχνη, που μέσα από την έκθεση τόσο φαίνεται να έχει συγγενική σχέση στην προσέγγισή του κι η τεχνική της Ντυμά. Ιδίως, όταν μέσα από την τεχνική απόδοσή του, ανάλογη με τα προτάγματα της «θεατρικής σκληρότητας» à la Αντονέν Αρτώ, αποδίδεται όλη γκάμα της αισθησιακότητας και συναισθηματικότητας, των αισθήσεων εν ενί λόγω στο πλήρες κορύφωμά τους, που προκαλούνται από την απόσπαση του έργου από την απλή εντύπωση της απόλαυσης. Η σκληρότητα της απόδοσης στο θέμα της Ντυμά, όπου όλες οι υπαρξιακές προκείμενες διατυπώνονται με σχεδόν βίαιο τρόπο, δημιουργούνται δύο ταυτόχρονες εντάσεις: μία του ‘θεάματος’ και μία των ‘αισθήσεων’, όπου τα σώματα (για να χρησιμοποιήσουμε μία επιτυχημένη έννοια του Ζιλ Ντελέζ) αποδίδονται «χωρίς όργανα», αλλά με «σάρκα και νεύρα», δηλ. με πλήρεις αισθήσεις. Είναι δηλ. η «ζωτικότητα απέναντι στην οργάνωση» -είτε αυτή είναι η ορθολογική, η κοινωνική, η διαπροσωπική και συμβατική οργάνωση της κυριαρχίας.

Η φυγή του σώματος στη Ντυμά δεν είναι μόνο απελευθέρωση από τη σύμβαση, αλλά και από την χρονικότητα. Η σχηματική και χρωματική αφαίρεση και η «παραμόρφωση», αλλά και οι διακυμάνσεις στις διαστάσεις των έργων, η ομοιόμορφες χρωματικές επιφάνειες γύρω από το θέμα, στα έργα της Ντυμά αποσπούν από την στιγμιαία εντύπωση και εξακτινώνουν την έκφραση του θέματος σε ένα πιο διεσταλμένο διάστημα. Στοχασμού αρχικά, αλλά κυρίως σε ένα πιο απέραντο διάστημα χρόνου. Αυτή η υπερχονικότητα κι αχρονικότητα, προσδίδουν έναν χαρακτήρα και φιλοδοξία αιωνιότητας στα έργα της. Την ίδια απαίτηση που είχαν κι οι μοντερνιστές, όταν εξόριζαν το ποίκιλμα και κήρυσσαν την ‘απλότητα’ -βέβαια από μία άλλη οπτική γωνία, προκρίνοντας αντί για τη συναισθηματικότητα της παραμόρφωσης τον ορθολογισμό των καθαρών γραμμών και όγκων- η Ντυμά την επιτυγχάνει με την απλότητα του σχήματος και την αδρότητα του χρώματος χωρίς περιττές αποχρώσεις.
Τούτα τα γενικά και χαρακτηριστικά στοιχεία της τέχνης της Ντυμά διακρίνονται ιδιαίτερα στα δύο νέα μνημειακής κλίμακας κατακόρυφα έργα της Old (2025) και Phantom Age (2025), τα οποία η Νοτιοαφρικανή καλλιτέχνιδα φιλοτέχνησε ειδικά για την αθηναϊκή έκθεση. Σε αυτά η αφαίρεση κι η παραμόρφωση, η εμβάθυνση στις διαχρονικές και διανοηματικές συνδέσεις του σχηματισμού κορυφώνονται. Ιδίως στην μελέτη της, με βάση ένα ελληνιστικό γλυπτό και την εικόνα ενός ρωμαϊκού αντιγράφου του (H Ηλικιωμένη Γυναίκα της Αγοράς), η εξακτίνωση της υπαρξιακής κι εννοιολογικής σημασίας του θέματος σε σχέση με την οπτική γωνία του καλλιτέχνη και ο χρονισμός τους, σε ένα τότε κι ένα τώρα, σε ένταση με την σημασιολογική τους αξία και το κοινωνικό status του έργου και του καλλιτέχνη.

Με την έκθεσή της στο Κυκλαδικό Μουσείο η Ντυμά, πέρα από την αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική της αξία, αποδεικνύει και το θεωρητικό και φιλοσοφικό της βάθος. Διεισδύει πραγματικά με χειρουργικό χαρακτήρα, γιατί η γραμμή της έχει την προσεγμένη απλότητα, την ακρίβεια και το βάθος για να επιλέξει όπως ο Wounded surgeon του Τ.Σ. Έλλιοτ πού θα «εφαρμόσει το ατσάλι» για να αποσπάσει το νεκρό όργανο που δεν προσθέτει ζωτικότητα στο έργο. Κι απεναντίας να αποσπάσει και να αναδείξει το καίριο, το σημαντικό, το ζωντανό στοιχείο, που μέσα του πάλλεται η σημασία κι η ουσία των αισθημάτων και της ανθρώπινης αντίληψης για τον χρόνο, τον κόσμο, την ύπαρξή της και την τέχνη ως ολοκληρωμένη έκφρασή τους.

