«Αυτό που συνέβη σήμερα δεν αποτελεί απειλή μόνο για το Ιράν ή τη Μέση Ανατολή, αλλά και πρόβλημα για την Αρμενία». Η συγκεκριμένη τοποθέτηση εκφράστηκε διά στόματος του γραμματέα του Συμβουλίου Ασφαλείας της Αρμενίας, Αρμέν Γκριγκοριάν, ακολουθώντας την επίσημη καταδίκη της ισραηλινής επίθεσης στο Ιράν από την αρμενική κυβέρνηση. Πρόκειται για μία θέση παραπάνω από αναμενόμενη, αν αναλογιστούμε τις άριστες πολιτικές και οικονομικές σχέσεις Τεχεράνης-Γερεβάν, αλλά και τις βαθιά συγκλίνουσες πολιτισμικές και ιστορικές σχέσεις. Ακόμα όμως κι αν εθελοτυφλούσαμε σε όλες τις πτυχές των ιρανοαρμενικών σχέσεων, οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις στα χερσαία σύνορα μόλις τον Απρίλιο αποτελούν αδιάψευστο δείγμα των στρατηγικών τους δεσμών.
Το ερώτημα όμως που τίθεται αφορά το τελευταίο σκέλος της δήλωσης Γκριγκοριάν: Ποιο είναι το πρόβλημα για την Αρμενία και πώς δημιουργεί κινδύνους αποσταθεροποίησης στην περιοχή του Καυκάσου;

Ιστορίες από το Αρτσάχ και τη Γάζα
Μόλις λίγες εβδομάδες πριν από τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου, το Αζερμπαϊτζάν έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο τελικής λύσης για τον πλήρη έλεγχο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2023, οι ένοπλες δυνάμεις του Μπακού προχώρησαν σε μία ευρεία στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των λιγοστών θέσεων που ελέγχονταν ακόμη από τη Δημοκρατία του Αρτσάχ, την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία των αυτονομιστών Αρμενίων του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Μόλις την επόμενη ημέρα, στις 20 Σεπτεμβρίου, το Αρτσάχ, με τη διαμεσολάβηση των ρωσικών ειρηνευτικών δυνάμεων στην περιοχή, συμφώνησε σε μία άνευ όρων εκεχειρία. Υπό άλλες συνθήκες, θα κάναμε λόγο για την έναρξη του τρίτου πολέμου του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, αν η επιχείρηση δεν είχε λάβει αστραπιαία χαρακτηριστικά, διάρκειας μόλις μίας ημέρας. Δεν ήταν όμως η χρονική διάρκεια της επίθεσης που αναιρούσε τον ορισμό του πολέμου, αλλά όσα είχαν προηγηθεί και όσα ακολούθησαν, που κατέδειξαν μία επιχείρηση εθνοκάθαρσης.
Η εκεχειρία σήμανε την εν τοις πράγμασι κατάργηση της Δημοκρατίας του Αρτσάχ, σε συνδυασμό με την αυτοδιάλυση της στρατιωτικής πτέρυγας του αρμενικού θύλακα, καθώς και τη σύλληψη της ηγεσίας από το Αζερμπαϊτζάν. Η χειρότερη μοίρα, όμως, επιφυλασσόταν για τον αρμενικό πληθυσμό της περιοχής. Περίπου 100.000 Αρμένιοι ξεκίνησαν για τη μεγάλη έξοδο από το Ναγκόρνο – Καραμπάχ προς την Αρμενία, με ολόκληρο τον πλανήτη να παρακολουθεί αμέτοχος μία εν εξελίξει εθνοκάθαρση.
Πώς όμως κατάφερε το Αζερμπαϊτζάν μέσα σε μία ημέρα να λήξει το πολυετές, ανεπίλυτο ζήτημα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ;
Τον Δεκέμβριο του 2022, ομάδες πολιτών και περιβαλλοντικές ΜΚΟ, υποστηριζόμενες από το Αζερμπαϊτζάν, μπλόκαραν τον Διάδρομο του Λατσίν, τη μοναδική δίοδο των Αρμενίων του Αρτσάχ προς τον υπόλοιπο κόσμο. Σύντομα, οι Αρμένιοι της περιοχής βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν πολύμηνο αποκλεισμό, ο οποίος οδήγησε σε σοβαρή ανθρωπιστική κρίση, λόγω έλλειψης ενέργειας, τροφής, πόσιμου νερού και φαρμάκων.
Τον Απρίλιο του 2023, το Αζερμπαϊτζάν εγκατέστησε στρατιωτικό σημείο ελέγχου στον Διάδρομο του Λατσίν, αφού προηγουμένως είχε μπλοκάρει και τους παράλληλους χωματόδρομους που χρησιμοποιούνταν ως εναλλακτικές διαδρομές για τη μεταφορά κάποιων ελάχιστων αγαθών. Αμέσως μετά την εγκατάσταση του σημείου ελέγχου, οι διαδηλωτές, σε συμφωνία με την κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν, αποχώρησαν, με τις ένοπλες δυνάμεις να αποκλείουν πλήρως την ανθρωπιστική βοήθεια που μετέφεραν ο Ερυθρός Σταυρός και οι ρωσικές ειρηνευτικές δυνάμεις. Όταν, λοιπόν, το Αζερμπαϊτζάν εξαπέλυσε την επίθεση στις 19 Σεπτεμβρίου, απέναντί του βρήκε έναν λαό που κινδύνευε με λιμό.
Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως το Ναγκόρνο-Καραμπάχ ήταν εικόνα από το μέλλον για τη Γάζα. Όμως οι Παλαιστίνιοι δεν σκόπευαν να ακολουθήσουν τη μοίρα των Αρμενίων και ήταν αποφασισμένοι να στρέψουν τα βλέμματα όλου του κόσμου πάνω τους. Τα κοινά στοιχεία δεν περιορίζονται μόνο μεταξύ του ορεινού Ναγκόρνο – Καραμπάχ και της παραθαλάσσιας Γάζας, αλλά επεκτείνονται και στις σχέσεις Ισραήλ – Αζερμπαϊτζάν.

Συμμαχία Ισραήλ-Αζερμπαϊτζάν με φόντο πετρέλαιο, όπλα και… Ιράν
Μόλις λίγες εβδομάδες πριν από τη 24ωρη επίθεση στους αυτονομιστές Αρμενίους του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, το Ισραήλ μετέφερε στρατιωτικό εξοπλισμό προς το Αζερμπαϊτζάν. Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που το Ισραήλ εμπλεκόταν στον Νότιο Καύκασο. Κατά τη διάρκεια του 2ου πολέμου του Ναγκόρνο – Καραμπάχ το 2020, το Ισραήλ, μαζί με την Τουρκία, υπήρξαν οι βασικοί χορηγοί της αζερικής πολεμικής μηχανής. Η στήριξη του Τελ Αβίβ δεν ήταν καθόλου αμελητέα. Σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη στη Στοκχόλμη (SIPRI), την τετραετία 2016–2020, το 69% του οπλισμού στο Αζερμπαϊτζάν προήλθε από το Ισραήλ.
Ο δεύτερος πόλεμος του Ναγκόρνο-Καραμπάχ δεν ήταν ένας πόλεμος ίσων δυνάμεων. Αντιθέτως, ήταν ένας πόλεμος μεταξύ του 21ου και του 20ού αιώνα, με τους Αρμενίους να μάχονται με καλάσνικοφ εναντίον σύγχρονων ισραηλινών drones.
Η στήριξη της Τουρκίας προς το Αζερμπαϊτζάν ήταν παραπάνω από αναμενόμενη. Άγκυρα και Μπακού δεν χάνουν ευκαιρία να αναδεικνύουν τη στρατηγική τους συνεργασία σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο, κάνοντας λόγο για «δύο κράτη, ένα έθνος». Επιπλέον, καμία από τις δύο πλευρές δεν κρύβει τις επιδιώξεις για χερσαία διασύνδεση μέσω του Διαδρόμου του Ζανγκεζούρ, μιας λωρίδας εντός της Αρμενίας, για την οποία θα επανέλθουμε στη συνέχεια. Όμως, η εμπλοκή του Ισραήλ στον Νότιο Καύκασο είναι μία εντελώς διαφορετική υπόθεση.
Εκτός από προμηθευτής οπλικών συστημάτων, το Ισραήλ αποτελεί και έναν εξαιρετικό ενεργειακό εταίρο για το Αζερμπαϊτζάν. Μέσω του αγωγού Μπακού-Τιφλίδα-Τζεϊχάν, συμφερόντων της βρετανικής BP, το αζερικό πετρέλαιο καταλήγει από την Κασπία στη Μεσόγειο Θάλασσα. Από εκεί, μεταφέρεται μέσω των τουρκικών λιμανιών στο Ισραήλ. Για το τελευταίο, ο συγκεκριμένος αγωγός αντιπροσωπεύει σχεδόν το 30% των εισαγωγών αργού πετρελαίου.
Οι ενεργειακές σχέσεις μεταξύ των δύο δεν περιορίζονται μόνο στη μεταφορά πετρελαίου. Ενδεικτική είναι η, προ λίγων μηνών, χορήγηση ερευνητικής άδειας για κοιτάσματα φυσικού αερίου στην ισραηλινή ΑΟΖ στην κρατική εταιρεία πετρελαίου του Αζερμπαϊτζάν (SOCAR), την BP και την ισραηλινή New Med Energy.
Το Τελ Αβίβ, ωστόσο, βλέπει στο Αζερμπαϊτζάν έναν καταλυτικό παράγοντα πίεσης και αποσταθεροποίησης του Ιράν. Αρκεί μόνο να αναφέρουμε τη σημαντική αζερική μειονότητα στο βόρειο Ιράν, η οποία πιθανολογείται πως ξεπερνά τα 10 εκατομμύρια πληθυσμού.
Δεν είναι, λοιπόν, λίγοι εκείνοι που εποφθαλμιούν την απόσχιση της αζερικής μειονότητας, σε μια προσπάθεια πυροδότησης βαθιάς κρίσης στην ιρανική κοινωνία. Βεβαίως, το Ιράν, με τη σειρά του, μία χώρα πλούσια σε εθνικές μειονότητες, με βαθιές ιστορικές ρίζες συνύπαρξης, έχει εξασφαλίσει τις απαραίτητες ισορροπίες στο εσωτερικό του, ώστε να περιοριστούν φυγόκεντρες, διαλυτικές τάσεις.
Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υποτιμάται η ενορχηστρωμένη δράση μυστικών υπηρεσιών που προσβλέπουν σε τέτοια σενάρια, ούτε όμως και ο αζερικός εθνικισμός.
Τα σπασμένα ρόδια έχουν κοινή μοίρα
Πίσω στο 2020, η συμφωνία εκεχειρίας για τη λήξη των εχθροπραξιών στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη χερσαία σύνδεση του Αζερμπαϊτζάν με το αποσπασμένο έδαφος του Ναχιτσεβάν, το οποίο βρίσκεται νοτιοδυτικά της Αρμενίας. Η σύνδεση αυτή αναπόφευκτα διαπερνά την Αρμενία, και πιο συγκεκριμένα τον Διάδρομο του Ζανγκεζούρ, γεγονός που έχει προκαλέσει σημαντικά κωλύματα στον πενταετή πλέον μαραθώνιο ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ Γερεβάν και Μπακού.
Η περιοχή του Ζανγκεζούρ, εκτός από διαχωριστική λωρίδα για το Αζερμπαϊτζάν, αποτελεί και τη μοναδική χερσαία δίοδο μεταξύ Αρμενίας και Ιράν. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαία η σταθερή θέση της Τεχεράνης, που θέτει ως κόκκινη γραμμή οποιαδήποτε αμφισβήτηση της εθνικής ακεραιότητας της Αρμενίας.
Παρά τις αναφορές για βήματα ειρήνης στον Νότιο Καύκασο, οι σχέσεις μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν παραμένουν τεταμένες και οι δηλώσεις συχνά αμφίσημες. Στις αρχές του έτους, ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν χαρακτήρισε την Αρμενία «ένα φασιστικό κράτος στον πυρήνα του», προσθέτοντας πως «ο φασισμός θα πρέπει να καταστραφεί από την αρμενική ηγεσία, αλλιώς θα το κάνουμε εμείς οι ίδιοι».
Την ίδια στιγμή, ο αζερικός εθνικισμός χαρακτηρίζει την περιοχή του Ζανγκεζούρ ως πατρογονική γη των Αζέρων, τους οποίους υποστηρίζει πως εκδίωξαν οι Αρμένιοι. Το συγκεκριμένο αφήγημα, μάλιστα, δεν εκφράζεται από περιθωριακές εθνικιστικές τάσεις στο εσωτερικό της χώρας, αλλά από τα ίδια τα κυβερνητικά χείλη στο Μπακού. Μέχρι στιγμής, το ζήτημα ελέγχου του Διαδρόμου του Ζανγκεζούρ, περιορίζεται μόνο σε λεκτικές επιθέσεις, συνοδευόμενες από μικρά επεισόδια στα σύνορα Αζερμπαϊτζάν-Αρμενίας. Καταλυτικό παράγοντα αυτής της σχετικά ομαλής κατάστασης, έχει παίξει η πάγια στάση του Ιράν υπέρ της εθνικής ακεραιότητας της Αρμενίας. Καθώς όμως επιχειρείται η αποδυνάμωση του Ιράν, δημιουργούνται κενά σταθερότητας, τα οποία πολλοί εποφθαλμιούν να εκμεταλλευτούν.
Με το Ισραήλ να μιλά πλέον ανοιχτά για επιχείρηση ανατροπής της ιρανικής ηγεσίας, το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης της σύγκρουσης σε έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο επανέρχεται στο προσκήνιο. Μια στρατιωτική επίθεση στο Ζανγκεζούρ, με την υποστήριξη του Ισραήλ, θα μπορούσε να διακόψει τη χερσαία σύνδεση Αρμενίας-Ιράν, προκαλώντας σοβαρά οικονομικά και στρατηγικά προβλήματα στην Τεχεράνη.
Κάποτε, μια τέτοια κίνηση θα θεωρούνταν κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, καθώς θα έθιγε ευθέως την εδαφική ακεραιότητα της Αρμενίας. Σήμερα, όμως, σε έναν κόσμο όπου το διεθνές δίκαιο παραβιάζεται καθημερινά από το ίδιο το Ισραήλ, εύλογα γεννάται το ερώτημα: γιατί να μην απολαμβάνουν το ίδιο «προνόμιο» και οι σύμμαχοί του;
Βεβαίως, το Ιράν έχει ήδη λάβει τα δικά του προληπτικά μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους αποσταθεροποίησης στα βόρεια σύνορά του, όπως επιχειρεί να κάνει και η Αρμενία. Όταν όμως η πολιτική επιλέγει τον δρόμο του πολέμου, το μέλλον καθίσταται αβέβαιο.Και το μόνο που παραμένει βέβαιο είναι πως τα ρόδια στην Παλαιστίνη, την Αρμενία και το Ιράν, όπως ανθίζουν μαζί, έτσι και μαραίνονται μαζί.
