Τα εγκάρδια χαμόγελα ανάμεσα στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και της ακροδεξιάς πρωθυπουργού της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι στη σύνοδο για την Ουκρανία στη Ρώμη αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη για την τετελεσμένη de facto σύμπλευση ανάμεσα στο ΕΛΚ και ένα μέρος της ακροδεξιάς στην Ε.Ε.. Μία σύμπλευση που επικυρώθηκε -εξόν από την πολεμόχαρη σύνοδο στη Ρώμη για τη συνέχεια του πολέμου στην Ουκρανία, προκειμένου να στηριχθεί η στρατιωτική βιομηχανία- πρώτον με την αποχή της ακροδεξιάς στην ψηφοφορία στο Ευρωκοινοβούλιο για την καθαίρεση της προέδρου της Κομισιόν και κατά δεύτερο λόγο στη συμπαιγνία για να ενταφιασθεί ουσιαστικά το Green Deal και η προστασία του κλίματος στην ήπειρο.

Βέβαια, το αποτέλεσμα στην ψηφοφορία στο Στρασβούργο ήταν αναμενόμενο. Η ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου απέρριψε την πρόταση με 360 ψήφους κατά, 175 υπέρ και 18 αποχές. Για να επιτευχθεί η καθαίρεση της φον ντερ Λάιεν απαιτούνταν 357 ψήφοι, συνεπώς ούτε καν οι μισές δεν επιτεύχθηκαν. Παρ’ όλη τη μεγάλη διαφορά υπέρ της προέδρου της Κομισιόν, στα χαρτιά, στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα κρύβει μια πολύ πιο άβολη αλήθεια. Οι ψήφοι υπέρ της Προέδρου ήταν στην ουσία λιγότερες από αυτές που χρειάσθηκε το 2024 για να επανεκλεγεί για τη δεύτερη θητεία της.
Κι επιπλέον θα πρέπει να επισημανθούν τρεις παράξενες πολιτικές επιπτώσεις, επίσης πολύ σημαντικές για την πολιτική γεωγραφία στην Ε.Ε.. Το πρώτο είναι ότι η πρόταση που υποβλήθηκε για την καθαίρεση της φον ντερ Λάιεν και μάλιστα από στέλεχος κόμματος της ακροδεξιάς ευρωομάδας της Μελόνι και κατάφερε να συγκεντρώσει το όριο ψήφων που απαιτείται για συζήτηση στο Κοινοβούλιο.
Το δεύτερο και κυριότερο είναι ότι το θέμα αφορά ένα ζήτημα που η Ούρσουλα δεν έχει ποτέ διευκρινίσει πλήρως, δηλαδή τις διαπραγματεύσεις της με την Pfizer για εμβόλια κατά την εποχή της Covid. Μία υπόθεση που συνδέεται στο ουσιαστικό της πολιτικό επίπεδο με το τρίτο ερώτημα, που αφορά το άτομο που ενορχήστρωσε την πρόταση μομφής: είναι ο ευρωβουλευτής Γκεόργκε Πιπερέα, μέλος του κόμματος AUR (Συμμαχία για την Ενότητα των Ρουμάνων) με επικεφαλής τον ευρωσκεπτικιστή Γκεόργκε Σιμεόν, που ανήκει στην ευρωομάδα ECR (Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές), της οποίας το Fratelli d’Italia της Μελόνι είναι η πλειοψηφούσα δύναμη.

Η πρόταση του Πιπερέα στηρίχθηκε στην ύποπτη άρνηση της Επιτροπής να δημοσιεύσει τα μηνύματα μεταξύ της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του Διευθύνοντος Συμβούλου της Pfizer, Άλμπερτ Μπουρλά, σχετικά με την αγορά εμβολίων κατά της Covid-19. Μία υπόθεση για την οποία το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της διαφάνειας. Μπορεί ο Πιπερέα και οι αρχικοί υποστηρικτές της πρότασης μομφής να ανήκουν στη ριζοσπαστική δεξιά, όμως η πρωτοβουλία τούτη απετέλεσε τη θρυαλλίδα για να εκφρασθεί η ευρύτερη δυσαρέσκεια που κυοφορείται μέσα στους ευρωβουλευτές (αλλά και τους πολίτες της Ε.Ε.) για τις διφορούμενες σχέσεις της φον ντερ Λάιεν με τον επιχειρηματικούς κύκλους, αλλά και τους ηγέτες που εκπροσωπούν το ακροδεξιό κέρας στην ήπειρο, συμπεριλαμβανομένης της Μελόνι. Με φόντο τον ανεξέλεγκτο συγκεντρωτισμό στη λήψη αποφάσεων, στις αήθεις συμφωνίες κάτω από το τραπέζι μεταξύ των (φαινομενικά) αντιπάλων ηγετών και τη γενικότερη έλλειψη διαφάνειας, που τροφοδοτούν εσωτερικές εντάσεις και έχουν ωθήσει και πολλούς αξιωματούχους να εκφράσουν την οργή τους στα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης, πάντα ανώνυμα.
Υπάρχει μια αυταρχική εξουσία στις Βρυξέλλες
Εάν είναι εμφανές πως στο θέμα της Ουκρανίας και στο σκέλος που αφορά την εκτόξευση των στρατιωτικών δαπανών, υπάρχει μία συμπαιγνία μεταξύ δεξιών, σοσιαλιστών και σημαντικού τμήματος των ακροδεξιών, η σύμπλευση και των τριών αυτών κυρίαρχων συνιστωσών σε μία υπόθεση με οσμή εκτεταμένης διαφοράς στο ύπατο επίπεδο της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης γεννά πολλά ερωτήματα για το εάν ουσιαστικά υπάρχει μία αυταρχική ευρωπαϊκή εξουσία.
Και τούτο γιατί στη βάση του το αυταρχικό κράτος (και θεωρητικά και πρακτικά) θεμελιώνεται στη συναινετική στάση των παραδοσιακών εχθρών του συστήματος ως προς τους τρόπους λειτουργίας τους. Γιατί, πώς είναι δυνατόν ο θεωρητικά κύριος αντίπαλος του τρόπου διακυβέρνησης των Βρυξελλών, το Fratelli d’ Italia να ψηφίζει υπέρ της φον ντερ Λάιεν, όταν ο κατήγορός της προέδρου ανήκει στο ECR, όπου η Μελόνι είναι μία από τους κύριους εκφραστές του μηνύματος που εκφέρει για την Ε.Ε.. Και μάλιστα, τόσο η Μελόνι όσο και ο κυβερνητικός εταίρος της Ματέο Σαλβίνι της ξενοφοβικής Λέγκας παραμονές των προεδρικών εκλογών στη Ρουμανία, είχαν εκφράσει τη στήριξή τους στον Σιμιόν (από το κόμμα του οποίου προέρχεται ο Πιπερέα), προτού ο ακροδεξιός ηγέτης ηττηθεί από τον φιλοευρωπαϊστή, Νίκουσορ Νταν. Η τυχοδιωκτική και συναινετική διαχείριση και μεσολάβηση ουσιαστικά αφαιρεί τη διαλεκτική αντίθεση και σύγκρουση, που απαιτείται για τη διαμόρφωση πολιτικών που θα καθορίζουν και θα προστατεύουν την ταυτότητα (κοινωνική κι ιδεολογική) της Ευρώπης. Μία τέτοια σύμπραξη επικυρώνει την απόκλιση της Ε.Ε. σε μια πιο συντηρητική πορεία, σε βάρος της διαφάνειας, των δικαιωμάτων, της ειρήνης, της προστασίας των πολιτών και του κλίματος.
Κι όχι μόνο τούτο: μέσα από τούτη την καιροσκοπική συμπαιγνία η πολιτική φεύγει από τα όρια της λογικής. Η Μελόνι ήταν την εποχή του lockdown -όταν διαστρεβλώθηκε εννοιολογικά αυτό που έλεγε για την κρίση του ‘29 ο Κέινς «οι πολιτικοί να διακρίνουν τη δράση από τη μη-δράση (…) και να επινοήσουν κυβερνητικά σχήματα, σε δημοκρατικά πλαίσια, ικανά να πραγματώσουν τη δράση» και αποκαλύφθηκε ο αδιαφανής χειρισμός της προμήθειας εμβολίων από την φον ντερ Λάιεν -η πλέον διαπρύσια κατήγορος του ρόλου της Κομισιόν. Σήμερα, όμως βλέπουμε πως η Μελόνι είναι (σε αντίθεση με τους ομοϊδεάτες της Μαρίν Λεπέν και Σαλβίνι) εκείνη που πασχίζει όσο κανείς άλλος να στηρίξει τη φον ντερ Λάιεν, μάλιστα «χαρίζοντας» και κάποιες ψήφους της παράταξής της στη διαδικασία για επανεκλογή της Γερμανίδας προέδρου. Βρισκόμαστε, επομένως, αντιμέτωποι με ένα εντυπωσιακό παράδοξο. Ένα μέλος του κόμματος του οποίου η ακροδεξιά Ιταλίδα πρωθυπουργός είναι ηγετικό μέλος κατέθεσε πρόταση μομφής κατά της Προέδρου, η οποία ηγείται της Ευρωπαϊκής Επιτροπής χάρη και στις ψήφους της.
Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και ένα μέρος της Συντηρητικής ομάδας (ECR) που δεν ψήφισε υπέρ του εγγράφου, όπως οι βουλευτές της Fratelli d’Italia, προέβαλε το επιχείρημα ότι η ψηφοφορία θα επανασυσπείρωνε την πλειοψηφία, όπως εν μέρει όντως συνέβη. Η αποχή του κόμματος της Μελόνι από την αίθουσα μπορεί φάνηκε και σαν ένα, καθυστερημένο, «ευχαριστώ» για τον διορισμό ως υψηλόβαθμου Επιτρόπου του μέλους των Fratteli d’ Italia και πρώην υπουργού Ραφαέλε Φίτο -για τον οποίον είχαν εκφρασθεί πολλές αντιρρήσεις στο Ευρωκοινοβούλιο- και επίσης μια υπογράμμιση της καλής προσωπικής σχέσης μεταξύ της φον ντερ Λάιεν και του Μελόνι, αλλά σε κάθε περίπτωση έρχεται σε ανοιχτή αντίθεση με τη θέση του κόμματος, το οποίο στο παρελθόν είχε αμφισβητήσει σκληρά και συγκεκριμένα τις αποφάσεις του προέδρου για την Covid.

Μαζί στη Ρώμη, χώρια στις Βρυξέλλες
Το αποτέλεσμα της διφορούμενης στάσης της Μελόνι είναι και η σχιζοφρενική εικόνα που φιλοτεχνείται στο εσωτερικό και της ιταλικής κυβερνητικής πλειοψηφίας: είναι ενωμένη σαν γροθιά στη Ρώμη, αλλά διχασμένη στις Βρυξέλλες. Η Λέγκα και η ευρωομάδα της «Πατριώτες» υποστηρίζουν σταθερά την πρόταση μομφής, ενώ η Forza Italia αντιτίθεται σε αυτήν για αντίθετους λόγους, σύμφωνα με το φιλοευρωπαϊκό πνεύμα της. Εκείνο όμως που, ιδιαίτερα στην Ιταλία, προκαλεί αλγεινή εντύπωση είναι η αμφιλεγόμενη στάση των αντιπροσώπων του πολιτικού, υποτίθεται, αντιπάλου της Μελόνι. Η θέση του Δημοκρατικού Κόμματος (PD) ήταν εξίσου σχιζοφρενική: έχοντας ανακοινώσει την πρόθεσή του να ψηφίσει υπέρ του Προέδρου, τελικά, μόνο 14 από τους 21 βουλευτές ακολούθησαν τη συμβουλή της ομάδας. Η κατάσταση ήταν παρόμοια μεταξύ των Πρασίνων και των Αριστερών της IVS, ανάλογης με εκείνο τον επαμφοτερισμό και κατά την επανεκλογή της φον ντερ Λάιεν: οι Πράσινοι στήριξαν την πρόεδρο (όπως και κατά την επανεκλογή της, τοις ρήμασιν της ευρωομάδας τους πειθόμενοι) ενώ οι αριστεροί τάχθηκαν υπέρ της ανατροπής της φον ντερ Λάιεν, μαζί με το «Κίνημα Πέντε Αστέρων».
Αλλά και τα «τραβήγματα» της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχουν και γενικότερες συνέπειες. Δείχνει την ανεπάρκεια τόσο της Επιτροπής, που στάθηκε στα πόδια της με παραχωρήσεις και που συνεχίζει να παραπαίει, αλλά συνάμα και την παρακμιακή κατάσταση των κομμάτων, που κυρίως τη συνθέτουν και που δεν εκπέμπουν ακροδεξιά ρητορεία.
Εν πρώτοις, για να διατηρήσει ενωμένη την πλειοψηφία που την έχει υποστηρίξει μέχρι στιγμής, η φον ντερ Λάιεν προς στους Σοσιαλιστές, υποσχόμενη ότι το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο Plus θα διατηρηθεί στον επόμενο προϋπολογισμό. Ιδιαίτερη σημασία είχε η υπόσχεση αυτή στους Ισπανούς Σοσιαλιστές της αντιπροέδρου της Κομισιόν Τερέσα Ριβέρα, που λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ από την αποκάλυψη οικονομικών σκανδάλων με επίκεντρο σημαντικά στελέχη του, έπρεπε να έχουν να αντιτείνουν στο εσωτερικό ένα σημαντικό επίτευγμα και στις Βρυξέλλες. Από την πλευρά τους οι Φιλελεύθεροι ζήτησαν αλλαγή προσέγγισης και μια πιο σαφή αναφορά στο κράτος δικαίου στην ομιλία για την Κατάσταση της Ένωσης που έχει προγραμματιστεί για τον Σεπτέμβριο. Και οι δύο ομάδες είχαν απειλήσει να απόσχουν: τελικά ψήφισαν κατά της πρότασης, αλλά με σαφείς επιφυλάξεις.
Αξίζει επίσης να σημειωθούν ορισμένες λεπτομέρειες: η φον ντερ Λάιεν επέλεξε να μην συμμετάσχει στην κοινοβουλευτική συζήτηση. Έφυγε την παραμονή της ψηφοφορίας από το Στρασβούργο για να μεταβεί στη Ρώμη, όπου παρευρέθηκε στη συνδιάσκεψη για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας. Μια χειρονομία συνεπής με την πολιτική της προσέγγιση: είναι μια Πρόεδρος που βασίζεται πρωτίστως στη γλώσσα της δημόσιας επικοινωνίας και όχι στην ουσία. Επειδή γνωρίζει πως όλα είναι ζήτημα προβολής κι επισκίασης. Η συνδιάσκεψη (με τα χαμόγελα και τον πακτωλό 10 δισεκ. ευρώ και πολεμικού υλικού στον Ζελένσκι) για την Ουκρανία υπερπροβλήθηκε, ενώ η ψηφοφορία -λόγω και του γεγονότος ότι το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο- πέρασε στα ψιλά.
Βέβαια και για τη Μελόνι, η διάσκεψη στη Ρώμη μόνο προβολή παρείχε γιατί η τελική συμφωνία αν κανείς την προσέξει προβλέπει η χώρα να ανοικοδομηθεί από τους Αμερικανούς με ευρωπαϊκά χρήματα, αλλά τις ιταλικές εταιρείες (βλ. Ιlva) εκτός! Όπως κι επίσης στα ψιλά πέρασε και η σύμπραξη ακροδεξιών με το ΕΛΚ για να μειωθούν οι κλιματικοί στόχοι της Ε.Ε. για την ελάττωση των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου και για τον έλεγχο (δηλ. τις περικοπές) στη χρηματοδότηση των επιδοτήσεων στις περιβαλλοντικές ΜΚΟ. Μάλιστα σε μία κίνηση που μοιάζει με τον «λύκο που φυλάει τα πρόβατα» οι Ακροδεξιοί θα είναι οι εισηγητές (sic!) των νέων στόχων της Ε.Ε. για την πράσινη πολιτική.

Έτσι λοιπόν, η μη εμφάνιση στο Στρασβούργο κι η άπλετη διαφήμισή της στη Ρώμη, υπηρετούσε έναν διπλό στόχο για τη φον ντερ Λάιεν. Πρώτον υπονόμευε και υποβάθμιζε τη σημασία της ψηφοφορίας εναντίον της και δεύτερον, τόνιζε πως εφ’ όσον έχει τη φιλία και τη σύμπραξη της Μελόνι δεν φοβάται τίποτε. Ιδίως τώρα που υπέβαλε τον φιλόδοξο προϋπολογισμό της επόμενης περιόδου (όπου σημειωτέον περιλαμβάνονται και πολλά σημεία των εισηγήσεων των σχεδίων Λέτα και Ντράγκι και τα 100 δισεκ. ευρώ για την Ουκρανία και τα 150 δισεκ. σε εγγυημένα ομόλογα για την «άμυνα»).
Η υπερεθνική εκτελεστική εξουσία της φον ντερ Λάιεν γι’ άλλη μία φορά ακόμη αποδεικνύει πως δεν έχει λαϊκή νομιμοποίηση, αλλά αποτελεί προϊόν ενδοπολιτικών και διακομματικών ζυμώσεων (και κυρίως την εξωθεσμική στήριξη συμφερόντων που συνεπώς εξυπηρετεί), που στηρίζεται -όπως θα έλεγαν οι Γκράμσι και Αλτουσέρ- σε ιδεολογικούς μηχανισμούς κυριαρχίας. Μία τέτοια «τεχνητή» (για να μην πούμε «δοτή», που θεωρητικά βασίζεται σε άλλες προκείμενες) έχει ανάγκη από ορατότητα και υπερπροβολή για να επιτύχει αυτό που θα λέγαμε «ηγεμονική συναίνεση», η οποία σπρώχνει τους πολίτες να αποδέχονται αυτόβουλα τις δομικές σχέσεις που η υπερεθνική εξουσία καθορίζει και περιενδύει ιδεολογικά. Μόνο που τούτη τη φορά η επικοινωνιακή της νίκη μάλλον αμφίβολη θα πρέπει να κριθεί -ακόμη κι εάν με τη σύμπραξη του «φιλοευρωπαϊκού» μιντιακού κατεστημένου πέρασε στα ψιλά. Κι αυτό γιατί απέδειξε άλλη μία φορά την ύπαρξη βαθύτερων μηχανισμών συναίνεσης για μία αυταρχική διακυβέρνηση της ηπείρου, που πλέον δεν εκπροσωπεί τα γενικότερα στρώματα των πολιτών, που απλώς δεμένοι στη μοίρα του ευρώ ανέχονται τους κομματικούς τυχοδιωκτισμούς και την πρόσδεση των Βρυξελλών με τα ευρωπαϊκά μονοπώλια.
