Με αιχμή την κατασκευή drones η Τουρκία διαθέτει πλέον ένα στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα κατ’ απομίμηση των ΗΠΑ, οι ανάγκες του οποίου δημιουργούν εμπλοκή σε πολεμικές συγκρούσεις ως αυτοσκοπό. Η τουρκική τεχνολογία των drones είχε τη δυνατότητα να δοκιμαστεί στην ανατολική Τουρκία εναντίον των Κούρδων, αλλά επίσης στη Λιβύη και στη Συρία, όπου η Τουρκία βρέθηκε κατά κανόνα να υποστηρίζει αντίθετες δυνάμεις από τη Ρωσία, παρά την ευρύτερη συνεργασία και συνεννόηση των δύο δυνάμεων στο εμπορικό, αλλά και στο διπλωματικό πεδίο.
Το νέο δεδομένο είναι ότι ανερχόμενες πολεμικώς χώρες, όπως η Πολωνία, αγοράζουν πλέον drones από την Τουρκία, όπως τα Bayraktar TB2, με τη λογική ότι έχουν αποδείξει την αξιοπιστία τους στο πεδίο των μαχών. Μεταξύ των πεδίων αυτών είναι βεβαίως και η Ουκρανία, όπου η συνεργασία προχώρησε σε σχεδιασμό εργοστασίου που θα κατασκευάζει τα τουρκικά drones σε ουκρανικό έδαφος. Η προώθηση της τεχνολογίας των drones μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία σημαίνει ότι η Τουρκία μπορεί πια να αξιοποιεί τους σύγχρονους «πολέμους δι’ αντιπροσώπων», ώστε να προωθεί ταυτοχρόνως τη στρατιωτική της βιομηχανία, αλλά και τα γεωπολιτικά της συμφέροντα. Το τελευταίο αφορά κατ’ εξοχήν και στη βόρεια, αλλά και την Υποσαχάρια Αφρική. Κομβικό πρόσωπο είναι εν προκειμένω ο Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ, επικεφαλής της εταιρείας Baykar που κατασκευάζει τα drones Bayraktar TB2, και γαμπρός του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Η εξέλιξη που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στην Αφρική είναι η απόσυρση της Γαλλίας από τις χώρες του Σαχέλ προς όφελος κυρίως της Ρωσίας και της Κίνας, ενώ, όμως, και η Τουρκία επιχειρεί μία δική της οικονομικο-στρατιωτική διείσδυση. Χώρες, όπως το Μάλι, ο Νίγηρας και η Μπουρκίνα Φάσο, έχουν αποσχιστεί από τη γαλλική σφαίρα επιρροής με κλείσιμο των γαλλικών στρατιωτικών βάσεων, με τη Γαλλία να προσπαθεί να διατηρήσει την επίδρασή της κυρίως στο Τσαντ και στη Σενεγάλη, δύο χώρες που αναζητούν επίσης την πολιτική τους ανεξαρτησία.
Κυρίως η Ρωσία προωθείται ως ένας στρατιωτικός σύμμαχος και εμπορικός και οικονομικός εταίρος με επενδύσεις στον τομέα των υποδομών, της ενέργειας και των εξορύξεων, ενώ στο διπλωματικό πεδίο οι BRICS+ περιλαμβάνουν από φέτος δύο αφρικανικές χώρες, την Αίγυπτο και την Αιθιοπία. Στο συγκείμενο αυτό η Τουρκία επιχειρεί τη δική της περιφερειακή οικονομική διείσδυση με οιονεί νεο-αποικιακά χαρακτηριστικά στη βόρεια και ανατολική Αφρική, ολοκληρώνοντας έναν εμπορικό εθνικισμό, ο οποίος παλαιότερα είχε λάβει τα χαρακτηριστικά του παντουρκισμού του Τουργκούτ Οζάλ. Την ίδια περίοδο, η Ελλάδα επαφίεται μονόπλευρα σε συμβάσεις με εταιρίες εξορύξεων, όπως η Chevron, προκειμένου να αντισταθεί στην τουρκική περικύκλωση.
Στο ευρύτερο αυτό πλαίσιο, η νεο-οθωμανική ιδεολογία της Τουρκίας για επιρροή ως το Σουδάν και τη Σομαλία επικαιροποιείται κυρίως μέσω της προώθησης της τουρκικής στρατιωτικής βιομηχανίας σε αφρικανικά θέατρα πολέμου. Πύλη για αυτό υπήρξε κυρίως η Λιβύη, όπου δοκιμάστηκαν τα τουρκικά drones και μάλιστα drones εφοδιασμένα με τεχνητή νοημοσύνη που έχουν δυνατότητα αυτονομίας, χαρακτηριζόμενα ως «δολοφονικά ρομπότ» (killer robots). Αυτόνομα οπλικά συστήματα, όπως το STM Kargu-2 έχουν χρησιμοποιηθεί εναντίον των δυνάμεων του Χαλίφα Χάφταρ και μάλιστα με δοκιμή τεχνολογιών αιχμής που ενδεχομένως δεν χρειάζονται διαρκή ανθρώπινο χειρισμό.
Turkish military presence in Africa according to a French Defense Ministry report.
— Ragıp Soylu (@ragipsoylu) November 9, 2024
• Turkish military attaches in 19 African countries
• Turkish drones had been exported to 15 African states pic.twitter.com/jgEyjmkmZp
Τα Μη Επανδρωμένα Αεροχήματα Kargu, αναπτυσσόμενα από την εταιρεία Savunma Teknolojileri Mühendislik ve Ticaret A.Ş., έχουν δραστηριοποιηθεί στη Λιβύη για επιτήρηση, αναγνώριση, αλλά και για χτυπήματα ακριβείας, ενώ ορισμένα χρησιμοποιούνται ως «ντρόουνς-καμικάζι». Το πλεονέκτημα των τελευταίων είναι ότι πρόκειται για φτηνά και αναλώσιμα drones που πραγματοποιούν μαζικώς επιθέσεις σμήνους. Η μακροπρόθεσμη επιτυχία αυτών των drones είναι ότι κοστίζουν λιγότερο από τους πυραύλους που τα αναχαιτίζουν, με αποτέλεσμα να είναι κομβικά για τους σύγχρονους πολέμους φθοράς. Εξάλλου, λειτουργούν μέσω κορεσμού της αντίπαλης αεράμυνας, καθώς η μαζική τους επίθεση αποσπά τους πυραύλους της άμυνας με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά να βρίσκουν εντέλει τον στόχο. Η αυτονομία τους μέσω χρήσης τεχνητής νοημοσύνης σημαίνει ότι δεν τα επηρεάζει η ενδεχόμενη έλλειψη GPS ή ακόμη και οι ηλεκτρονικές παρεμβολές του αντιπάλου, καθώς μπορούν να αναγνωρίζουν στόχους μέσω των αισθητήρων τους και της αξιοποίησης μεθόδων βαθείας μάθησης. Βεβαίως, η αυτονόμηση από ανθρώπινους χειριστές εγείρει έντονα ζητήματα δικαίου του πολέμου πλην η χρήση τους σε αφρικανικά θέατρα του πολέμου αυξάνει τη στρατιωτική τους αξιοπιστία. Σημαντικό είναι επίσης το μοντέλο Bayraktar Akıncı, για το οποίο η κυβέρνηση του Άμπντελ Χαμίντ Ντμπέιμπα δείχνει ενδιαφέρον από το 2022, παράλληλα με μια εντατικότερη εκπαίδευση Λίβυων πιλότων από την Τουρκία, καθώς και εκπαιδεύσεις ελεύθερων σκοπευτών και της λιβυκής ακτοφυλακής. Τα τουρκικά drones βοήθησαν αποφασιστικά να απωθηθούν επιθέσεις από δυνάμεις της Ανατολικής Λιβύης τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ χρησιμοποιείται και εναντίον δυνάμεων που οι αρχές της Δυτικής Λιβύης χαρακτηρίζουν ως «λαθρέμπορους» λ.χ. στη Ζαουίγια με τη χρήση του προσχήματος ότι πρόκειται για καταπολέμηση εγκληματικών ομάδων. Η Τουρκία έχει άλλωστε παράσχει πληθώρα διαφορετικών τύπων όπλων, ακόμη και παραβιάζοντας το σχετικό εμπάργκο, συμπεριλαμβανομένων τεθωρακισμένων, με τη χρήση «σκιώδους» τουρκικού στόλου στην ανατολική Μεσόγειο.
Ο κυνισμός της τουρκικής πολιτικής φαίνεται, ωστόσο, κυρίως από το γεγονός ότι η Τουρκία επιδιώκει καλές σχέσεις και με τις δυνάμεις της ανατολικής Λιβύης με την πρόθεση να έχει λόγο σε μια επόμενη ημέρα, όπου θα δραστηριοποιηθούν τουρκικές εταιρείες στην αναδημιουργία των λιβυκών υποδομών. Αναπτύσσεται, λοιπόν, ένα μοντέλο κατά το οποίο σε πρώτο χρόνο έχει πολύ μεγάλη σημασία το τουρκικό στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα κατά την εκτύλιξη ενδοκρατικών συγκρούσεων, κυρίως με την παροχή drones, ενώ σε δεύτερο χρόνο η τουρκική διπλωματία εμφανίζεται ως εγγυητής της σταθερότητας, προκειμένου να λάβουν τη μερίδα του λέοντα τουρκικές εταιρείες δραστηριοποιούμενες στην ενέργεια και τις κατασκευές.

Το μοντέλο αυτό είναι πολύ πρόσφορο δεδομένης της έκτασης που έχουν λάβει οι εμφύλιες συγκρούσεις στην Αφρική, με μερικές από αυτές να αποτελούν πολέμους διά αντιπροσώπων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Λιβύη αποτελεί απλώς μια πύλη για την Τουρκία, η οποία μπορεί να δραστηριοποιηθεί στην Υποσαχάρια Αφρική, ήτοι αφενός στο Σουδάν, όπου αξιώνει παρουσία στο πλαίσιο της νεο-οθωμανικής ιδεολογίας, βάσει της οποίας επεκτείνεται στις χώρες της Ανατολικής Αφρικής που βρίσκονται στην Ερυθρά θάλασσα, όπως η Ερυθραία, το Τζιμπουτί και η Σομαλία, αλλά, αφετέρου, δυνητικά ακόμη και σε χώρες του Σαχέλ. Το ανησυχητικό είναι ότι σε αυτές τις περιπτώσεις οι επεκτάσεις των ενδοκρατικών συγκρούσεων αποτελούν τρόπον τινά αυτοσκοπό για την επέκταση του τουρκικού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος, κατά ένα δίπολο που περιλαμβάνει τόσο την παροχή εξοπλισμού αιχμής όσο και τη μετέπειτα διπλωματική διαμεσολάβηση για ανεύρεση τρόπων ειρήνευσης και ανοικοδόμησης των χτυπημένων από τον πόλεμο περιοχών.
