Από τις 3 Ιουλίου προβάλλεται στους κινηματογράφους «Το 47». Πρόκειται για την πλέον επιτυχημένη δουλειά του 44χρονου Μαρσέλ Μπαρένα, αφού κατέγραψε ρεκόρ εισπράξεων στο ισπανικό Βox Office, απέσπασε πέντε βραβεία Γκόγια και οκτώ βραβεία Γκαουντί, ενώ ήδη έχει ανακηρυχθεί στη δημοφιλέστερη καταλανική ταινία των τελευταίων 40 ετών.
Εμπνεόμενος από τη ζωή ενός υπαρκτού προσώπου, του Μανόλο Βιτάλ, ο Μπαρένα καταφέρνει να εξιστορήσει και ν’ αποτυπώσει αριστοτεχνικά τη συλλογική ιστορία του Τόρε Μπαρό, μιας πρώην παραγκούπολης και νυν μεσοαστικής συνοικίας στα περίχωρα της Βαρκελώνης, και μαζί με αυτήν ένα κομμάτι της ιστορίας των κοινωνικών αγώνων που καθόρισαν εν πολλοίς τη σημερινή όψη της καταλανικής πρωτεύουσας.
Γιος ενός κομμουνιστή, εκτελεσμένου από τους φαλαγγίτες του Φράνκο, ο Βιτάλ από τη Βαλένθια δε Αλκάνταρα θα φτάσει το 1958 στο Τόρε Μπαρό. Εκεί, μαζί με την κοινότητα των συντοπιτών του, μετά τον ξεριζωμό από τη γενέθλια γη τους, έχοντας ν’ αντιμετωπίσουν τόσο το «γράμμα» όσο και το «πνεύμα» του νόμου των κρατικών και των τοπικών αρχών, θα αγωνιστούν σκληρά, μέσα σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, ώστε να καταφέρουν να χτίσουν τα σπίτια τους και να βάλουν το αναγκαίο «κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους». Χωρίς νερό και ρεύμα, χωρίς ασφαλτόδρομους και αποχετεύσεις, χωρίς σχολείο και αστικές συγκοινωνίες, οι ξεριζωμένοι του ισπανικού Νότου στον αναπτυσσόμενο Βορρά θα παλέψουν για τ’ αυτονόητα.
Πρόκειται για μια ιστορία γραμμένη μέσα στις κακουχίες των κοινωνικών ανισοτήτων, σμιλεμένη με παρόμοια υλικά μ’ εκείνα με τα οποία, εδώ στα μέρη μας, γράφτηκε η ιστορία στις αθηναϊκές συνοικίες «του ονείρου». Μια ιστορία αποτυπωμένη μέσα από τον μελαγχολικό αλλά και ελπιδοφόρο κινηματογραφικό φακό του πολιτικού σινεμά -α λα Κεν Λόουτς- του Μπαρένα. Μια καταλανική ιστορία, της οποίας η κινηματογραφική αποτύπωση σ’ αυτό το γλυκόπικρο φιλμ, με αρκετά πλάνα αρχείου εκείνης της εποχής, αποτελεί μια ωδή στην ατομική στοχοπροσήλωση και τη συλλογική δράση, μέσα από τις οποίες «η ανάγκη γίνεται ιστορία»...
Όντας χήρος και πατέρας ενός μικρού κοριτσιού, ο Βιτάλ, τον οποίο υποδειγματικά υποδύεται ο Εδουάρδο Φερνάντες, θα ξαναχτίσει τη ζωή του, εργαζόμενος ως οδηγός λεωφορείου στις αστικές συγκοινωνίες της Βαρκελώνης. Ταυτόχρονα, θα θέσει ως στόχο την επέκταση του δρομολογίου της γραμμής 47, όπου εργαζόταν, μέχρι το Τόρε Μπαρό. Ένα στόχο ζωής για την κάλυψη μιας πρωταρχικής ανάγκης των κατοίκων της: το δικαίωμα πρόσβασης στις δημόσιες συγκοινωνίες. Ένα στόχο, τον οποίο θα διεκδικήσει πεισματικά και πολύμορφα, με κάθε διαθέσιμο τρόπο. Αρχικά με υπομνήματα στους προϊσταμένους του στον οργανισμό των αστικών συγκοινωνιών, έπειτα μέσα από αιτήματα προς τον γραφειοκρατικό λεβιάθαν των υπηρεσιακών δημοτικών «ανευθυνοϋπεύθυνων», αλλά και με την αναγραφή συνθήματος («To Tόρε Μπαρό είναι Βαρκελώνη») στην πρόσοψη του μεγάρου του Δήμου. Έπειτα, με τη «λεωφοροπειρατία», μέσω της οποίας αυτός ο «κόκκινος» πεισματάρης, με τη στήριξη επιβατών και γειτόνων, θα αποδείξει στην πράξη το ανυπόστατο των αιτιάσεων για τις απανωτές απορρίψεις του δίκαιου αυτού αιτήματος, ανεβάζοντας μέχρι τη νέα αφετηρία του, το λεωφορείο της γραμμής 47.

Μια πράξη ατομικής ανυπακοής που αγκαλιάστηκε από την κοινωνική βάση, ανοίγοντας έτσι το δρόμο ώστε να καθιερωθεί τελικά η επέκταση του δρομολογίου, μέχρι τους ανηφορικούς και κακοτράχαλους δρόμους αυτής της φτωχογειτονιάς στην «άκρη της πόλης». Μια συλλογική και νικηφόρα διεκδίκηση της «πολιτικής των αναγκών» που στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 ανέδειξε αυτόν τον εσωτερικό μετανάστη από την Εξτρεμαδούρα σε λαϊκό ήρωα της Βαρκελώνης αλλά και όλης της χώρας.
Το φινάλε της ταινίας, αντάξιο του υπόλοιπου ύφους της, είναι συγκινητικό και νοσταλγικό, αλλά την ίδια στιγμή, αγωνιστικό και υπερήφανο. Φτιαγμένο θαρρείς ως μια αλληγορική αφιέρωση, σ’ εκείνους που με χίλιους τρόπους και σε κάθε τόπο και χρόνο αναγκάστηκαν να πουν και να πράξουν εκείνο το περίφημο «εμείς θα ζήσουμε και ας είμαστε φτωχοί»…
Η ταλαντούχα Ζόι Μποναφόντε στον ρόλο της κόρης του Βιτάλ, την οποία ο πατέρας της είχε συμβουλέψει να μην ντρέπεται ποτέ για την καταγωγή της, να μην ντρέπεται ποτέ για τη φτώχεια της, χαρίζει μια μοναδική ερμηνεία του «Gallo Rojo, Gallo Negro» του αντιφασιστικού τραγουδιού που γράφτηκε τη δεκαετία του 1960 από τον Τσίκο Σάντσες Φερλόσιο, εν μέσω της χούντας του Φράνκο, μετατρεπόμενο σε μουσικό σύμβολο του ισπανικού εμφυλίου, της αντιδικτατορικής αντίστασης και του ηττημένου κινήματος της Επανάστασης του «σύντομου καλοκαιριού της Αναρχίας» του 1936. Πρόκειται για στίχους που μέσα στους σημερινούς εμπόλεμους καιρούς, τόσες δεκαετίες μετά τη συγγραφή τους, παραμένουν διαχρονικά επίκαιροι, εξακολουθώντας να ηχούν ως μια υπόμνηση προς τους «κόκκινους» και μια προειδοποίηση προς τους «μαύρους κόκορες» αυτού του κόσμου.
Όταν τραγουδά ο κόκορας ο μαύρος
σημαίνει ότι η μέρα έχει φύγει.
Αν τραγουδούσε ο κόκορας ο κόκκινος
άλλος κόκορας θα τραγουδούσε.
Aχ, εάν ό,τι λέω είναι ψέμα,
το τραγούδι που τραγουδώ ας το σβήσει ο αέρας.
Aχ, τι απογοήτευση, εάν μού σβήσει ο αέρας αυτό που τραγουδώ.
Βρεθήκανε στην αμμουδιά οι δύο κόκορες μέτωπο με μέτωπο.
Ο μαύρος κόκορας ήταν μεγάλος αλλά ο κόκκινος ήταν γενναίος.
Κοιταχτήκανε στα μάτια κι επιτέθηκε ο μαύρος πρώτος.
Ο κόκορας ο κόκκινος είναι γενναίος αλλά ο μαύρος είναι προδότης.
Μαύρε κόκορα, μαύρε κόκορα,
μαύρε κόκορα, σε προειδοποιώ,
μην προδίδεις έναν κόκορα κόκκινο πολύ περισσότερο όταν ήδη έχει πεθάνει.
