Ο Αντώνης Ε. Χαριστός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1988. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ, φιλόλογος, συγγραφέας και δημοσιογράφος, επιμελητής ποίησης-πεζογραφίας των εκδόσεων Γράφημα και διευθυντής των εκδόσεων Υψικάμινος. Ιδρυτής και πρόεδρος του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδας, μέλος της Εθνικής Εταιρίας των Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων και της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά.
Η ακόλουθη συνέντευξη πραγματοποιήθηκε με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου του και -λόγω της έκτασης των ζητημάτων που τίθενται σε αυτή- θα δημοσιευθεί σε δύο μέρη.
–Τον περασμένο Νοέμβριο κυκλοφόρησε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων από τις εκδόσεις Υψικάμινος, η κοινωνικοοικονομική μελέτη σου, υπό τον τίτλο «Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία του δικαίου Ε.Λ.Α.-17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης». Θα ήθελες αρχικά ν’ αναφερθείς στο κίνητρο εκείνο που σε ώθησε στη συγγραφή της, την πολύχρονη διαδρομή για την ολοκλήρωσή της, αλλά και σε ποιους και ποιες βασικά απευθύνεται;
Βασικό κίνητρο υπήρξε η απουσία επίσημης τεκμηριωμένης θέσης των κομμάτων της Αριστεράς σχετικά με τις ένοπλες οργανώσεις των εργατών στην Ελλάδα. Μία απουσία ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο νομιμοποιούν την παρουσία τους στο πεδίο της πολιτικής πρακτικής, και φυσικά τρόπος ο οποίος ταυτίζεται με την επαναστατική συνθηματολογία και φρασεολογία, αλλά που ποτέ δεν υπερβαίνει τα νομικά όρια άρνησης του αστικού συστήματος διαχείρισης. Οι κομματικές γραφειοκρατίες της Αριστεράς δεν αναγνωρίζουν την πολιτική, ιδεολογική και κοινωνική σημασία των ένοπλων πρωτοποριών, ακριβώς επειδή τους υπενθυμίζουν τον βαθμό προσαρμογής τους στο αστικό σύστημα. Για τον λόγο αυτόν και υιοθετούν το αστικό αφήγημα περί τρομοκρατίας, τη στιγμή που γνωρίζουν πολύ καλά πως τρομοκρατία είναι το μονοπώλιο βίας του αστικού κράτους, καθώς έχει έννομο συμφέρον να προστατέψει και να προασπίσει τη ρίζα ύπαρξής τους, που δεν είναι άλλη από την ιδιοκτησία. Βία φυσική και βία ιδεολογική, αλλά σε κάθε περίπτωση το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι το ίδιο: διαμόρφωση ενός ενιαίου παραδειγματικού προτύπου μαζικής διάχυσης, ως κανονιστικό πρότυπο το οποίο οφείλουν οι αποσυνάγωγοι να υιοθετήσουν ως οριοθετημένο πεδίο αναφοράς της παρουσίας τους στον δημόσιο χώρο. Και από την άλλη πλευρά, είναι ενδεικτικό της μαζικής παθολογίας της εργατικής τάξης στη χώρα μας, παθολογία που έχει φτάσει πλέον στο επίπεδο της μαζικής αποστράτευσης, εμποτισμένη με την καταναλωτική μάστιγα της αυτο-επιβεβαίωσης, περιστρέφοντας εαυτόν στην καθημερινή απόδειξη της ύπαρξής της μέσα από την ατομοκεντρική ανάγνωση της ιστορίας.
Οι εργάτες μιλούν συλλογικά, αλλά σκέφτονται ατομικά.
Αυτή είναι η επιτυχία του συστήματος διαχείρισης των αστών. Τη στιγμή κατά την οποία οι αστοί σκέφτονται ατομικά και πράττουν ατομικά, αλλά τα αποτέλεσμα της πράξης τους μορφοποιούνται σε θεσμικό επίπεδο ως συλλογικά αιτήματα, οι εργάτες βιώνουν την εκμετάλλευσή τους, από την παραγωγική υποδομή έως την οργάνωση του ιδιωτικού βίου και των κοινωνικών σχέσεων ως αντίγραφο της ιεραρχίας των εξουσιών στην παραγωγική αλυσίδα, όχι ως διαστρέβλωση της φύσης των πραγμάτων, αλλά ως μία δεδομένη κατάσταση η εξέλιξη της οποίας δεν περιλαμβάνει τους ίδιους στο προσκήνιο της ιστορίας. Αυτή η παθογένεια των εργατών είναι προϊόν του αστικού τρόπου διαχείρισης της καθημερινότητας έξω από το παραγωγικό μοντέλο, διασπείρεται δηλαδή σε κάθε πτυχή της δημόσιας και της ιδιωτικής πρακτικής, δίχως περιθώρια εναλλακτικής. Είναι συγκλονιστικό το μέγεθος επιβολής της αστικής εξουσίας σε ιδεολογικό επίπεδο. Και φυσικά, όταν αναφερόμαστε στην ιδεολογική κυριαρχία των αστών, αναφερόμαστε στους μηχανισμούς μέσω των οποίων ένα μέλος της κοινωνίας νομιμοποιεί την παρουσία τους, εφόσον ελέγχεται η συμπεριφορά και η προσαρμογή του. Είναι κεντρικός ο ρόλος της οικογένειας σε αυτό το σημείο, καθώς και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, των φορέων του πολιτισμού κ.λπ. Επομένως, βασικό μας κίνητρο με τον Στράτο Τζαμπαλάτη ήταν να μελετήσουμε και να αναλύσουμε τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά αίτια που οδήγησαν το πρωτοπόρο τμήμα των εργατών να αναμετρηθεί ένοπλα με το αστικό καθεστώς. Γι’ αυτό και απευθυνόμαστε αποκλειστικά στους εργάτες, όχι στους εργαζόμενους γενικά και αόριστα, αλλά στους εργάτες, αυτούς τους προλετάριους που βιώνουν την εκμετάλλευση στο πετσί τους και νιώθουν παραγκωνισμένοι στον κοινωνικό περίγυρο, όντας οι αποσυνάγωγοι της αστικής κοινωνίας, το ουσιαστικότερο όμως τμήμα της παραγωγής της.
Απευθυνόμαστε στα εύκολα θύματα της αστικής εξουσίας
Απευθυνόμαστε στους εργάτες, άνδρες και γυναίκες, της βιομηχανίας, της βιοτεχνίας, στους μεροκαματιάρηδες που στέκονται από τα χαράματα στη στάση των λεωφορείων για τον τόπο εργασίας τους, αυτούς που με αξιοπρέπεια τιμούν τον ιδρώτα τους, στους άκληρους εργάτες γης, στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, στα εύκολα θύματα της αστικής εξουσίας. Σε όλους όσους η λέξη «εργάτης» έχει αξία και περιεχόμενο, και δεν την αντικαθιστούν με την εξωραϊσμένη λέξη του «εργαζόμενου». Σ’ εκείνους που πρακτικά δεν έχουν τίποτε να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους. Όπως αντιλαμβάνεστε, απευθυνόμαστε σε έναν σκληρό πυρήνα εργατών, που ζήτημα εάν αγγίζει το 4-5% του συνόλου. Όμως, δεν πτοούμαστε. Αυτή η εργασία, το αποτέλεσμα της οποίας κρατάτε στα χέρια σας, υπήρξε καρπός εξαετούς έρευνας και μελέτης. Προφανώς και οι έρευνες δε γίνονται για να δώσουν οριστικές απαντήσεις στα θέματα με τα οποία καταπιάνονται∙ απλώς καταγράφουν με τρόπο αναλυτικό προσεγγίσεις. Οι εργάτες και μόνο αυτοί, αυτός ο σκληρός πυρήνας που σας ανέφερα, είναι αρμόδιοι να κρίνουν τα αποτελέσματα της εκάστοτε μελέτης και να κρατήσουν ή να απορρίψουν οτιδήποτε εξυπηρετεί τον σκοπό τους.

–Στη «ράχη» αυτού του ογκώδους τόμου χιλίων και πλέον σελίδων περιλαμβάνεται μια σχετικά λησμονημένη διαπίστωση του Β. Ι. Λένιν: «Όσο υπάρχει κράτος, δεν υπάρχει ελευθερία. Όπου θα υπάρχει ελευθερία, δεν θα υπάρχει κράτος». Μέσα σε μια εποχή σαν την τρέχουσα, η οποία άλλοτε χαρακτηρίζεται ως «βίαιο πέρασμα από τον μονοπολικό στον πολυπολικό κόσμο» και άλλοτε ως «μια ιστορική περίοδος ύφεσης της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και αντιδραστικής επιστροφής στην εθνοκρατική κυριαρχική ιδεολογία», θα μπορούσες ν’ αναφέρεις συνοπτικά τους λόγους που σε ώθησαν στη συγκεκριμένη αναφορά στο εξώφυλλο του βιβλίου και τι τελικά μπορεί να σημαίνει αυτή για τους κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες, τους εργάτες και τις εργάτριες του 21ου αιώνα;
Εύστοχη η παρατήρηση και ορθή η υπογράμμιση. Πράγματι, τα λόγια του Β. Ι. Λένιν αντικρίζουν τη σημερινή εξέλιξη της κομμουνιστικής Αριστεράς με θλίψη και σκεπτικισμό. Και αυτό γιατί όσοι πρόσεξαν τη ράχη του βιβλίου έσπευσαν, ως πρώτη αντίδραση, να αμφισβητήσουν τα εν λόγω λόγια και σε δεύτερο χρόνο να σιωπήσουν, αναλογιζόμενοι την απόσταση που έχει χαραχτεί από τη μαρξιστική θεωρία στη σημερινή διαστρέβλωσή της. Τα λόγια του Β. Ι. Λένιν λένε κάτι απλό και συνάμα τόσο ουσιαστικό: πως η κοινωνική ανατροπή δεν είναι ζήτημα προσεγγίσεων ή ερμηνειών, αλλά πρακτικής καταγραφής των δεδομένων. Ανατροπή της αστικής εξουσίας δεν σημαίνει ανατροπή θεσμικού χαρακτήρα ή δομικής ανασυγκρότησης, σε ένα μοντέλο αναδιανεμητικής προοπτικής, αλλά ριζικής άρνησης όλων των πυλώνων του αστικού συστήματος. Άρνηση της ιδιοκτησίας και των σχέσεων που αυτή κατασκευάζει, τόσο στο πεδίο της οικονομίας, όσο και σε αυτό της κοινωνικής λειτουργίας. (Και σε αυτό το σημείο να υπογραμμίσουμε ένα σημείο εξαιρετικά σημαντικό, που όμως παραγνωρίζεται συστηματικά από τη «μαρξιστική» Αριστερά: αφορά το γεγονός ότι η κατάργηση της ιδιοκτησίας δεν είναι ζήτημα νομικής φύσης, αλλά αφορά το σύνολο των νοοτροπιών που διαμορφώνει γύρω της και το οποίο εγκολπώνεται στην καθημερινότητα των αποσυνάγωγων. Η τεχνητή ανάγκη του κατέχειν είναι η βασική συνισταμένη της πρόσδεσης των εργατών στο άρμα του καταναλωτισμού. Αυτή η τεχνητά διαρθρωμένη ανάγκη αποτελεί γνώρισμα της καθημερινότητας των εργατών όχι μόνο στις σχέσεις συνδιαλλαγής με οικονομικό υπόβαθρο, αλλά και στις σχέσεις με τον κοινωνικό περίγυρο. Ο εργάτης νιώθει την ανάγκη να συμμετέχει στην καταναλωτική κουλτούρα, ακριβώς για να μην υπολείπεται της μαζικής εικόνας, που τόσο έντεχνα το αστικό καθεστώς συγκροτεί. Ζωή για κατανάλωση λοιπόν και η ιδιοκτησία έχει μετατραπεί από νομική σχέση σε κοινωνική διεργασία, χωρίς οι εργάτες να κατέχουν τους πυλώνες αυτής, και επομένως δίχως τη δυνατότητα να ορίζουν τις ορίζουσες της κοινωνικής λειτουργίας. Αυτή η ψευδαίσθηση και η τεχνητή δυνατότητα, πάντοτε οριοθετημένη και προσεκτικά ελεγχόμενη από τους μηχανισμούς του αστικού συστήματος, είναι που καταργεί στην πράξη την αλληλεγγύη των αποσυνάγωγων και τη μετατρέπει σε μία στιγμιαία έκφραση στήριξης, η οποία στο τέλος της ημέρας επιστρέφει στον ιδιωτικό της βίο, καταπονημένη από την ημερήσια βιοπάλη, αλλά με την ψευδαίσθηση της ικανοποίησης μίας θεωρητικής ενίσχυσης των αιτημάτων των αποσυνάγωγων που κάθε τόσο ανακύπτουν στον δημόσιο λόγο. Στην πράξη, το δρων υποκείμενο αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα από την ουσία του στον βαθμό που έχει τη δύναμη να συμμετέχει στο καταναλωτικό πρότυπο που του προσφέρεται ως μοναδική διέξοδος δημόσιας αυτο-επιβεβαίωσης). Άρνηση, λοιπόν, της ιδιοκτησίας και των προεκτάσεων αυτής, άρνηση του κράτους και των μηχανισμών του, άρνηση των θεσμών εκείνων που επιβάλλουν τον σκοταδισμό της αστικής εξουσίας (βλ. οικογένεια, εκπαιδευτικό σύστημα, θρησκεία, βιομηχανία του πολιτισμού κ.λπ.). Στο τέλος της ημέρας, η άρνηση της αστικής ηθικής συγκεντρώνει το σύνολο των αρνήσεων που είναι ανάγκη να υπερβούν οι εργάτες, προκειμένου να διατυπώσουν το νέο πρόταγμα. Αιτήματα και διεκδικήσεις που επιχειρούν όπως προσαρμόσουν τους εργάτες στις νέες συνθήκες και στο μεταβαλλόμενο οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον είναι κάλπικα. Ουδεμία σχέση έχουν με την απελευθέρωση της κοινωνίας από την εξουσία των αστών. Ίσα ίσα, βαθαίνουν ακόμη περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στην εργατική συνείδηση που κατασκευάζεται με όρους αστικού αφηγήματος, από την ταξική συνείδηση που διαμορφώνεται στους χώρους εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, και που ποτέ δεν αποκτά ουσιαστικά χαρακτηριστικά οριστικής διαφοροποίησης από το κυρίαρχο αφήγημα. Αυτό σημαίνει με τη σειρά του ότι οι εργάτες οφείλουν να αναπτύξουν συλλογικές μορφές έκφρασης από τα κάτω, αφού πρώτα αποτινάξουν από πάνω τους τον έλεγχο των κομματικών γραφειοκρατιών και των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Δεν έχουν ανάγκη την εκπροσώπηση, παρά μόνο την αλληλεγγύη του ενός προς τον άλλον.
Καιρός οι εργάτες να έρθουν σε ολική ρήξη με τα δόγματα και τους κομματικούς εκφραστές τους
Είναι καιρός οι εργάτες να έρθουν σε ολική ρήξη με τα δόγματα και τους κομματικούς εκφραστές τους, εάν θέλουν να προετοιμαστούν για την τελική ρήξη με το αστικό καθεστώς. Φτιάχνοντας από τη βάση της κοινωνικής αυτενέργειας και αυτοδιαχείρισης τους πυλώνες της κοινωνίας στο ύψος των αναγκών τους.Με αυτο-εκπαίδευση και αυτο-μόρφωση, δημιουργώντας τη δική τους φιλολογία, ενταγμένη στις επιθυμίες, τους στόχους και επιχειρώντας να απαντήσουν στο ερώτημα «Τι να κάνουμε;», όχι όμως μόνο για την ανατροπή της αστικής εξουσίας, αλλά κυρίαρχα για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό οι εργάτες να καταγράψουν τις προοπτικές της νέας κοινωνίας, διαμορφώνοντας τους όρους ενός νέου αφηγήματος, το οποίο θα διαδώσουν, χωρίς αυτό το αφήγημα να αποτελεί θέσφατο και τη μία και μοναδική αλήθεια, αλλά ένα πλαίσιο αναφοράς. Να ονειρευτούν τις πλατείες, τις γειτονιές, την αρχιτεκτονική, την αισθητική, τη μόρφωση, την υγεία, τις κοινότητες, την παραγωγική διαδικασία, τον αθλητισμό κ.λπ. Και αυτά να τα καταγράψουν και να διαδώσουν στους ανθρώπους της τάξης τους την προοπτική. Οι κομμουνιστές της Οκτωβριανής και της Κινεζικής Επανάστασης, οι εργάτες σε Ρωσία και Κίνα, αλλά και σε κάθε άλλο εγχείρημα αυτού του επιπέδου, δεν είχαν καμία εικόνα της νέας κοινωνίας. Δεν είχαν μία πεπατημένη, παρά σκόρπιες αντιλήψεις και διαπιστώσεις, τίποτε όμως χειροπιαστό.
Πλέον, με την πείρα του 20ού αιώνα, οι εργάτες οφείλουν να ενσκήψουν στην καταγραφή αφενός του παρόντος, με κριτική διάθεση και αναλυτική μέθοδο, αφετέρου να σκιαγραφήσουν τη νέα πραγματικότητα που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους, μία πορεία εξειδικευμένη στα σημεία της, που θα αναλύει τα δεδομένα και θα προτείνει εναλλακτικές. Επομένως, πρόκειται για μία σύνθετη διαδικασία, που απαιτεί επίσης την επανεξέταση των μεθοδολογικών εργαλείων, όπως ο μαρξισμός. Μία διεργασία που θα γίνει από τους εργάτες για τους εργάτες και όχι από τους κομματικούς εκπροσώπους στο όνομα της εργατικής τάξης, γενικά και αφηρημένα, με την εργατική τάξη στο περιθώριο. Δυστυχώς, η σύγχυση και η διαστρέβλωση του δημόσιου λόγου που σκόπιμα διοχετεύεται από τα συστημικά μέσα παραπληροφόρησης, η αδυναμία κατανόησης των αιτιών της βιωμένης εμπειρίας των εργατών, η καθημερινή εμπλοκή με σειρά ζητημάτων που καθιστούν τον εργάτη έρμαιο των συνθηκών που συνθλίβουν κάθε επιθυμία για συμμετοχή στα κοινά, η εργασιακή ανασφάλεια και οι κοινωνικές σχέσεις που εμπίπτουν στον κανόνα και την ιεράρχηση των παραγωγικών σχέσεων εξουσίας, όχι μόνο εγκλωβίζουν, αλλά εκμηδενίζουν τα περιθώρια του εργάτη να σκεφτεί με όρους που υπερβαίνουν το αστικό πρότυπο. Παρόλα αυτά, τα λόγια του Β. Ι. Λένιν παραμένουν επίκαιρα: εάν οι αποσυνάγωγοι δεν καταργήσουν τις αιτίες της σκλαβιάς τους, εάν δε συντρίψουν ολοκληρωτικά το αστικό αφήγημα σε όλες του τις εκφάνσεις, τότε η προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης θα βρίσκεται πάντα στην ημερήσια διάταξη ως σύνθημα, αλλά ποτέ δε θα φτάνει στο σημείο της συνειδητοποίησης.
-Όσον αφορά αυτό το σημείο εργατικής συνειδητοποίησης που αναφέρεις, το οποίο και αποτελεί ουσιαστικά την βασική προϋπόθεση για την -έστω και ελάχιστη- προοπτική κοινωνικής απελευθέρωσης, ο Ευστράτιος Τζαμπαλάτης γράφει μεταξύ άλλων στην Εισαγωγή: […] Καθώς οι ριζοσπαστικές-επαναστατικές ιδέες έχουν την ικανότητα να προφέρουν τα κατάλληλα ερμηνευτικά εργαλεία για να αποδομήσει ένα υγιώς σκεπτόμενο άτομο τους μηχανισμούς του κράτους, και να αποκαλύψει όλο το ανήθικο και αντικοινωνικό υπόβαθρο της κυρίαρχης αστικής ηθικής, δεν αρκεί μόνο η κατάπνιξη τους με τα όποια συμβατικά μέσα διαθέτει ο κρατικός μηχανισμός. Χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί η γνωστή πρακτική της «δολοφονίας χαρακτήρα», δηλαδή της αμαύρωσης, της υποτίμησης, του χλευασμού και του εξευτελισμού, τόσο των επαναστατικών ιδεών, όσο -κυρίως- των ατόμων ή κινημάτων που τις πρεσβεύουν […]
Μέσα σε μια ψηφιακή εποχή σαν την τωρινή, όπου οι τεχνικές και οι τεχνολογίες παραπληροφόρησης και υπερπληροφόρησης, διαστρέβλωσης και διακίνησης ψευδών ειδήσεων αποτελούν τους βασικούς πυλώνες για τη χειραγώγηση και την αλλοτρίωση (κυρίως αλλά όχι μόνο) των νέων γενιών, το ακόλουθο ερώτημα μπορεί ν’ ακούγεται ρητορικό, αλλά -κατά τη γνώμη μου- δεν είναι: άραγε, τι να απέγιναν η διαλεκτική σκέψη, το κριτικό πνεύμα και εκείνος που έγινε γνωστός στην ιστορία του «σύντομου 20ού αιώνα» ως «ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη που είναι αγώνας ενάντια στην εξουσία»;
Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε τα εξής: οι επαναστατικές ιδέες εμφανίζονται στο προσκήνιο της ιστορίας κάθε φορά που οι εκμεταλλευόμενοι εισβάλλουν στον δημόσιο χώρο, διεκδικώντας μία θέση στον ήλιο. Σε πλείστες των περιπτώσεων τα αποτελέσματα των διεκδικήσεων απολήγουν ευκαιριακές κατακτήσεις, καθώς σύντομα το αστικό σύστημα ανασυγκροτείται και από τη θέση υποχώρησης και άμυνας περνά στην αντεπίθεση, συμπαρασύροντας κάθε κεκτημένο δικαίωμα ή/και «προνόμιο» των αποσυνάγωγων. Εκείνο, όμως, που οι Μαρξ και Ένγκελς δεν κατέγραψαν στα έργα τους ήταν η μεταβλητότητα της αστικής διαχείρισης, η δυνατότητα δηλαδή να προσαρμόζεται και να συστέλλεται και να διαστέλλεται σε κάθε πεδίο ελέγχου και αναφοράς, αναπαράγοντας την εξουσία της σε ένα πολυεπίπεδο μωσαϊκό ιεραρχημένων σχέσεων, ισχυροποιώντας την παρουσία της μετά από κάθε οικονομική κρίση στον κύκλο παραγωγής των δομών τού συστήματος, πόσο μάλλον όταν η κρίση επεκτείνεται σε θεσμικό επίπεδο και τείνει να αμφισβητήσει τα όρια της ιδεολογικής κυριαρχίας της. Επομένως, οι μαρξιστικές αναλύσεις του 20ού αιώνα, που κλήθηκαν να απαντήσουν σε μια σειρά από ζητήματα που άπτονταν της λειτουργίας των εργατών στο καπιταλιστικό σύστημα, του επιπέδου ταξικής συνείδησης, των υλικοτεχνικών υποδομών αλλοτρίωσης του δημόσιου λόγου και του ιδιωτικού χώρου, των κοινωνικών σχέσεων και των σχέσεων παραγωγής, οι αναλύσεις λοιπόν αυτές κατέληξαν σε αδιέξοδο. Διότι ξεκινούσαν από τον βασικό πυρήνα της αστικής κοινωνίας, την οικονομική λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος και γύρω από αυτό ανέπτυσσαν την επιχειρηματολογία τους. Ωστόσο, εκείνο το οποίο έπρεπε να πραγματοποιηθεί ακόμη και σε ερευνητικό επίπεδο ήταν, και παραμένει μέχρι σήμερα ένα επιστημονικό πεδίο ανεξερεύνητο, το άτομο, η ανθρώπινη υπόσταση, πριν αποκτήσει ρόλους και ιδιότητες, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο το αστικό σύστημα κατασκευάζει τον αστό και τον εργάτη, τον πλούσιο και τον φτωχό, τον εκμεταλλευτή και τον εκμεταλλευόμενο.
Το αστικό καθεστώς αναπαράγει τον εαυτό του
Εάν ακολουθούσαμε αυτή τη μεθοδολογική πορεία θα διαπιστώναμε ότι το αστικό καθεστώς αναπαράγει τον εαυτό του μέσα από τη νομιμοποίηση της εξουσίας όχι βασισμένο στην οικονομική εκμετάλλευση, την οποία κρύβει εντέχνως στο πρακτικό ζήτημα της αναγκαιότητας επιβίωσης, αλλά στο κοινωνικό όλο ως μονοδιάστατη αλήθεια. Σκεφτείτε το εξής: Κάθε νέο μέλος της κοινωνίας εισέρχεται στον κοινωνικό περίγυρο από μηδενική βάση, έκθετο στη δυναμική της φύσης. Η αναγκαιότητα επιβίωσης επιβάλλει σειρά μηχανισμών που επενεργούν προκειμένου το νέο αυτό μέλος ήδη από τη γέννησή του να προετοιμαστεί προκειμένου να λάβει την κατάλληλη αγωγή (σε πολλά επίπεδα), ώστε να εισέλθει όχι στην αγορά εργασίας, αλλά στην κοινωνική υποστασιοποίηση της ύπαρξής του. Δηλαδή, η αστική κοινωνία προηγείται ιδεολογικά και επιβάλλεται νοησιαρχικά στα νέα μέλη, πριν αυτά αποκτήσουν τη δυνατότητα να σκεφτούν ως οικονομικά ενεργά πρόσωπα στο συλλογικό σώμα. Και όταν φτάσουν στο σημείο να σκεφτούν με όρους οικονομικής επιβίωσης, έχουν ήδη ενσωματωθεί στη μονοδιάστατη ερμηνεία της ιστορίας και δεν είναι σε θέση να αναζητήσουν εναλλακτική στο αστικό μοντέλο.
Επομένως, η αλλοτρίωση των μελών της αστικής κοινωνίας ξεκινά με την πρώτη πράξη νομιμοποίησης της νέας ζωής, με την καταγραφή των στοιχείων του νεογέννητου στο ληξιαρχείο. Αυτή η αλλοτριωτική διαδικασία δεν αφορά μόνο τους αποσυνάγωγους, αλλά και τους ίδιους τους αστούς. Κι εκείνοι αλλοτριώνονται στα ίδια στάδια εξέλιξης της ατομικότητας, με τη διαφορά ότι αυτή η μονοδιάστατη ερμηνεία της πραγματικότητας και η διαστρέβλωση των αιτιών που την παράγουν στην περίπτωσή τους συστέλλεται και εγκολπώνεται την αμφιθυμία της εξουσιαστικής κυριαρχίας ως δεδομένης παραμέτρου για την ύπαρξη της κοινωνίας αυτής καθαυτής. Αντίθετα, στην περίπτωση των αποσυνάγωγων, η αλλοτριωτική διαδικασία ενέχει το στοιχείο της εκ των προτέρων δοσμένης πραγματικότητας. Οι αστοί φτιάχνουν την πραγματικότητα, οι αποσυνάγωγοι συμμετέχουν στην καθημερινή αναπαραγωγή της, αυτό είναι το αφήγημα της αστικής ιδεολογίας για να αποκρύπτει τις αιτίες της αδικίας, των εξουσιαστικών σχέσεων, της ταξικής αντίθεσης κ.λπ., προβάλλοντας τα αποτελέσματα ως την ίδια τη βιωμένη εμπειρία αυτή καθαυτή. Δηλαδή, οι αποσυνάγωγοι εκπαιδεύονται να βιώνουν την καθημερινότητά τους ως δεδομένη αλήθεια, από την οποία οποιαδήποτε παρέκκλιση αμφισβητεί την ίδια την κοινωνική υπόσταση. Αντίθετα, οι αστοί εκπαιδεύονται να αναγνωρίζουν τη δική τους αλλοτρίωση ως προνόμιο της κοινωνικής υπόστασης, χωρίς την οποία ο ίδιος ο πολιτισμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει.
Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε γεγονός που λαμβάνει χώρα από τους αποσυνάγωγους και παραβιάζει τα όρια της αστικής ηθικής χαρακτηρίζεται ως αντικοινωνική στάση/συμπεριφορά, ενώ οποιαδήποτε πράξη των αστών που παραβιάζει ή εκθέτει τα όρια της αστικής νομιμότητας, χαϊδεύεται από τα μέσα μαζικής παραπληροφόρησης ως στιγμιαίο παράπτωμα, άνευ σημασίας.

Εξάλλου, η δολοφονία χαρακτήρων, όπως σωστά αναλύει στην εισαγωγή του ο Στράτος Τζαμπαλάτης, είναι ίδιον της αστικής διαχείρισης των προσώπων που συνειδητά ή ασυνείδητα υπερβαίνουν την αστική νομιμότητα, υπονομεύοντας την προσωπικότητά τους, επιχειρώντας να αποδομήσουν την ατομική ύπαρξη αυτού/αυτής που βρίσκεται στα χέρια των αρχών, ενώ την ίδια στιγμή οι πράξεις των αστών που καταργούν στην πράξη τη νομική υπόσταση των παραπτωμάτων αντιμετωπίζεται με συναισθηματική φόρτιση και προβολή του αξιακού μεγέθους του μέλους της αστικής εξουσίας. Επομένως, στη βάση των όσων αναφέραμε, είναι δύσκολο έως αδύνατο η επαναστατική φιλολογία να εδραιωθεί στις συνειδήσεις των εργατών, όσο οι ίδιοι οι εργάτες εκπαιδεύονται από την παιδική τους ηλικία, όταν ακόμη δεν έχουν αποκτήσει κοινωνικούς ρόλους και ιδιότητες, να βιώνουν την ύπαρξή τους ως άμεσα εξαρτημένης από τις επιλογές των εξουσιαστών και τις οποίες επιλογές να τις θεωρούν ως φέρουσες την αλήθεια των πραγμάτων. Είναι ταπεινωτικό να διαπιστώνει κανείς το μέγεθος της υποτέλειας στο οποίο διαπαιδαγωγείται κάθε νέα γενιά. Η διαλεκτική και η κριτική σκέψη εάν δε γίνουν κτήμα των εργατών, δηλαδή εάν οι ίδιοι οι εργάτες δεν επιδιώξουν την αυτομόρφωσή τους μέσα από τη μελέτη των έργων της επαναστατικής θεωρίας, τότε οι εν λόγω έρευνες, μελέτες και αναλύσεις καταλήγουν νεκρό γράμμα.
Το σύνθημα του Β. Ι. Λένιν «Κάθε μάγειρας πρέπει να μάθει να διοικεί το κράτος», πρέπει να προσαρμοστεί στο εδώ και το τώρα
Όσο οι εργάτες έχουν αφήσει τις τύχες τους στη διαχείριση των κομματικών γραφειοκρατιών, θα βιώνουν μονίμως ήττες τόσο σε οικονομικό, όσο και σε πολιτικό επίπεδο, πόσο μάλλον σε κοινωνικό. Φιλοσοφία, ιστορία, πολιτική οικονομία, ψυχανάλυση, δίκαιο κ.λπ. θα πρέπει να αποτελέσουν την αφετηρία για την ερμηνεία της θέσης τους, της κατάστασή τους. Το σύνθημα του Β. Ι. Λένιν «Κάθε μάγειρας πρέπει να μάθει να διοικεί το κράτος», πρέπει να προσαρμοστεί στο εδώ και το τώρα. Κάθε εργάτης πρέπει να μάθει να σέβεται τη ζωή, τη φύση, την αλληλεγγύη, να διεκδικεί για τον άλλον εργάτη, τον φτωχό, τον άνεργο, τον μετανάστη, τον πρόσφυγα, τον κυνηγημένο από την αστική εξουσία, ό,τι και για τον εαυτό του και να επιβλέπει τα αποτελέσματα της δικής του πράξης στο συλλογικό σώμα. Η αλλοτρίωση δεν καταργείται με την ανατροπή των καπιταλιστών, ούτε με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Είναι ένα ολόκληρο ιστορικό στάδιο η επανεξέταση των όρων παρουσίας του ανθρώπου στο νέο κοινωνικό σύνολο, επενεργώντας πρώτα και κύρια στη μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων. Ωστόσο, μπορούμε στο εδώ και στο τώρα, στις συνθήκες του καπιταλισμού που προσαρμόζεται και πάλι, να επιδιώξουμε με μικρές μικρές παρεμβάσεις την αυτομόρφωση των αποσυνάγωγων, την κατανόηση των πραγμάτων, την ανάδειξη των αιτιών και όλα αυτά με τους εργάτες παρόντες, όχι παθητικούς δέκτες της κομματικής αλήθειας, αλλά ως το έμπρακτο παράδειγμα της αλλαγής που θέλουμε να γίνουμε, στην κοινωνία που οφείλουμε να οραματιστούμε.
(συνεχίζεται…)
