Ο «ξεχασμένος» και υποτιμημένος σε σχέση με την Ουκρανία και τη Γάζα εμφύλιος πόλεμος στο Σουδάν, ο οποίος πλέον βρίσκεται με διάφορους τρόπους προ των πυλών της Ευρώπης, δεν είναι πλέον μία απλή αναμέτρηση για την εξουσία ανάμεσα σε δύο στρατηγούς και ξεκομμένος από την πολεμική ατμόσφαιρα που σοβεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Ούτε επίσης είναι και άσχετος με τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου, από την Ουκρανία έως την Αφρική, ως μέσου πρώτιστα για την άσκηση πολιτικής και οικονομικής πίεσης με απώτερο στόχο τον ιμπεριαλιστικό έλεγχο ολάκερων περιοχών και των πλουτοπαραγωγικών πηγών τους.
Για πάρα πολλές δεκαετίες, το Σουδάν, μία χώρα με στρατηγική θέση γεωγραφικά (βλέπει στην Ερυθρά Θάλασσα, συνορεύει με σημαντικές χώρες στην περιοχή), πλούσια σε ορυκτά (ουράνιο, χρυσός και πετρέλαιο στο, πλέον ανεξάρτητο μετά τον πολυετή αιματηρό εμφύλιο, Νότιο Σουδάν) και που ελέγχει τη ροή του Νείλου, αποτελεί πάντα επίζηλο λάφυρο για τις ξένες δυνάμεις.
Μία σύγκρουση που εξυπηρετεί τα ξένα συμφέροντα
Είναι λογικό λοιπόν, πως θα πρέπει η ανηλεής σύγκρουση ανάμεσα στους δύο αντιμαχόμενους διεκδικητές της εξουσίας, του σφετεριστή της λαϊκής εξέγερσης του 2019 και πραξικοπηματία στρατηγού Αμπντέλ Φάταχ αλ Μπουρχάν και του Μοχάμεντ Χαμντάν Ντάγκλο (Χεμέντι) του RSF (πρώην δυνάμεις των Τζανταγουΐντ, υπεύθυνες για τις σφαγές στο Νταρφούρ), να λογίζεται ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε αντικρουόμενες ξένες δυνάμεις, που επιδιώκουν -η καθεμία από την πλευρά της- να ελέγξουν τη χώρα και να εξασφαλίσουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του. Κατά κύριο λόγο, έχει εξελιχθεί ως ακόμη μία διελκυστίνδα επιρροής κι υπεροχής ανάμεσα στις δύο πετρο-μοναρχίες του Κόλπου, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η βιομηχανία χρυσού του Σουδάν είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή τη σύγκρουση, με σχεδόν όλο το εμπόριο να περνάει από τα ΗΑΕ, με «μεσάζοντες» φυσικά τους δύο εμπολέμους.

Από την πλευρά τους, με βάση τα δικά τους στρατηγικά και κυρίως στρατιωτικά συμφέροντα, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιδιώκουν να ελέγξουν το βόρειο τμήμα της χώρας, υποστηρίζοντας τους πραξικοπηματίες του στρατού. Μάλιστα, το Ισραήλ κόπτεται ιδιαίτερα για να ελέγξει τούτη την περιοχή, καθώς την προτείνει κι ως πιθανή τοποθεσία για την αναγκαστική επανεγκατάσταση Παλαιστινίων ως μέρος του σχεδίου της «Ευρύτερης Μέσης Ανατολής». Αυτήν την «ιμπεριαλιστική απαλλοτρίωση», που αποβλέπει στη «συστηματική εκκαθάριση του παλαιστινιακού σκοπού, τη γενοκτονία και την αναγκαστική εκτόπιση του παλαιστινιακού λαού», αλλά κυρίως την προσπάθεια για «εξουδετέρωση της σουδανικής επανάστασης», που ξεκίνησε με την εξέγερση του 2019, έχει καταγγείλει το Σουδανικό Κομμουνιστικό Κόμμα και το Νότιο Σουδάν απέρριψε κάθε τέτοια συζήτηση.
Μολαταύτα, η ομάδα του Κουαρτέτου (Ηνωμένες Πολιτείες, Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα) έχει ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για μια συμφωνία -η οποία αυτοσκοπό έχει να ‘μοιράσει’ τα συμφέροντα στην περιοχή. Και το μόνο που καταφέρνει σε τούτη τη σύγκρουση συμφερόντων είναι να αναπαράγει την ίδια την κρίση, ως μοχλό πίεσης για τον εκάστοτε επωφελούμενο. Δεν είναι τυχαίο, που το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων (κι η διαρκής ενίσχυση στους αντιμαχόμενους), ενισχύουν περισσότερο τον διχασμό ανάμεσα στον στρατό και το RSF. Στο βαθμό που ο ΓΓ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, ζήτησε τον τερματισμό κάθε ξένης στρατιωτικής υποστήριξης, υπογραμμίζοντας πως η κρίση δεν οφείλεται «μόνο στις μάχες, αλλά και στην αυξανόμενη έξωθεν παρέμβαση».
Τα Εμιράτα ως κύριος υποκινητής του εμφυλίου
Σε τούτη την κρίση πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζουν τα ΗΑΕ. Έναν ρόλο που η χώρα τούτη επί πολλά χρόνια διαδραματίζει σε ευρύτερο περιφερειακό επίπεδο και συνίσταται σε ένα καλά εξυφασμένο και συνεκτικό, πλούσια χρηματοδοτούμενο σχέδιο. Με ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, καθώς αποσκοπεί στην οικονομική και πλουτοπαραγωγική απομύζηση μιας περιοχής, συνδυάζοντας την οικονομική αφαίμαξη, την οικοδόμηση αυταρχικών συμμαχιών και την αντεπανάσταση, υπό το πρόσχημα μιας εξελιγμένης διπλωματίας και διεθνών συνεργασιών. Το Σουδάν, αποτελεί ένα από τα τελευταία εργαστήρια της πολιτικής τούτης των ΗΑΕ, που ξεκίνησαν από το 2011 και την Αραβική Άνοιξη. Τα Εμιράτα (μαζί με τη Σαουδική Αραβία) αντιλήφθηκαν την Αραβική Άνοιξη ως μια υπαρξιακή απειλή για τα αυταρχικά καθεστώτα της περιοχής και για το δικό τους μοντέλο διακυβέρνησης: αμφότερα τα καθεστώτα τους είναι κληρονομικές μοναρχίες, βυθισμένες στην καταπίεση, τη θρησκοληψία και τη μισαλλοδοξία, τη διαφθορά και την καταστολή της κάθε αντιπολίτευσης και διαφωνίας.

Η πτώση του Μπεν Άλι στην Τυνησία, του Μουμπάρακ στην Αίγυπτο, και η άνοδος των δημοκρατικών κινημάτων στη Λιβύη, την Υεμένη και το Μπαχρέιν, θεωρήθηκαν από τους ηγέτες των ΗΑΕ ως προάγγελοι μιας καταιγίδας που έπρεπε να περιοριστεί πάση θυσία. Τα αντιδραστικά Εμιράτα έγιναν κι εξακολουθούν να είναι η κύρια προτρεπτική κι επιμελητειακή δύναμη για την αντεπανάσταση στην ευρύτερη περιφέρεια: από την Αίγυπτο, βοηθώντας την ανάρρηση του αλ Σίσι, τον ανηλεή βομβαρδισμό της Υεμένης, έως τη Λιβύη, όπου προωθούν τη διαίρεση της χώρας. Στο Σουδάν, μετά την πτώση του εκλεκτού τους, Ομάρ αλ Μπασίρ, τα επόμενα χρόνια ενίσχυσαν τη συμμαχία τους με τις Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF) του Χεμέντι. Την πολιτοφυλακή που είναι ο διάδοχος των Τζαντζαουΐντ, οι οποίοι στο όνομα του καθεστώτος του Ομάρ αλ-Μπασίρ διέπραξαν φρικαλεότητες εναντίον αμάχων και ανταρτών κατά τη δεκαετία του 2000. Η RSF αποτελεί πλέον τον ένοπλο βραχίονα για την πίεση που θέλουν τα Εμιράτα να ασκήσουν στον διαμοιρασμό του ελέγχου και του πλούτου της χώρας.
Άλλωστε, η σχέση των ΗΑΕ με τον Χεμέντι έρχεται από πολύ μακριά: από το 2015, όταν το καθεστώς Μπασίρ είχε στείλει μαχητές του Χεμέντι και του σουδανικού στρατού για να συμμετάσχουν, υπό την ηγεσία των ΗΑΕ, στον πόλεμο υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας ενάντια στις επαναστατικές δυνάμεις στην Υεμένη και μάλιστα με μεγάλες απώλειες στο πεδίο της μάχης . Σε αντάλλαγμα, ο Χεμέντι έλαβε και λαμβάνει όπλα, υλικοτεχνική υποστήριξη και διπλωματική βοήθεια. Μια ανταλλαγή που συνδυάζει την εξωτερική ανάθεση στρατιωτικών καθηκόντων με την πολιτική νομιμότητα, ιδίως όταν υπό το φόβο ότι η λαϊκή επανάσταση θα κατέλυε το status quo, ο Χεμέντι πρωτοστάτησε στην εκδίωξη του Μπασίρ, αναλαμβάνοντας την συμπροεδρία του Μεταβατικού Συμβουλίου με τον σημερινό του αντίπαλο αλ Μπουρχάν.
Για τα Εμιράτα, ο Χεμέντι είναι ο ιδανικός «μεσάζων». Η ροπή του προς τη βία και την ωμή καταστολή, τον καθιστά ιδανικό για να εξουδετερώσει κάθε ανταγωνιστή, να καταπνίξει κάθε διαφωνία και να διεξάγει συνεχώς πόλεμο. Επιπλέον, ο Χεμέντι ελέγχει τα μεταλλεία και το εμπόριο του χρυσού, ιδίως στο Νταρφούρ, που χάρις στην υποστήριξή τους τα νέμονται τα Εμιράτα, που έχουν γίνει ο κύριος προορισμός! Αυτός ο χρυσός χρησιμοποιείται για να υπονομεύσει την πολιτική εξουσία, την πορεία των διαπραγματεύσεων και χρηματοδοτεί πολιτοφυλακές και φυλάρχους.
Βέβαια, δημοσίως , το Αμπού Ντάμπι δε σταματά να προτρέπει τους αντιμαχόμενους για αυτοσυγκράτηση και διάλογο. Όμως στο παρασκήνιο, παίζουν σε διπλό ταμπλώ: και διατηρούν δεσμούς τους με τον αλ-Μπουρχάν αλλά και υποστηρίζοντας τον Χεμέντι, μόλο που ο παράγοντας «χρυσός» τους φέρνει ακόμη πιο κοντά -όπως έλεγε κι η διαφήμιση.
Ο ρόλος των ΗΑΕ στο λουτρό αίματος στο Σουδάν, που έχει προκαλέσει τον εκτοπισμό 13 εκατ. ανθρώπων, σύμφωνα με τις υπηρεσίες του ΟΗΕ, έχει επισημανθεί από πολλές, σουδανικές και διεθνείς, ανθρωπιστικές οργανώσεις, δημοσιογράφους και ακτιβιστές. Εντούτοις, κανένας αξιωματούχος των ΗΑΕ δεν έχει υποστεί κυρώσεις. Δεν έχει ασκηθεί καμία πίεση στο Άμπου Ντάμπι για να σταματήσει τις μεταφορές χρυσού ή όπλων.
Αντίθετα, οι διεθνείς οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένου του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, παρέμειναν παράλυτοι, επικαλούμενοι το γεωπολιτικό αδιέξοδο και την έλλειψη σαφήνειας ως δικαιολογία. Και είναι οι Σουδανοί πολίτες που πληρώνουν το τίμημα.

Και ευρωπαϊκά όπλα στη σύγκρουση
Η Διεθνής Αμνηστία αποκάλυψε ότι τα εμπόλεμα μέρη λαμβάνουν όπλα από την Ευρώπη, κυρίως γαλλικής κατασκευής. Κατά κύριο λόγο χρησιμοποιούνται από τους μαχητές του RSF κι είναι τοποθετημένα σε τεθωρακισμένα οχήματα των ΗΑΕ . Μία σαφής παραβίαση του εμπάργκο όπλων για το Νταρφούρ, που ισχύει από την εποχή των σφαγών.
Επίσης, βρετανικά όπλα έχουν επίσης παρασχεθεί από τα ΗΑΕ στους μαχητές RSF, του Χεμέντι παρά τους διεθνείς κανονισμούς, που απαιτούν τύποις διακοπή των εξαγωγών εάν υπάρχει σαφής κίνδυνος ανακατεύθυνσης των όπλων προς περιοχές που έχουν τεθεί σε εμπάργκο ή χρήσης τους για διάπραξη φρικαλεοτήτων. Μολαταύτα, η ΕΕ στρουθοκαμηλίζοντας καταδικάζει τις ωμότητες και, γενικώς, όσους προμηθεύουν όπλα στους εμπόλεμους.
Βέβαια, τα ΗΑΕ είναι από χρόνια υπόλογα για τους παράνομους βομβαρδισμούς, που έχουν προκαλέσει όχι μόνον υλικές καταστροφές, αλλά και λιμό κι επιδημίες στην Υεμένη, χωρίς ποτέ να υποστούν κυρώσεις ή καταδίκες. Κι επιπλέον, επί τόσα χρόνια οι ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να κάνουν–παρά τις κινητοποιήσεις πολιτών και τους αποκλεισμούς λιμανιών μεταφόρτωσης στην Ευρώπη, πχ Βαρκελώνη, Γένοβα–αθρόες εξαγωγές πολεμικού υλικού και όπλων στα Εμιράτα για να χρησιμοποιηθούν για τους βομβαρδισμούς της Υεμένης.
Βία και φτώχεια επιδεινώνουν την κατάσταση του πληθυσμού
Η δυναμική του πολέμου απέκτησε συνέπειες που ξεπέρασαν την απλή γεωγραφία και την εθνοτική σύσταση της σύγκρουσης όταν οι δυνάμεις του RSF κατέλαβαν την πρωτεύουσα τον Απρίλιο του 2023 και επέκτειναν τον έλεγχό τους στη Γκεζίρα μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Με τον πόλεμο στην οικονομική καρδιά του έθνους εκατομμύρια άνθρωποι εκτοπίστηκαν από την πρωτεύουσα, η οποία προηγουμένως στέγαζε πάνω από το ένα τέταρτο του πληθυσμού του Σουδάν. Αυτοί οι εκτοπισμένοι πληθυσμοί αναζήτησαν καταφύγιο σε άλλα κράτη που δεν διέθεταν ούτε καν βασικές υποδομές για τους γηγενείς κατοίκους τους, πόσο μάλλον ικανότητα να φιλοξενήσουν νεοφερμένους.
Με δεδομένο ότι η ηλεκτροδότηση κι η παραγωγή στο Σουδάν είναι συγκεντρωμένη σε μεγάλο ποσοστό στα αστικά κέντρα, αφήνοντας έξω μεγάλο τμήμα της υπαίθρου, η καταστροφή της βιομηχανικής βάσης στο Χαρτούμ και τα γεωργικά έργα στη Γκεζίρα προκάλεσαν καταστροφικές οικονομικές απώλειες. Η μείωση του ΑΕΠ ανά τομέα ήαν κατά 70% στη βιομηχανία, 49% στις υπηρεσίες και 21% στη γεωργία εντός του πρώτου έτους. Το, χαμηλό λόγω των σωρευμένων ανισοτήτων και των διαρκών συγκρούσεων, επίπεδο ζωής κι οι ευκαιρίες εργασίες στη χώρα, έπεσαν ακόμη περισσότερο, καταρρακώνοντας τις ζωές πολλών ανθρώπων, οδηγώντας τους στα όρια της ανθρωπιστικής κρίσης.
Σε αυτό θα πρέπει να προστεθούν οι απηνείς διώξεις ολόκληρων πληθυσμών και η «άνευ προηγουμένου» βία, όπως κατ’ ευφημισμό οι διεθνείς οργανισμοί χαρακτηρίζουν τις ωμότητες εναντίον που διαπράττουν ανενόχλητες, τόσο οι κρατικές δυνάμεις SAF, οι RSF κι οι συμμαχικές σε αμφότερες πλευρές πολιτοφυλακές που απλώς συνεχίζουν τα καθιερωμένα πρότυπα βίας, που επί δεκαετίες φυλακίζουν τον πληθυσμό στον τρόμο και την υπανάπτυξη.

Οι περιοχές που ελέγχονται από τις RSF βρίσκονται εγκλωβισμένες σε ένα χάος: δεν υπάρχει συντεταγμένη διακυβέρνηση και πλήθος περιοχές είναι έρμαιο συμμοριών με χαλαρούς δεσμούς με μια την ηγεσία του Χεμέντι. Ο πληθυσμός υφίσταται αυθαιρεσίες, εκτεταμένη και τυφλή βία, βιασμούς και συστηματικές λεηλασίες, που λειτουργούν ως κίνητρο για να στρατολογηθούν και να ανταμειφθούν νέοι μαχητές. Τακτικές που για 20 χρόνια χρησιμοποιούνται από τις RSF στο Νταρφούρ και σε άλλα μέρη του Σουδάν, με τη μόνη διαφορά ότι τη φορά τούτη δεν διαπράττονται υπό τις εντολές της κεντρικής κυβέρνησης, αλλά εναντίον της.
Στις ζώνες τώρα που ελέγχονται από τις SAF, η βία ακολουθεί ένα πιο «γραφειοκρατικό» μοτίβο: αναγκαστικοί εκτοπισμοί κοινοτήτων χαμηλού εισοδήματος με το πρόσχημα της ασφάλειας και χωρίς να τους παρέχεται εναλλακτική λύση, εργασία, συνθήκες διαβίωσης κλπ. Παράλληλα γίνονται μαζικές συλλήψεις πλανόδιων πωλητών και μειονοτήτων, που κατηγορούνται αναπόδεικτα για συνεργασία με τον εχθρό. Και πολλές συνοπτικές εκτελέσεις και δολοφονίες που πραγματοποιούνται από πολιτοφυλακές που έχουν σκόπιμα αποστασιοποιηθεί από το κράτος -μια τακτική που τελειοποιήθηκε με την ίδια την RSF τα προηγούμενα χρόνια.
Οι δύο πλευρές επιδίδονται σε διαρκείς επιθέσεις στην επικράτεια της άλλης, παραμελώντας παράλληλα τις ανάγκες των πολιτών στη δική τους. Μόνο τους μέλημα πώς θα διασφαλίσουν στρατιωτικούς πόρους. Οι κρατικές δυνάμεις εγκαταλείπουν τον άμαχο πληθυσμό στις διαθέσεις της RSF, προκειμένου να διαφυλαχθούν οι δικές της δυνάμεις και να μη χαθούν όπλα. Η πόλη Αλ Φασέρ, στο Βόρειο Νταρφούρ είναι κραυγαλέο παράδειγμα του μοντέλου πολέμου που ακολουθείται στο Σουδάν, αλλά και της εκτεταμένης γενοκτονίας που διαπράττεται από κάθε πλευρά. Πολιορκημένες από την RSF για πάνω από 18 μήνες, οι κυβερνητικές δυνάμεις παρέμεναν στην οχυρωμένη κεντρική της βάση, αναθέτοντας τη μάχη στις λεγόμενες «Κοινές Δυνάμεις» -μια νέα πολιτοφυλακή που συστάθηκε από τους υπογράφοντες της Συμφωνίας της Τζούμπα του 2020- και αδιαφορώντας για τον λιμό που μάστιζε τον πληθυσμό. Με την πτώση της πόλης και τη φυγή των κυβερνητικών δυνάμεων, ο πληθυσμός απέμεινε στο έλεος των πολιορκητών με τις ανηλεείς μαζικές δολοφονίες να προκαλούν αποτροπιασμό στη διεθνή κοινότητα. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται με τις πολιορκημένες κυβερνητικές δυνάμεις στην πρωτεύουσα του Κορντοφάν, που αποτελεί το νέο Νταρφούρ της χώρας.
Αυτή η συστηματική περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής αντανακλά βαθύτερες ιστορικές παθολογίες. Η τοποθέτηση στρατιωτικών αρχηγείων σε κάθε αστικό πυρήνα αποκαλύπτει μια συγκεντρωτική λογική της αποικιακής εποχής. Οι κρατικές υποδομές έχουν απόλυτη προτεραιότητα έναντι της επιβίωσης των πολιτών. Ο ίδιος ο σουδανικός στρατός, καθώς και αρκετές σημαντικοί θεσμοί και μέθοδοι διακυβέρνησης, δεν έχουν αναθεωρηθεί από την εποχή της βρετανικής κυριαρχίας και δεν έχουν προσαρμοσθεί στις ανάγκες και την ιδιομορφία της χώρας, είναι λογικό να υπάρχει αυτή η αποικιακού τύπου αντιμετώπιση του λαού από την ίδια του την κυβέρνηση. Και γεννά διαρκώς καταπίεση, όπως και το είδαμε αυτό εξωτερική χειραγώγηση από δυνάμεις που επιδιώκουν να σφετερισθούν τον πλούτο της χώρας, σε συνεννόηση και συνενοχή με τις τοπικές ελίτ.
Οι ειρηνευτικές συνομιλίες και οι διαδοχικές διασκέψεις στην Τζέντα, την Αντίς Αμπέμπα, το Κάιρο, το Μπαχρέιν, τη Γενεύη και το Λονδίνο έχουν αποτύχει. Σε όλες αυτές τις πρωτοβουλίες το πρόταγμα δεν είναι πως θα σταματήσει ο πόλεμος και θ’ αντιμετωπισθεί η ανθρωπιστική κρίση, αλλά πώς θα διασφαλισθούν και θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων, που θέλουν να συνεχίσουν να λυμαίνονται τον πλούτο ή να ελέγχουν τη γεωστρατηγική θέση του Σουδάν. Παράλληλα, με το ένδυμα του «καλόπιστου» διαπραγματευτή «ξεπλένονται» και οι εγκληματικές στρατιωτικές και παραστρατιωτικές παρατάξεις, έχοντας την ευκαιρία να βελτιώσουν την εικόνα τους. Ιδίως οι RSF, που χάρις σε μία ενορχηστρωμένη διεθνή εκστρατεία από μεγάλα ξένα μέσα ενημέρωσης, διαρκώς νομιμοποιούνται και τα εγκλήματα πολέμου που διαπράττουν έχουν ελαχιστοποιηθεί ή αποσιωπηθεί.
