Λίγο πριν από την εκπνοή του 2025 κυκλοφόρησαν, σε αθηναϊκά (και όχι μόνο) βιβλιοπωλεία και πολιτικούς-κοινωνικούς χώρους, δύο εκδόσεις οι οποίες -μέσα σε μια ιστορική περίοδο «δύσης της Δύσης», όπως εύστοχα έχει χαρακτηριστεί η τρέχουσα- φέρνουν στην επιφάνεια «τον βίο και την πολιτεία» δύο ξεχωριστών μαύρων στοχαστών και αγωνιστών του «σύντομου 20ου αιώνα», που με τη σκέψη και το έργο τους επέδρασαν αισθητά, αλλά και ανεπαίσθητα, στο παγκόσμιο «μακρόσυρτο ’68» και τον παναφρικανισμό, την αντι-αποικιοκρατία και την απο-αποικιοποίηση.

Δύο βιβλία από (και για) δύο απόγονους σκλάβων, από έναν κομμουνιστή καθηγητή γαλλικών και για τον μαθητή του στην τελευταία τάξη του λυκείου στη Μαρτινίκα, που ορμώμενοι από αυτήν την γαλλική αποικία στις Αντίλλες, κατάφεραν αμφότεροι, με τη ζωή, το πολυσχιδές έργο και την αγωνιστική διαδρομή τους, ν’ αποτελέσουν δύο από τα βασικά θεωρητικά – αναλυτικά σημεία αναφοράς των απελευθερωτικών αγώνων και των ανεξαρτησιακών κινημάτων των λαών, τόσο στον αποικιοκρατούμενο Νότο όσο και στον αποικιοκρατικό Βορρά.
To πρώτο από αυτά τα δύο βίβλια, ο «Λόγος Περί Αποικιοκρατίας – Λόγος Περί Νεγροσύνης» του Aimé Césaire, με ένα αναλυτικό και κατατοπιστικό εισαγωγικό κείμενο του Στάθη Παπασταθόπουλου, σε μετάφραση Μυρτώς Ταπεινού και επιμέλεια Έλενας Κουμαριανού, κυκλοφόρησε το Νοέμβριο από τις νεοσύστατες εκδόσεις San Casciano.
To δεύτερο, το «Φραντς Φανόν. 100 χρόνια από τη γέννηση του» της Geraldina Colotti σε μετάφραση Λ.Β. κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Προλεταριακή Πρωτοβουλία με την υποστήριξη της πολιτικής Κίνησης της Βιολέττας (ΚτΒ).
Από τη Νεγροσύνη στης γης τους κολασμένους: Αφρική, Καραϊβική. Γαλλία, Αλγερία. Παλαιστίνη…
Το 1900, ο Γ. Ε. Μπ. Ντι Μπόις έκανε μια δυσοίωνη πρόβλεψη: «Το πρόβλημα του εικοστού αιώνα είναι το πρόβλημα της γραμμής του χρώματος· το ερώτημα είναι σε τι βαθμό οι φυλετικές διαφορές […] θα γίνουν από εδώ και στο εξής η βάση ώστε περισσότερο από το μισό του κόσμου να στερηθεί στον μέγιστο βαθμό τις ευκαιρίες και τα προνόμια του σύγχρονου πολιτισμού».

Μισό αιώνα αργότερα, ο Αιμέ Σεζαίρ καταγγέλλει ότι η Ευρώπη είναι ανεπίδεκτη υπεράσπισης. Πίσω από τα προσωπεία των δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του πολιτισμού, αποκαλύπτει τη βία της αποικιοκρατίας, η οποία καταδικάζει τους λαούς από την άλλη μεριά της γραμμής του χρώματος σε μια συνθήκη πραγμοποίησης, εκμετάλλευσης και καταστροφής των τρόπων ζωής τους. Η αποικιοκρατία όμως έχει ένα τίμημα: απανθρωποποιεί τόσο τα θύματα όσο και τους θύτες της. Ο Σεζαίρ διακηρύσσει την επανεφεύρεση της μαύρης ταυτότητας, την αξία της μαύρης κουλτούρας και της αλληλεγγύης όλων των καταπιεσμένων. «Ο Λόγος περί αποικιοκρατίας» αποτελεί το ιδρυτικό κείμενο της μεταποικιακής σκέψης και μια επίκαιρη υπενθύμιση για τη μακρά διάρκεια των αποικιακών σχέσεων εξουσίας.
Η έκδοση συνοδεύεται από τον «Λόγο περί Νεγροσύνης», που εκφωνήθηκε το 1987 στο Διεθνές Πανεπιστήμιο της Φλόριντα στο Μαιάμι.
(Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης)
Ο Αιμέ Σεζαίρ (1913–2008) ήταν Μαρτινικανός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και πολιτικός, που αναδείχθηκε σε θεμελιώδη μορφή του αντιαποικιακού αγώνα και της Μαύρης Συνείδησης και δάσκαλος του Φανόν. Ως συνιδρυτής του κινήματος της Νεγροσύνης (Négritude), το οποίο διαμορφώθηκε στο Παρίσι τη δεκαετία του 1930, ο Σεζαίρ υπερασπίστηκε με συνέπεια και πάθος τη μαύρη ταυτότητα, την πολιτισμική επαναδιεκδίκηση και την αντίσταση στην αποικιακή καταπίεση. Η γραφή του, στην οποία η σουρεαλιστική εικονοποιία συνδυάζεται με οξυδερκή πολιτική κριτική, άσκησε βαθιά επιρροή στα αποαποικιακά κινήματα παγκοσμίως. Ο Φραντς Φανόν, μαθητής του Σεζαίρ, άντλησε σημαντικά στοιχεία για τα βασικά έργα του από την ανάλυση του δασκάλου του σχετικά με την ψυχολογική βία της αποικιοκρατίας. Για τον Φανόν, ο Σεζαίρ υπήρξε προάγγελος της ριζοσπαστικής κριτικής της αποικιοκρατίας, καθώς ο σουρεαλιστικός αντιαποικιακός λόγος του ανανέωσε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι αποικιοκρατούμενοι αντιλαμβάνονταν τον αγώνα για απελευθέρωση και πολιτισμική αξιοπρέπεια.
(Από το εσώφυλλο της έκδοσης)
Για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό το βάθος της σχέσης και της επιρροής που άσκησε η σκέψη του Σεζαίρ στον Φανόν (1925-1961) αλλά και η εμπόλεμη ιστορική συνθήκη μέσα στην οποία αυτή διαμορφώθηκε, αρκεί η παράθεση του ακόλουθου χαρακτηριστικού αποσπάσματος από το κείμενο της Τζεραλντίνα Κόλοτι, με τίτλο: «Ο Φραντς Φανόν, η θεραπεία και η ματσέτα» που περιλαμβάνεται αντί συγγραφικού εισαγωγικού σημειώματος σε αυτήν την ελληνική έκδοση του επετειακού κείμενου της, με αφορμή τη συμπλήρωση της πρώτης εκατονταετίας από τη γέννηση αυτού του πρωτοποριακού ψυχίατρου και «φιλόσοφου των οδοφραγμάτων», ο οποίος αποτέλεσε μια από τις αιχμηρότερες φωνές που αρθρώθηκαν στην ιστορία, ενάντια στο αποικιοκρατικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα και τους κατασταλτικούς ψυχοσωματικούς μηχανισμούς επιβολής και διαιώνισης της κυριαρχίας του.
[…] Ο Φραντς είναι ένας καλός μαθητής και σπουδαστής. Μεγαλώνοντας, αφιερώνει όλο και περισσότερο χρόνο στην ανάγνωση, κυρίως στα μυθιστορήματα και την ποίηση.
Η πορεία των σπουδών του θα καθοριστεί όμως από τα πολιτικά γεγονότα της σχολικής χρονιάς 1940-41. Τότε, μέσα στο πλαίσιο του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, έπειτα από την ήττα της Γαλλίας από τη ναζιστική Γερμανία, υπεγράφη μια εκεχειρία. Η Γαλλία χωρίστηκε σε μια κατεχόμενη ζώνη από τους Γερμανούς και σε μια μη κατεχόμενη, υπό την διακυβέρνηση του καθεστώτος του Βισύ. Μια δοσιλογική κυβέρνηση υπό την ηγεσία του στρατάρχη Φιλίπ Πεταίν. Πολλές γαλλικές αποικίες, συμπεριλαμβανομένης της Μαρτινίκας, έμειναν πιστές στην κυβέρνηση του Βισύ.
Η Μαρτινίκα μετατράπηκε σε μια σημαντική ναυτική βάση για τις δυνάμεις του Βισύ, κάθως και σ’ ένα καταφύγιο για σημαντικό μέρος των γαλλικών αποθεμάτων χρυσού και των γαλλικών πολεμικών πλοίων που είχαν γλίτωσει από τη γερμανική κατοχή. Ο ναύαρχος Ζορζ Ρομπέρ, ο Ύπατος Αρμοστής της Γαλλίας του Βισύ στην Καραϊβική, ασκούσε ένα δικτατορικό έλεγχο στο νησί. Οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία, στο πλαίσιο της συμμαχίας των χωρών που πολεμούσαν ενάντια στις Δυνάμεις του Άξονα (κυρίως τη ναζιστική Γερμανία, την φασιστική Ιταλία και την Ιαπωνική Αυτοκρατορία), επέβαλαν στη Μαρτινίκα ένα ναυτικό αποκλεισμό, κυρίως για να αποτρέψουν τη μεταφορά στη Γαλλία των αποθεμάτων χρυσού των τοπικών τραπεζών.
Φοβόντουσαν μια ξαφνική μεταφορά τους. Ο Φραντς και ο αδελφός του Ζομπί στέλνονται σ’ ένα θείο τους, τον Εντουάρντ Φανόν, καθηγητή που ζούσε στη δυτική πλευρά του νησιού, στο Le François. Έτσι, μέσα σ’ ένα διαφορετικό περιβάλλον, ξεκινάει η χειραφέτηση του νεαρού. Στην τελευταία χρονιά του λυκείου, ο Φραντς είχε ένα εξαιρετικό καθηγητή γαλλικών: τον μεγάλο Μαρτινικάνο ποιητή, συγγραφέα, δραματουργό και πολιτικό, Εμέ Σεζέρ.
Μέσα στο πλαίσιο αυτών των καταστάσεων, οι οποίες του αποκάλυψαν το πραγματικό πρόσωπο της «ρεπουμπλικανικής αποικιοκρατίας», ο νεαρός Φανόν θα ωριμάσει μέσα του το σχέδιο να αφήσει το νησί και να πολεμήσει με τους Συμμάχους. Θα το κάνει στην ηλικία των 18 χρόνων, όταν κατατάχτηκε στις Συμμαχικές δυνάμεις που ήταν πιστές στον στρατηγό Σαρλ Ντε Γκωλ. Για εκείνον, τότε, να μάχεται για την “απελευθέρωση της Γαλλίας” σήμαινε, επίσης, να μάχεται και για την απελευθέρωση των αποικιοκρατούμενων λαών. Μια απόφαση που αμφισβητήθηκε από όποιον ήταν πιο κοντά του, όπου ο πόλεμος γινόταν αντιληπτός ως ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ λευκών, ενώ οι Μαρτινικάνοι θα έπρεπε να παλέψουν για την χειραφέτηση τους από όλους τους λευκούς.

Μετά το τέλος του πολέμου, που τον βρίσκει στη Γερμανία με τιμή, αφού πρώτα είχε τραυματιστεί και παρασημοφορηθεί, ο Φραντς Φανόν επιστρέφει στη Μαρτινίκα: θα προλάβει ν’ ακολουθήσει, μαζί με τον αδελφό του, τον Ζομπί, την προεκλογική καμπάνια του Εμέ Σεζαίρ, υποψήφιου με το κομμουνιστικό ψηφοδέλτιο στην πρώτη συντακτική Συνέλευση της Τέταρτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Αυτή θα είναι η πρώτη του πολιτική εμπειρία […]
Αν θέλουμε να εστιάσουμε περαιτέρω σε αυτή την καταλυτική επιρροή του δάσκαλου στο μαθητή, αλλά και στους όρους που αυτή η ίδια έθεσε για το ξεπέρασμα της μέσα από την εμβάθυνση της από εκείνον, στις διάφορες περιόδους του σύντομου βίου του, αξίζει να παρατεθεί και το ακόλουθο απόσπασμα από αυτό το επετειακό κείμενο.
[…] Είναι ανώφελο να παραστήσουμε ότι δεν συνέβη τίποτα. Οι πεντηκονταετίες και οι εκατονταετίες που διαδέχονται αδιάκοπα η μια την άλλη, μέσα στον πρώτο αιώνα της νέας χιλιετίας, μας εξοικειώνουν ώστε να ξετυλίγουμε το φιλμ του Χίλια Εννιακόσια, λες και είμαστε τουρίστες της Ιστορίας. Το πράγμα είναι διφορούμενα ευχάριστο. Κινητοποιεί τη νοσταλγία. Δικαιολογεί τη μελαγχολία. Παράγει ένα νοητικό αποπροσανατολισμό που κατά βάθος είναι καθησυχαστικός, στο βαθμό εκείνο που νομιμοποιεί την νοητική ενατένιση των θυσιών και των αποτυχιών που έχουν συσσωρευθεί από τις προηγούμενες γενιές.
Με τον Φανόν, αυτή η παράσταση είναι τώρα αδύνατη. Είναι σα να πρέπει, εξαιτίας μιας μοχθηρής βολής, ριγμένης τυχαία στα τμήματα των πολιτισμικών σπουδών, να χτυπήσουμε και πάλι το κεφάλι μας επάνω σε σκληρές λέξεις: στο σκάνδαλο της βίας που αποτοξινώνει, στην αίρεση που βάζει σε καραντίνα τις αμόλυντες ηθικές, γιατί «το καλό είναι απλώς αυτό που κάνει σ’ εκείνους κακό».
Σίγουρα πρόκειται για θέσεις που πρέπει να ενταχθούν μέσα στο πλαίσιο τους. Και το πλαίσιο είναι εκείνο του πολέμου στην Αλγερία. Εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί ανάμεσα στον πληθυσμό και τους μαχητές που αγωνίζονται για την εθνική απελευθέρωση. Οι Γάλλοι αντιδρούν με σφαγές και λιντσαρίσματα Αράβων που οργανώνονται από τους άποικους, με βασανιστήρια που εφαρμόζονται συστηματικά ενάντια στους στρατευμένους του Μετώπου για την Εθνική Απελευθέρωση (FLN), αλλά και σε πολύ μεγάλο βαθμό και κατά του άμαχου πληθυσμού. Το αλγερινό FLN απαντάει με τη χρήση όλων των μέσων, φ τάνοντας μέχρι και στη δολοφονία Γάλλων πολιτών, με βόμβες τοποθετημένες σε μπαρ των μαυροπόδαρων [pieds-noirs], τυχαία μαχαιρώματα άποικων που ξαφνιάζονται ενώ περπατούν στις ήσυχες και θωρακισμένες συνοικίες τους. Πολύ ωμό, έτσι δεν είναι [n’est-ce pas]; Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Γάλλοι κομμουνιστές είχαν συνταχθεί με την πλευρά της κυβέρνησής τους, ψηφίζοντας υπέρ των μέτρων για την καταστολή της αλγερινής εξέγερσης.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο που έχει βαφτεί με το αίμα, την ωμότητα αλλά και τη συσκότιση, ο Φραντς Φανόν συναντάει την πάλη ενός λαού που εκβιάζεται από τον υποκριτικό ανθρωπισμό της Δύσης, όντας αποφασισμένος να κάνει οποιαδήποτε θυσία, αρκεί να απελευθερωθεί από την αποικιοκρατική καταπίεση του. Ο Φανόν είναι σε θέση να το αντιληφθεί αυτό επειδή έχει στην πλάτη του μια διαδρομή ταραγμένης προσωπικής ανεξαρτησίας. Έρχεται από τη Μαρτινίκα και στο λύκειο ήταν μαθητής του Εμέ Σεζαίρ, ενός εκ των ιδρυτών, μαζί με τον Σενγκόρ, του κινήματος της νεγροσύνης [négritude]. Ο Φανόν σέβεται και θαυμάζει τον κομμουνιστή καθηγητή λογοτεχνίας, αλλά ήδη το 1952, με το πρώτο έργο του Μαύρο δέρμα, λευκές μάσκες, αναζητάει κάτι παραπάνω από ένα πρόγραμμα, ακόμα και ανατρεπτικό, για την πολιτισμική ανεξαρτησία. Από που ν’ αρχίσει; Από «το μόνο πράγμα στον κόσμο που αξίζει ν’ αρχίσει: το τέλος του κόσμου, διάολε!». Είναι λόγια του Σεζαίρ, τα οποία -όχι τυχαία- αναφέρει ο Φανόν στο βιβλίο του. Η αλήθεια είναι όμως ότι μέσα από αυτό το «τέλος του κόσμου», ο ψυχίατρος από τις Αντίλλες αναδεικνύει κυρίως την υποχρέωση ενός ξεκαθαρίσματος λογαριασμών με τον ίδιο του το είναι, και με την αυταπάτη μιας πιθανής σωτηρίας μέσω ενός άλματος σε μια μυθολογική αρχαιολογία, από την ανάσταση της οποίας θα συνταρασσόταν τάχα η δυτική συνείδηση. Μην μας πιστεύετε, λέει ο Φανόν. Μην πέσετε στην παγίδα της δημιουργίας ενός «νέγρικου παρελθόντος» και της χρήσης του ως αναλγητικού για το ανυπόφορο παρόν. Ήδη από τότε, από το 1952, ο Φανόν αποδεικνύεται ηθελημένα δραστικός. Έγραφε: «Ο Ινδοκινέζος δεν εξεγέρθηκε γιατί ανακάλυψε μια δική του κουλτούρα. Το έκανε “απλώς” γιατί για πολλούς λόγους, του είχε γίνει αδύνατο ν’ αναπνέει» […]
Τούτων δοθέντων, μπορεί κάποιος καλόπιστα (και όχι μόνο) να αναρωτηθεί ως προς την επικαιρότητα ή μη του έργου αυτών των δύο επιδραστικών μαύρων στοχαστών και αγωνιστών για την εξαγωγή χρήσιμων διδαγμάτων (και) για τη σημερινή εποχή, η οποία φαντάζει ταυτόχρονα τόσο κοντινή αλλά και τόσο μακρινή.
Σχετικά με αυτό, ο Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ παρατηρεί με οξυδέρκεια πως «στις μέρες μας, επιχειρείται η ανασύσταση ενός νέου ευρωπαϊκού οικουμενισμού και, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, ο πειραματισμός με το ιδεολόγημα του “έκδηλου πεπρωμένου” – γι’ αυτό ακριβώς ο Λόγος περί αποικιοκρατίας του Αιμέ Σεζαίρ παραμένει αναγκαίο ανάγνωσμα», ενώ ο Γιούργκεν Μάκερτ στο κείμενο του με τίτλο Γενοκτονία στη Γάζα: Γιατί το έργο του Aime Cesaire είναι πιο επίκαιρο από ποτέ επισημαίνει ότι «το αιχμηρό κατηγορητήριο του για το ευρωπαϊκό αποικιακό σύστημα ξεσκέπασε μια βαθιά ριζωμένη υποκρισία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα».
Από τη δική της πλευρά, η Τζεραλντίνα Κολότι καταλήγει:
[…] Όμως εμείς είμαστε λιγότερο ευφυείς. Και δεδομένης της απλοϊκότητας μας, σε αυτό το σημείο θέλουμε να ρωτήσουμε: που κατέληξε ο Φραντς Φανόν; Στα τμήματα των πανεπιστημίων; Στα διεθνή συνέδρια των cultural studies; Στις αναφορές των τσιτάτων του από τους λόγιους που αγωνιούν ώστε να διακοσμήσουν τις ανησυχίες τους, με κάποια έκφραση ιδιαίτερα ωμή;
Σίγουρα είναι έτσι. Αλλά δεν είναι μόνο έτσι. Μέσα στην ιστορία υπάρχουν κινήματα – βράχοι που πιάνουν νήματα φαινομενικά κομμένα. Υπάρχουν κλαδιά που με μια πρώτη ματιά έχουν εξαφανιστεί και παίρνουν και πάλι ζωή, με τρόπο πολύπλοκο και οδυνηρό. Κοιτάχτε το σύνολο των ξεσηκωμών, στρατιωτικών και μη, που έχουν συνταράξει την Αφρική των τελευταίων χρόνων, προκαλώντας κρίση στην ηπειρωτική μέγγενη του γαλλικού και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Δώστε προσοχή στους Μαπούτσε. Παρατηρήστε τα γαλλικά προάστια [banlieues]. Ρίξτε μια ματιά στη συμπεριφορά των παιδιών που ζουν στην Ιταλία σαν μετανάστες δεύτερης γενιάς και έχουν αρχίσει να ενώνονται σε ομάδες, ώστε να λεηλατήσουν τη χρυσή νεολαία [jeunesse dorée] των ρωμαϊκών και μιλανέζικων νυχτερινών διασκεδάσεων. Ξεκινήσαμε μιλώντας για την τραυματική επικαιρότητα του Φανόν. Κλείνουμε προτείνοντας ένα πείραμα. Διαβάστε, ή ξαναδιαβάστε, το «Της γης οι κολασμένοι». Έπειτα πάρτε τη διαθήκη του Γιαχία Σινουάρ που γράφτηκε στα τούνελ της Γάζας. Δοκιμάστε. Διαβάστε. Νοιώστε την επίδραση που ασκεί.
Ετούτες οι τελευταίες αράδες της εξηγούν και την επιλογή των εκδοτών να συμπεριλάβουν στο παράρτημα του βιβλίου την πολιτική διαθήκη του Γιαχία Σινουάρ, αυτής της ηγετικής μορφής της σύγχρονης παλαιστινιακής εθνικοαπελευθερωτικής Αντίστασης, που έπεσε μαχόμενος ενάντια στα ισραηλινά κατοχικά στρατεύματα, στη Γάζα στις 16/10/2024.
Στα περιεχόμενα της έκδοσης συμπεριλαμβάνεται και ένα Χρονολόγιο Ανεξαρτησίας και αντι-αποικιακών Αγώνων που επιμελήθηκε η Μ.Π., το οποίο εκτείνεται από το 1916 και το γαλλοβρετανικό μοίρασμα των εδαφών της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Μέση Ανατολή μέχρι το 1993 και την κατάργηση του καθεστώτος του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Μια συνοπτική καταγραφή που θέτει σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, αυτό που προηγήθηκε αλλά και εκείνο που ακολούθησε την ταραχώδη ζωή και τον πρόωρο θάνατο του συγγραφέα των «Κολασμένων» [*].
Καταλήγοντας, συνίστανται ανεπιφύλακτα αυτά τα δύο βιβλία που -αν μη τι άλλο- αξίζει να διαβαστούν μαζί αφού εν τέλει μιλούν την ίδια γλώσσα, για την ίδια ιστορία. Για την ιστορία των αγώνων των αποικιοκρατούμενων λαών του παγκόσμιου Νότου και των υποτελών τάξεων των «εσωτερικών αποικιών» στις δυτικές μητροπόλεις, για την «απο-αλλοτρίωση» τους από το άχθος της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, όχι μονάχα στον 20ο αλλά και τον 21ο αιώνα.
Μια ιστορία που όπως αποδεικνύεται ξανά και ξανά, κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων του «εμπόλεμου περάσματος από τον μονοπολικό στον πολυπολικό κόσμο της παγκοσμιοποιημένης “ελεύθερης” αγοράς», όχι μονάχα δεν έχει τελειώσει -όπως κανοναρχούσαν οι μεταψυχροπολεμικοί ιδεολόγοι του νεοφιλελευθερισμού υπό την αστερόεσσα- αλλά τουναντίον παραμένει ακόμα άγραφη και διόλου γραμμική.
Αν κάτι φαντάζει κυριολεκτικά απαράλλαχτο μέσα στο χρόνο, είναι εκείνο που διαπίστωνε στους δικούς του καιρούς, με πικρή διαύγεια ο Φανόν: «ο εχθρός δεν υποχωρεί ποτέ ειλικρινά. Δεν διδάσκεται ποτέ. Συνθηκολογεί, αλλά δεν αλλάζει»…
ΥΓ: Σύμφωνα με τον απολογισμό που ανακοινώθηκε από το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών, κατά τη διάρκεια της νύχτας της φετινής Πρωτοχρονιάς πάνω από 1.100 οχήματα έγιναν στόχοι εμπρησμών και πάνω από 500 άνθρωποι προσήχθησαν σε αστυνομικά τμήματα όλης της χώρας, ενώ παράλληλα τονίζεται ότι σε σύγκριση με την περσινή πρωτοχρονιά ήταν μια «πιο ήρεμη νύχτα». Μια είδηση που υπενθυμίζει με τρόπο απτό (και γι’ αυτό βίαιο) πως οι «Κολασμένοι» εξακολουθούν να υπάρχουν και δεν βρίσκονται μονάχα στις πάλαι ποτέ αποικιακές κτήσεις των μοναρχιών και των «δημοκρατιών» της Ευρώπης στον πάλαι ποτέ «Τρίτο Κόσμο», αλλά και μέσα στα ίδια της τα σωθικά. Στα γκέτο και τα προάστια, στις φτωχογειτονιές και τις «υποβαθμισμένες» συνοικίες των μεγαλουπόλεων μιας «Δύσης που δύει»…
[*] Το μνημειώδες έργο του Φραντς Φανόν «Της γης οι κολασμένοι», το οποίο το έγραψε «ξέροντας ότι θα είναι το τελευταίο του και επέλεξε να το τιτλοφορήσει με τον πρώτο στίχο της Διεθνούς…», κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κάλβος (Αθήνα, 1982) σε μετάφραση Αγγέλας Αρτέμη. Επίσης, κυκλοφορεί στα ελληνικά και η βιογραφία του, γραμμένη από τον Peter Houdis με τίτλο Φραντς ΦΑΝΟΝ. Φιλόσοφος των οδοφραγμάτων (Εκδ. Οξύ. Αθήνα, 2017) σε μετάφραση Ειρήνης Γαϊτάνου.
