ΑΘΗΝΑ
09:36
|
23.06.2026
Το ζητούμενο δεν είναι το ποιος είναι καλλιτέχνης, αλλά το σε τι κοινωνία ζούμε ώστε να μπορεί ο καθένας να δημιουργεί χωρίς φόβο επιβίωσης.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τα απογεύματα, όταν κάθομαι σπίτι να διαβάσω ή να κάνω κάποια άλλη δουλειά στο PC -καλή ώρα η αρθρογραφία , πάντα βάζω μουσική να παίζει καθώς με βοηθά στην συγκέντρωση. Όχι συγκεκριμένους καλλιτέχνες και τραγούδια απαραίτητα, πολλές φορές διάφορες playlist διαφόρων ειδών, από lofi μέχρι post-punk. Πολλές φορές έχει τύχει να παίζουν τραγούδια που μ’ αρέσουν και να τα αποθηκεύω ώστε να τα ξανακούσω αργότερα και να ψάξω κι άλλα κομμάτια των συγκεκριμένων καλλιτεχνών. Βέβαια, τον τελευταίο καιρό μου τυχαίνει το εξής: ενώ βάζω τις playlist, εντοπίζω όλο και περισσότερα τραγούδια που μου αρέσουν, όταν όμως αναζητώ τους καλλιτέχνες τότε έρχομαι αντιμέτωπος με το γεγονός ότι πρόκειται για project Τεχνητής Νοημοσύνης. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι ξενερώνω με το τραγούδι και σταματάω να το ακούω, αντιθέτως δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα για μένα καθώς μεγάλωσα ακούγοντας μια πληθώρα ειδών και καλλιτεχνών, από dubstep μέχρι 2ο κύμα νορβηγικού black metal και από TXC μέχρι Καταχνιά.

Το ζήτημα της ΤΝ μουσικής όμως αποτελεί δίλημμα και πρόβλημα για κάποιους άλλους. Δίλημμα για όσους θεωρούν ότι η τέχνη αποκτά νόημα όταν αποτελεί ανθρώπινο δημιούργημα, «αυθεντικό» και όχι όταν πρόκειται για «μαζικής παραγωγής προϊόν» όπως «μετατρέπεται με την ΤΝ» -σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά τους και πρόβλημα γι’ αυτούς που θα ‘χουν να αντιμετωπίσουν την αναταραχή που θα προκαλέσει η ΤΝ στην βιομηχανία της τέχνης, δηλαδή τους καλλιτέχνες που παίζουν κορώνα γράμμα το μέλλον τους. Ας εξετάσουμε και τις δύο περιπτώσεις ξεκινώντας από τους καλλιτέχνες.

Αυτό που έκανε ουσιαστικά η ΤΝ ήταν να αυτοματοποιήσει ένα μεγάλο μέρος της πνευματικής εργασίας. Από εκεί δηλαδή που μπορεί κάποιος να χρειάζονταν ώρες ή και μέρες ολόκληρες για μία έρευνα δημοσιογραφικού ή ακαδημαϊκού περιεχομένου, πλέον αυτό γίνεται στιγμιαία. Με την περαιτέρω εξέλιξή της, η ΤΝ προχώρησε σε σημείο να δημιουργεί εικόνες, βίντεο, μουσική, όσο περνούσε ο καιρός τόσο και ποιοτικότερα. Ειδικά στην μουσική πλέον υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν καταλαβαίνει κανείς αν πρόκειται για τραγούδι καλλιτέχνη ή ΤΝ και πρέπει να το ψάξει. Σαφώς μια τόσο γρήγορη εξέλιξη είναι αξιοθαύμαστη συγκρίνοντάς την λόγου χάριν με άλλες τεχνολογικές εξελίξεις, π.χ. το χρονικό διάστημα μεταξύ εξαγωγής των κινητών τηλεφώνων στην λιανική αγορά και της δυνατότητάς τους να πραγματοποιούν βιντεοκλήσεις.

Μία τόσο γρήγορη εξέλιξη όμως απαιτεί και εξίσου ταχύτατη προσαρμογή στην αγορά, δηλαδή άμεσες κινήσεις για ενσωμάτωσή της στην παραγωγή δίχως στρατηγικό υπολογισμό βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων συνεπειών – σαφώς λόγω γρήγορων μέτρων για τα οποία πιέζει η ίδια η αγορά. Ποιες είναι αυτές; Αν η ΤΝ παράγει καλή μουσική εύκολα και γρήγορα τότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε soundtrack διαφημίσεων, ταινιών και παιχνιδιών, σε νυχτερινά μαγαζιά δίχως πληρωμή πνευματικών δικαιωμάτων σε καλλιτέχνες και δισκογραφικές ή ακόμα και μία υπαρξιακή κρίση σε επίδοξους καλλιτέχνες, καθώς για κάτι που οι ίδιοι χρειάζονται ώρες ολόκληρες σε στούντιο για να παράγουν, η ΤΝ το κάνει εντός λεπτών και όσο περνάει ο καιρός τόσο καλύτερα. Άρα γιατί να το κάνουν; Για σκεφτείτε, πόσα παλιά επαγγέλματα χάθηκαν μακροπρόθεσμα λόγω των βιομηχανικών επαναστάσεων και της μαζικής εισαγωγής προϊόντων χαμηλής αξίας στην λιανική αγορά;

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο προβληματισμός όσων θέτουν ζήτημα περί αυθεντικότητας της τέχνης. Πράγματι άλλο πράγμα το να γράφεις εσύ να τραγούδι, με στίχο που βγαίνει από την ζωή, από εμπειρίες, αλληλεπιδράσεις με την πραγματικότητα, από την ιστορία, μετά την μουσική, είτε πρόκειται για ένα όργανο είτε για περισσότερα και μετά έρχεται και το μίξινγκ προ του λανσαρίσματος. Είναι μία ολόκληρη διαδικασία, χρονοβόρα, για ένα κομμάτι το οποίο απολαμβάνουμε πατώντας απλά ένα play στο youtube, στο spotify ή στο πρόγραμμα αναπαραγωγής μουσικής του κινητού. Όποιος θέτει δίλημμα περί δημιουργικότητας ουσιαστικά αναπαράγει την ρομαντική αντίληψη της τέχνης, αυτής που αντιλαμβάνεται τον καλλιτέχνη ως μοναδικό δημιουργό, ως φορέα ενός βιώματος το οποίο εκφράζεται μέσω της τέχνης. Η ΤΝ δεν φέρει βίωμα ούτε και επιθυμία έκφρασης, απλώς αναπαράγει μοτίβα, άρα και δεν μπορεί να είναι καλλιτέχνης. Ίσως να έβαζα εδώ πέρα μια τελεία και να έκλεινα έτσι το άρθρο, μόνο που τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Η αντιδραστικότητα της κριτικής στην ΤΝ

Ενώ οι δύο παραπάνω θέσεις φαινομενικά πιάνουν την κριτική στην ΤΝ από δύο διαφορετικές σφαίρες (πνευματική/δημιουργική και οικονομική), στην πραγματικότητα πρόκειται για την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Από την μία έχουμε τον Ρομαντισμό του Καλλιτεχνικού-Υποκειμένου και της αυθεντικότητας του βιώματός του, από την άλλη τον δίκαιο προβληματισμό περί εργασιακής επισφάλειας η οποία όμως πάει να αντεπιτεθεί όχι απλά στην ΤΝ, αλλά και σε όσους ακούν ή παράγουν μουσική από ΤΝ με επιχειρήματα γύρω από την υψηλότερη ή χαμηλότερη αξία της τέχνης. Ακόμα και όσοι φροντίζουν να τυλίγουν την κριτική τους γύρω από ένα αντικαπιταλιστικό περιτύλιγμα, δείχνοντας το δάχτυλο στον καπιταλισμό – αφηρημένα πάντα, εν τέλει πάλι καταλήγουν στην σύγκριση των δύο προϊόντων βάσει της αξίας, σε μία επιφανειακή κριτική όπου η αξία αντιλαμβάνεται ως αυθύπαρκτος παράγοντας που δεν εξαρτάται από την τεχνολογία ή τον καταμερισμό και οργάνωση της εργασίας.

Η αξία ενός κομματιού όμως κυμαίνονταν ανά τους αιώνες, εξαρτώμενη πάντα από την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων. Κατά τον φεουδαλισμό και την πρώιμη αναγεννησιακή περίοδο για παράδειγμα, η μουσική ήταν εκκλησιαστική ή αριστοκρατική, με την τελευταία πολλές φορές μάλιστα να είναι παραγγελιοδοτούμενη. Η πρόσβαση στα μέσα (μουσική εκπαίδευση, υλικά κατασκευής, χρόνος) ήταν περιορισμένη με ταξικούς φραγμούς. Δεν μπορούσε καθείς να παράγει μουσική, γι’ αυτό και τα περισσότερα άσματα της εποχής που γνωρίζουμε είναι της τότε άρχουσας τάξης και του κλήρου. Η πρόσβαση των μαζών στην μουσική – όπως την γνωρίζουμε – έρχεται κατά την νεωτερικότητα μέσω της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, της τυπογραφίας, των δημόσιων ωδείων και των σχολών καλών τεχνών και των φθηνότερων υλικών κατασκευής οργάνων που προέκυψαν λόγω των βιομηχανικών επαναστάσεων και της μαζικής παραγωγής προϊόντων. Αργότερα, η ανακάλυψη του ραδιοφώνου έφερε τις μάζες σε μία καθημερινή αλληλεπίδραση με την μουσική και καλλιέργησε σε πολλούς ανθρώπους πάθος για παραγωγή τραγουδιών. Τότε πράγματι αναδείχθηκαν πολλοί καλλιτέχνες λαϊκής καταγωγής, των οποίων τα τραγούδια ακούγονται μέχρι και σήμερα.

Αυτή η κατάσταση άλλαξε όμως και πάλι με την είσοδο των δισκογραφικών εταιριών και την πλήρη εμπορευματοποίηση της μουσικής. Πλέον επανέρχονταν η προηγούμενη ταξική ισορροπία, η ανάδειξη καλλιτεχνών ανάλογα με το budget και τις διασυνδέσεις του καθενός και φυσικά η παρέμβαση των ίδιων των δισκογραφικών εταιριών στην μουσική, είτε με πιέσεις πάνω στην μορφή, είτε φυσικά με τις οικονομικές συμφωνίες που ωφελούσαν περισσότερο τις ίδιες και λιγότερο τους καλλιτέχνες.

Ιδιαίτερα κατά την δεκαετία του ‘80 και με την έναρξη αυτού που αποκαλέστηκε «μαζική κουλτούρα», ουσιαστικά κανονικοποιήθηκε ο καταμερισμός παραγωγής της μουσικής σε στιχουργούς, εκτελεστές, τραγουδοποιούς, καθένας εκ των οποίων είχε να ασχοληθεί με ένα μέρος εκ του όλου, χαμηλώνοντας τον απαιτούμενο χρόνο παραγωγής του τραγουδιού, άρα και την αξία του (εννοώντας τον κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας ανά κομμάτι). Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και δεν υπάρχουν καλλιτέχνες οι οποίοι παρήγαγαν μόνοι τους όλη την δουλειά, αλλά κατά γενικό κανόνα η παραπάνω τάση ήταν – και είναι – η ισχύουσα. Όχι επειδή επιβλήθηκε «από τα πάνω» αλλά για τον εξής λόγο: όταν η μουσική είναι επάγγελμα και βιοπορισμός, είναι δεδομένο ότι κάθε νέα παραγωγή φέρνει και επιπλέον χρήμα στους παραγωγούς και διαμεσολαβητές. Νέο άλμπουμ σημαίνει κι άλλες συναυλίες, καινούργια βιντεοκλίπ, καινούργιες πωλήσεις δίσκων, merchandise κλπ. Εφόσον λοιπόν ο νέος καταμερισμός εργασίας ελαττώνει τον απαραίτητο χρόνο παραγωγής σε σχέση με το πριν, είναι απολύτως λογικό ότι θα υιοθετηθεί σε συντριπτικό βαθμό. 

Η εξέλιξη της μουσικής βιομηχανίας όμως δεν τελειώνει εδώ. Ήδη από το ‘70 τα synthesizers και τα drum machines είχαν προκαλέσει επανάσταση στην μουσική βιομηχανία, επιτρέποντας την παραγωγή πολλών διαφορετικών ήχων από ένα μόνο όργανο (synthesizer) και ήχο drums δίχως όμως την παρουσία drums, αλλά μέσω του drum machine. Αυτά τα δύο μέσα ήταν που επέτρεψαν στην αμερικανική ραπ να μαζικοποιηθεί ως είδος, καθώς πλέον ένας καλλιτέχνης δεν χρειαζόταν κάτι παραπάνω από μικρόφωνο, ενισχυτή και ένα synthesizer ή drum machine. 

Η ακόμα μεγαλύτερη επανάσταση όμως ήρθε με την εισαγωγή των Η/Υ στην παραγωγή και την εξέλιξή τους σε προσωπικό βοηθό, μια πληθώρα νέων αλλαγών ήρθε να φέρει ξανά τα πάνω κάτω και στην μουσική βιομηχανία. Οι ψηφιακοί σταθμοί επεξεργασίας ήχου (DAW) και το autotune προκάλεσαν μια άνευ προηγουμένου αυτοματοποίηση, καθιστώντας πλέον «άχρηστα» ακόμα και όργανα όπως το μπάσο ή το βιολί. Με την εισαγωγή των ήχων-προτύπων (sample sounds) ο παραγωγός μπορούσε να χρησιμοποιήσει έτοιμες μελωδίες στο τραγούδι του, ελαττώνοντας τον χρόνο παραγωγής του ακόμα περισσότερο. Το δε autotune συνέβαλε στο να διορθώνεται η μέτρηση και ο τόνος της φωνής όποτε ξεφεύγει, βελτιστοποιώντας έτσι το αποτέλεσμα. Μάλιστα, υπάρχουν περιπτώσεις όπου χρησιμοποιούνταν σε τέτοιο βαθμό όπου η φωνή ακουγόταν σχεδόν ρομποτική. Η διαφορά γινόταν εμφανής σε συναυλίες όπου ο καλλιτέχνης τραγουδούσε άνευ χρήσης autotune. Αυτές οι αλλαγές χτύπησαν μέχρι και φαινομενικά απόρθητα κάστρα, όπως η ροκ μουσική: Οι ψηφιακοί σταθμοί επεξεργασίας ήχου πλέον λειτουργούσαν ως ψηφιακοί ενισχυτές για την κιθάρα, επιτρέποντας σε καλλιτέχνες να ηχογραφούν μουσική στο σπίτι και καλύπτοντας σε σημαντικό βαθμό την ανάγκη για στούντιο – δίχως φυσικά να την σβήσουν πλήρως.

Καθώς λοιπόν η τεχνολογική εξέλιξη μετέτρεψε την ήδη εμπορευματοποιημένη μουσική σε προϊόν μαζικής παραγωγής -ολοένα και χαμηλότερης αξίας [1], η Τεχνητή Νοημοσύνη ήλθε για να επιταχύνει αυτή την πορεία προς τον τελικό της προορισμό: την διάλυση των φραγμών μεταξύ μουσικών και μη. Πλέον ο καθένας μπορεί να γράψει δύο στίχους (ή και να ζητήσει από την Τεχνητή Νοημοσύνη να του γράψει), να περιγράψει το είδος μουσικής, την μελωδία, την φωνή, τα όργανα και άλλα. Δεν χρειάζεται κανένα απολύτως ταλέντο πέρα από πειραματισμό με την χρήση ετικετών στο chat της ΤΝ. Ο φραγμός ως προς την γνώση σπάει και η μουσική μετατρέπεται σε προϊόν που παράγεται από ανειδίκευτους εργάτες. Το μόνο που χρειάζεται κανείς πλέον είναι ένας Η/Υ με πρόσβαση στο διαδίκτυο και μέσα σε λίγα λεπτά έχει το τραγούδι που θέλει. Στην τελική μπορεί να πρόκειται για τραγούδι ανθρώπινης έμπνευσης (στίχος + στυλ) αλλά με τεχνική υποστήριξης της ΤΝ, ή αντίστροφα η ΤΝ να προσέφερε την βάση (στίχο + βασική μελωδία) και ο άνθρωπος να έκανε την επιμέλεια (επεξεργασία ήχου, προσθαφαιρέσεις στοιχείων). Ποια ακριβώς η διαφορά αυτής της περίπτωσης από τον καταμερισμό και αυτοματοποίηση της μουσικής παραγωγής που περιγράψαμε παραπάνω; Στην τελική, αν κάποιο τραγούδησε μας άρεσε, μας συγκίνησε ή μας άγγιξε έχει μεγάλη σημασία το πως συντέθηκε;

Η τέχνη δεν κάτι παραπάνω από μία αντανάκλαση της ερμηνείας της αντικειμενικής πραγματικότητας από τον καλλιτέχνη και ενώ η ΤΝ δεν διαθέτει ικανότητα ερμηνείας αυτής, μπορεί να υλοποιήσει την ερμηνεία κάποιου άλλου, δίνοντας έτσι δυνατότητα σε ένα ακόμα πιο ευρύ κοινό να εκφράσει την σκέψη του καλλιτεχνικά, δίχως να περιορίζεται από τους προαναφερθέντες τεχνικούς φραγμούς[2]. Μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι φέρνει μια σημαντική εξέλιξη στην μουσική μετατοπίζοντας την ουσία της από την ικανότητα εκτέλεσης στην ικανότητα σύλληψης και έκφρασης της ιδέας, εστιάζοντας στο περιεχόμενο του τραγουδιού και όχι στην μορφή του (είδος, στυλ, ανθρώπινο η ΤΝ).

Το ζητούμενο όμως δεν είναι το πνευματικό κομμάτι. Πράγματι κάποιος θα μπορούσε να αναπαράγει αυτή την ρομαντική αντίληψη της τέχνης που αναφέραμε παραπάνω, συμπληρώνοντας ότι η ΤΝ δεν μπορεί να παράγει τέχνη αλλά μόνο μοτίβα, επειδή δεν βιώνει και δεν επιθυμεί. Εκτός του ότι αυτή η θέση θα αγνοούσε όλο τον καταμερισμό και οργάνωση της εργασίας που αναφέραμε παραπάνω, πρόκειται και για μία άκρως αντιδραστική αντίληψη της τέχνης. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ρομαντισμός ήταν ένα ρεύμα αντίδρασης στον Διαφωτισμό, στην Γαλλική Επανάσταση, στον ορθολογισμό και στον “θάνατο του Μύθου”, ένα ρεύμα που καλλιεργούσε νοσταλγία προς ένα ωραιοποιημένο παρελθόν που δεν υπήρξε ποτέ. Ποιο παρελθόν ακριβώς νοσταλγούν οι σημερινοί ρομαντικοί, αυτό του περιορισμού της μουσικής παραγωγής σε 5 τζάκια;

Κάτι άλλο επίσης: Τι ακριβώς πάει να πει «μοναδικό υποκείμενο»; Δηλαδή η ιδέα ενός έργου, η δημιουργία του, ανήκει μοναδικά στον καλλιτέχνη; Τι είναι μία διαμορφωμένη ιδέα αν όχι μια αντικειμενοποιημένη μορφή κοινωνικής δραστηριότητας; Εκτός κι αν αυτός ο καλλιτέχνης είναι ένα ανώτερο ον, που ήρθε στον κόσμο από μία παράλληλη διάσταση με εντελώς διαφορετικούς φυσικούς νόμους από τους δικούς μας, όπου και οι ιδέες γεννιούνται από το μηδέν. Δεν είναι αποτέλεσμα δηλαδή μόνο της αλληλεπίδρασης του υποκειμένου με την αντικειμενική πραγματικότητα, της ερμηνείας του των κοινωνικών σχέσεων, αλλά και της αντίληψής του για άψυχα αντικείμενα και πρακτικές της καθημερινότητας. Είναι λίγα άραγε τα έργα που ως πηγή έμπνευσης είχαν άλλα έργα, σύγχρονά τους ή και παλαιότερα; Γιατί λοιπόν γίνεται κατακριτέα η μοτιβοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης με ανθρώπινη συμβολή και όχι η έκφραση της μοτιβοποιημένης της ανθρώπινης σκέψης; Και ας μην αναφερθώ καλύτερα στο γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων τραγουδιών παίζουν σε tempo 8/8 με επαναλαμβανόμενο ρυθμό. Εκεί να δεις δημιουργικότητα και μοναδικότητα.

Μουσική Α’ και Β’ κατηγορίας

Για να επιστρέψουμε όμως στους δίκαιους προβληματισμούς των καλλιτεχνών, αναφέραμε πριν ότι τα πλήγματα θα ‘ναι μεγαλύτερα για τους λιγότερο γνωστούς, χαμηλού μπάτζετ καλλιτέχνες που ήδη με το ζόρι τα βγάζουν πέρα. Τι θα συμβεί όμως με την μουσική βιομηχανία εν συνόλω; 

Αν και είναι δύσκολο να κρίνουμε, μπορούμε να κάνουμε ορισμένες υποθέσεις. Δεδομένου ότι η μουσική ΤΝ αποτελεί πλέον κανονικότητα και προϊόν χαμηλής αξίας, δεν είναι διόλου απίθανη μια κατηγοριοποίηση της μουσικής σε προϊόντα υψηλής και χαμηλής αξίας με άμεσες επιπτώσεις στην τιμή τους. Δεν θα μου έκανε εντύπωση π.χ. αν έβλεπα μία μεταβολή στην συνδρομή του Spotify όπου για να ακούσουμε «κανονική» μουσική θα πληρώναμε μια πιο ακριβή συνδρομή απ’ ό,τι πληρώνουμε για να ακούσουμε μουσική ΤΝ, ενώ η αυθεντικότητα θα χρησιμοποιούνταν ως παράγοντας υψηλής κοστολόγησης. Αν κάτι τέτοιο σας ακούγεται ακραίο μάλλον δεν αγνοείτε ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει και σε άλλες βιομηχανίες με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την βιομηχανία τροφίμων. Ένα τυρί Α με πιστοποίηση ΠΟΠ έχει πολύ υψηλότερη τιμή από ένα τυρί Β δίχως πιστοποίηση, ασχέτως αν η γεύση είναι ίδια. Αντίστοιχα φαινόμενα εντοπίζουμε και στην βιομηχανία μόδας όπου παπούτσια με brand name έχουν πολύ υψηλότερο κόστος από παρόμοια παπούτσια παζαριού, πάλι ασχέτως του ποιο είναι πιο άνετο ή πόσο καιρό θα αντέξει. Παράνοια; Όχι, καπιταλισμός λέγεται.

Καθώς όμως η ΤΝ είναι τεχνολογία και η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη αλλά εξαρτάται από τις σχέσεις παραγωγής, τίθεται το ζήτημα του αν εν τέλει η όλη συζήτηση για την μουσική και την ΤΝ καταλήγει σε ένα ψευδοδίπολο, σε μία διαμάχη για την εξέλιξη της μουσικής, για την αυθεντικότητα ή την ελεύθερη πρόσβαση στην παραγωγή για όλους, πάντα μιλώντας για το παρόν. Αυτή η διαμάχη όμως δεν οδηγεί πουθενά πέραν του να καθιερωθεί μουσική δύο κατηγοριών, δίχως να είναι βέβαιο ότι οι καλλιτέχνες του τώρα έχουν κάτι να κερδίσουν από αυτό. Αν τυχόν νομίζουν ότι θα αυξηθεί μόνο η τιμή του τελικού προϊόντος και όχι των: μέσων παραγωγής (όργανα, προγράμματα μίξης κλπ.), συνδρομών στο στούντιο και προμηθειών της δισκογραφικής, είναι πλήρως γελασμένοι. Κοινώς, μία τέτοια συνθήκη πάλι θα ωφελήσει τους λίγους (μεγάλα καλλιτεχνικά ονόματα και δισκογραφικές), έναντι των πολλών.

Πρόκειται για άλλη μία περίπτωση οικονομικών και άμεσων διεκδικήσεων οι οποίες όμως καταλήγουν στην μερικότητα και στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του εκάστοτε κεφαλαίου, ακριβώς λόγω της διαπραγματευτικής ισχύος που αυτό κατέχει ως αποτέλεσμα των ταξικών συσχετισμών. Τέτοια ζητήματα δυστυχώς δεν μπορούν να λυθούν με την μερικότητα μιας συνδικαλιστικής γκρίνιας παρά μόνο με κεντρικό πολιτικό αγώνα, όπως ακριβώς ισχύει και για κάθε άλλο κλάδο εργασίας και για τα δίκαια αιτήματά του.

Καθώς όπως είπαμε η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη αλλά εξαρτημένη των εκάστοτε παραγωγικών σχέσεων, η ΤΝ σε ένα πιο δίκαιο σύστημα, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως δωρεάν και δημόσιο κοινωνικό αγαθό ανοιχτού κώδικα. Όχι ως εργαλείο συμπίεσης κόστους, αλλά απελευθέρωσης χρόνου. Ταυτόχρονα, στους καλλιτέχνες θα παρέχονταν εγγυημένο εισόδημα δίχως πίεση από την κάθε δισκογραφική για προσαρμογή του έργου του στις ανάγκες της αγοράς. Έτσι μόνο να τελείωναν οι διαπληκτισμοί για το αν η τεχνολογία είναι εργαλείο προόδου, καταστολής ή/και μείωσης κόστους εις βάρος ανθρώπων.

Στην τελική, αν η δημιουργία γίνει καθολικά προσβάσιμη, τότε η τέχνη παύει να είναι επάγγελμα-προνόμιο και γίνεται ανθρώπινη ιδιότητα. Τότε το ζήτημα παύει να είναι το «ποιος είναι καλλιτέχνης;»
αλλά «σε τι κοινωνία ζούμε ώστε να μπορεί ο καθένας να δημιουργεί χωρίς φόβο επιβίωσης;».

[1] Μία χρήσιμη προσθήκη που χρειάζεται για να αποφευχθούν οι παρανοήσεις είναι η εξής: Ενώ η αξία ως απαραίτητος χρόνος παραγωγής του κομματιού πράγματι πιέζεται προς τα κάτω λόγω της αυτοματοποίησης, αυτό δεν σημαίνει ότι επηρεάζεται απαραίτητα και η τιμή. Το κεφάλαιο δεν αντλεί τα κέρδη του μέσω της αναπαραγωγής του κομματιού – που συνήθως έχει μηδενικό κόστος -, αλλά μέσω των πνευματικών δικαιωμάτων, του ελέγχου διανομής (οι πλατφόρμες όπως το youtube και το spotify), της συλλογής και πώλησης δεδομένων των χρηστών και των διαφημίσεων. Έτσι, ενώ πράγματι υπάρχει ελαχιστοποίηση του κόστους παραγωγής και αναπαραγωγής, η ισχύς και τα έσοδα μετακινούνται προς εκείνους που ελέγχουν την ορατότητα, τα δικαιώματα και τους αλγόριθμους.

[2] Εδώ βέβαια θέλει μία λεπτή διευκρίνιση για να μην υπάρξουν παρερμηνείες. Το σπάσιμο τεχνικών φραγμών αφορά μόνο την ικανότητα παραγωγής. Καθώς όμως οι πλατφόρμες κατέχονται από ιδιωτικό κεφάλαιο και αλγορίθμους, αυτό σημαίνει ότι μπορεί μεν η παραγωγή να γίνεται πιο εύκολη, η αναγνώριση και η ορατότητα όμως γίνεται πιο δύσκολη λόγω ενός τεράστιου ανταγωνισμού, εάν φυσικά μιλάμε για μουσική ως εμπόρευμα και όχι ως χόμπυ. Μπορεί λοιπόν η ΤΝ να «δημοκρατικοποιήσε» την παραγωγή εώς έναν βαθμό, καθώς όμως αυτή εξαρτάται από συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής η διανομή εξακολουθεί να παραμένει άνιση, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη και το πολύ ρευστό καθεστώς πνευματικών δικαιωμάτων που ισχύει για τραγούδια ΤΝ.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Συνάντηση Τέχνης και Ιατρικής στο SNF Nostos στις 24 Ιουνίου

Εγκαίνια Διεύθυνσης Πληροφορικής-Κυβερνοχώρου στο υπουργείο Άμυνας

Η Κιμίκο Γιοσίντα στην Ύδρα- Δεν θα την ξεχάσεις

Το Ωδείο Θήβας πήρε το όνομα της Χάρις Αλεξίου – Η τραγουδίστρια τραγούδησε για τη μητέρα της

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα