ΑΘΗΝΑ
09:36
|
23.06.2026
Η αποχή είναι ένα φαινόμενο που προέρχεται από την αλλαγή συσχετισμών εντός της πολιτικής σκηνής και η ευθύνη δεν βαραίνει (μόνο) το φοιτητικό κίνημα.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Με τις φοιτητικές εκλογές του 2026 να έχουν ολοκληρωθεί πριν από μερικές ημέρες, τα αποτελέσματα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν αναμενόμενα: η ΠΚΣ πρώτη, η συμμετοχή γύρω στο 7% και η αποχή αυξημένη κατά 0,54% σε σχέση πάλι με το προηγούμενο έτος. 

Οι φετινές εκλογές μάλιστα έλαβαν χώρα σε φορτισμένο κλίμα λόγω της κόντρας μεταξύ ΑΡΑΣ και αναρχίας, με αναρχικές ομάδες να προχωρούν σε επίθεση κατά μελών των ΕΑΑΚ μόλις μία μέρα πριν τις φοιτητικές εκλογές στο ΑΠΘ και στο ΠΑΔΑ, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς υπήρξαν συγκρούσεις μεταξύ μελών των εκάστοτε ομάδων και οργανώσεων, στον απόηχο της επίθεσης της ΑΡΑΣ την 17/11 στην Αθήνα. Βέβαια, αυτή η εξέλιξη δεν φάνηκε να απασχολεί ιδιαίτερα κάποιον – πέραν του κινηματικού μικρόκοσμου, ή τουλάχιστον δεν αποτυπώθηκε εκλογικά εφόσον τα ΕΑΑΚ είχαν μια αμεληταία απώλεια 167 ψήφων σε σύγκριση με το 2025, με τα ποσοστά τους όμως να αυξάνονται κατά 0,29% λόγω χαμηλότερης γενικής συμμετοχής.

Κατά τ’ άλλα η ΠΚΣ πανηγύρισε την πρωτιά, μερικοί βρήκαν αφορμή να επιτεθούν στην ΠΚΣ επειδή «παρά τη διαδοχική πρωτιά της το φοιτητικό κίνημα έχει πάρει τον κατήφορο και η καταστολή αυξάνεται», ενώ άλλοι προβληματίστηκαν «για την ολοένα και αυξανόμενη αποχή». 

Κάτι τέτοιο είναι άκρως κατανοητό. Όταν έχεις λιώσει στις πολιτικές διαδικασίες και σε ένα συλλογικό αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο, είναι λογικό να γίνεσαι σκεπτικός βλέποντας τον κόσμο να στρέφεται στον ατομικισμό, στην μοιρολατρεία και στην απαξίωση διαδικασιών μέσα από τις οποίες μπορεί να εκφραστεί στον χώρο ασχολίας του, εν προκειμένω στο πανεπιστήμιο. Αυτό φυσικά δεν περιορίζεται μόνο στο πανεπιστήμιο. Παρατηρούμε πως παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση δέχεται πλήγματα ποσοστιαίων μειώσεων, σκανδάλων και υπάρχει μια κοινωνική αποστροφή ως προς αυτήν, η τελευταία αδυνατεί να εκφραστεί πολιτικά (εννοώντας συγκροτημένα) και το πολιτικό τοπίο εξακολουθεί να παραμένει κατακερματισμένο. Ανοίγει λοιπόν ένα ερώτημα ως προς το τι συμβαίνει και γιατί – ειδικά στα πανεπιστήμια – η αποχή χτυπά τόσο μεγάλα νούμερα. Θα εξετάσουμε λοιπόν το πως κινήθηκαν οι κάλπες βάσει συμμετοχικότητας από το 2022, όπου στήθηκε η πρώτη μετακόβιντ κάλπη.

Η εκτιμώμενη αποχή ξεπέρασε το 90% και βρίσκεται στο 91,49%. Το επόμενο ακριβώς έτος (2023) η συμμετοχή αυξήθηκε κατά περίπου 7.000 ψήφους και η αποχή έπεσε στο 90,43% επί των συνολικών ψηφισάντων, ενώ το 2024 αυξήθηκε πάλι κατά +1,20% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Όλες αυτές τις χρονιές πανελλαδική πρωτιά είχε η ΠΚΣ, η ΔΑΠ δεύτερη, ενώ το 2022 συγκεκριμένα, η συμμαχία ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ κατόρθωσε να πάρει την τρίτη θέση πανελλαδικώς με 7681 ψήφους. Τον επόμενο ακριβώς χρόνο θα υπάρξει διάσπαση μεταξύ των δύο, ενώ το 2024 έρχεται και το ουσιαστικό τέλος των ΕΑΑΚ μετά την αποχώρηση του ΝΑΡ και τη δημιουργία της Attack. 

Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τα lockdown έπαιξαν ρόλο στην «αποπολιτικοποίηση» ή έστω μη συμμετοχικότητα, γι’ αυτό και τα αποτελέσματα αυτής της περιόδου είναι τέτοια. Πράγματι, τα lockdown ως αντικειμενικός παράγοντας έφεραν απουσία από την πανεπιστημιακή καθημερινότητα και την αλληλεπίδραση με φοιτητές και πολιτική ζωή εντός του πανεπιστημίου. Κανείς δεν αρνείται κάτι τέτοιο. Ίσως μάλιστα, αν πραγματοποιούνταν εκλογές το 2021, στον απόηχο των μεγάλων φοιτητικών κινητοποιήσεων κατά του νόμου 4777 – που συνέπεσαν μαζί με την απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα, ενός καθαρά πολιτικού γεγονότος – να βλέπαμε υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής, οργάνωσης και ενεργού δράσης στις μετέπειτα εξελίξεις. Ή και όχι. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε με σενάρια εναλλακτικής ιστορίας λόγω πολλαπλών παραγόντων που δεν μπορούμε να υπολογίσουμε συνολικά. 

Μαζί με τα lockdown, οι επιθετικές ενέργειες της κυβέρνησης έπαιξαν έναν ρόλο στη δημιουργία ενός ηττοπαθούς κλίματος και η αδυναμία του ίδιου του φοιτητικού κινήματος να απαντήσει το καλλιέργησε περαιτέρω. Ταυτόχρονα, το γενικότερο κλίμα ατομικισμού και εσωστρέφειας που παρατηρείται στην κοινωνία μας, δεν θα μπορούσε να αφήσει και τον φοιτητόκοσμο στην απέξω, οδηγώντας στην απομόνωση των φοιτητών, όχι μόνο από τα σχήματα και την συνδικαλιστική δράση, αλλά και από την ίδια την συλλογικοποίηση εντός του ίδιου του πανεπιστημιακού χώρου. Αυτό δεν το αρνείται κανείς. Το ερώτημα όμως είναι κατά πόσο αυτοί οι δυο αντικειμενικοί παράγοντες ήταν καθοριστικοί. Μια ματιά στα ποσοστά της ακριβώς προηγούμενης πενταετίας (2015-2019) είναι άκρως διαφωτιστική.

Όπως παρατηρούμε, κατά τη διάρκεια αυτής της πενταετίας υπάρχει μια γραμμική ανοδική τάση στα ποσοστά της αποχής, ήδη πολύ πριν τον covid.  Άκρως σημαντική αναφορά το γεγονός ότι οι φοιτητικές εκλογές του 2015 έλαβαν χώρα 2 μήνες πριν το δημοψήφισμα και με το κλίμα έντονα πολωμένο, κάτι που ίσως έκανε κάποιον να θεωρήσει ότι τα ποσοστά συμμετοχής στις φοιτητικές εκλογές – δεδομένου της έντονης αντιμνημονιακής ρητορικής, ιδιαίτερα εντός του νέου κόσμου – θα ήταν αρκετά μεγαλύτερα. Παρ’ όλα αυτά όμως εντοπίζουμε ότι ακόμα και τότε η αποχή εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά υψηλή – αν και αρκετά χαμηλότερη αυτής των επομένων ετών, οπότε και δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τις φοιτητικές εκλογές του 2015 ως αντανάκλαση των κινητοποιήσεων για το δημοψήφισμα εντός της μνημονιακής πόλωσης. Άλλωστε η πολιτική δράση εντός των πανεπιστημίων δεν εξαντλείται στις φοιτητικές εκλογές, ακόμα και αν οι τελευταίες είναι ένα σημαντικό μέρος αυτής. Σημειωτέον επίσης ότι όλα αυτά τα χρόνια η πανελλαδική πρωτιά πήγαινε στην ΔΑΠ και μόνο μετά τα lockdown η ΠΚΣ κατάφερε να ανατρέψει το σκηνικό. 

‘Ηδη λοιπόν μια δεκαετία πίσω, η εικόνα των φοιτητικών εκλογών παρουσιάζει χαμηλή συμμετοχικότητα – όχι και πάρα πολύ διαφορετική από την σημερινή – και παρά το γεγονός ότι υπήρχε ένα ενεργό φοιτητικό κίνημα, ένας καλύτερος συσχετισμός δυνάμεων και ένα απαραβίαστο άσυλο. Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρη εάν δούμε τι συμβαίνει με την αποχή ακόμα περισσότερα χρόνια πίσω.

Για πηγές χρησιμοποίησα τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ περί εγγεγραμμένων φοιτητών και τα νούμερα που δώσανε νΚΑ και ΕΑΑΚ περί των ψηφισάντων. Σημείωση ότι τα ποσοστά μεταξύ 2000 και 2002 είναι ενδεικτικά, καθώς δεν έχουμε συνολικό αριθμό εγεγγραμμένων φοιτητών και το ίδιο ισχύει και για 2025-26, οπότε κινήθηκα κατά προσέγγιση και βάσει των αριθμών των προηγούμενων ή επόμενων ετών

Το γράφημα είναι αποκαλυπτικό όσον αφορά τα ποσοστά αποχής: ακόμα και κατά τις περιόδους υψηλής συμμετοχικότητας, αυτή δεν ξεπερνούσε το 34%. Μάλιστα, ενδιαφέρον παρουσιάζει το 2003, το έτος που οι ΗΠΑ εισέβαλαν στο Ιράκ και οι διαδηλώσεις κατέκλυσαν όλη την Ελλάδα, με το φοιτητικό κίνημα και τις οργανώσεις του να αναλαμβάνουν σημαντικό ρόλο σε κάθε κινητοποίηση, λίγα χρόνια έπειτα είχαμε τις μεγάλες κινητοποιήσεις κατά του άρθρου 16, ενώ η συγκεκριμένη τετραετία θεωρείται (ανεπίσημα) ως η χρυσή περίοδος των ΕΑΑΚ, με την μετατροπή των πρώην συσπειρώσεων σε ισχυρές δυνάμεις εντός των ΑΕΙ και σημαντικό παράγοντα πολιτικοποίησης για εκατοντάδες ανθρώπους που πέρασαν, ακόμα και αν αυτή η πολιτικοποίηση ερχόταν με την μορφή του φοιτητικού συνδικαλισμού. Πέραν αυτών, ενώ το 2004 παρατηρείται μία άνοδος της αποχής, το επόμενο ακριβώς έτος πάλι πέφτει, επιστρέφοντας στα κανονικά της – για την περίοδο – επίπεδα, πριν εκτοξευτεί για τα καλά το 2009, μόλις ένα εξάμηνο μετά τον Δεκέμβρη του ‘08 και παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση της ΝΔ ήταν αποδυναμωμένη και το κίνημα πολυάριθμο, τόσο λόγω Δεκέμβρη ‘08, όσο και λόγω προηγούμενων κινητοποιήσεων για την πληθώρα σκανδάλων (από τον Ζαχόπουλο μέχρι το Βατοπαίδι). Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητο ότι θα ενισχύσει τις φοιτητικές εκλογές ακόμα και αν έχει ενισχύσει το κίνημα, καθώς κατά τον Δεκέμβρη του ‘08 πρωταγωνίστησε η αναρχία πράγμα που σημαίνει ότι όσοι φοιτητές πολιτικοποιήθηκαν (ή και οργανώθηκαν) εκείνη την περίοδο, κατά συντριπτική πλειοψηφία δεν ψήφισαν λόγω συνειδητής αποχής.

Επιπλέον, μάλλον θα έπρεπε να τροποποιήσω το σχόλιο που έκανα προηγουμένως για το 2015, καθώς πράγματι η αποχή μειώθηκε σε σύγκριση με το 2014, πριν φυσικά ξαναεκτοξευτεί. Πράγματι το δημοψήφισμα έπαιξε ρόλο ως αντικειμενικός παράγοντας στην αύξηση της συμμετοχής, όμως ο ενεργός ρόλος των οργανώσεων που έφεραν την μνημονιακή πόλωση εντός των πανεπιστημίων ήταν το καθοριστικό σημείο αυτής της παροδικής καμπής στην γραμμική ανοδική τάση που περιγράψαμε. Καθώς τα μνημόνια ήταν το κεντρικό πολιτικό ζήτημα της εποχής και η ανώτατη έκφραση της ταξικής πάλης, η μεταφορά τους εντός των πανεπιστημίων και η ζύμωση γύρω από το ζήτημα ενίσχυσε οργανώσεις και αντίστοιχα έφερε αύξηση της συμμετοχικότητας για διάφορους λόγους, ένας εκ των οποίων ήταν σίγουρα το φιλοαριστερό αντιμνημονιακό κλίμα.

Όσο όμως προχωράμε χρονικά, τόσο βλέπουμε ότι η αποχή ανεβαίνει, έστω και αν αυτή η άνοδος έρχεται με σκαμπανεβάσματα. Υπάρχουν πολλοί λόγοι – τόσο εξωγενείς, όσο και ενδογενείς – που θα μας βοηθούσαν να κατανοήσουμε αυτό το φαινόμενο και ήδη ανέφερα ορισμένους και πιο συγκεκριμένα, κάποια κεντρικά γεγονότα τα οποία έπαιξαν σημαντικό ρόλο είτε στην αύξηση, είτε στην μείωση της συμμετοχικότητας. Παρ’ όλα αυτά όμως και για να έχουμε πλήρη εικόνα περί τίνος μιλάμε, όταν γίνεται αναφορά σε τάσεις συμμετοχικότητας, οφείλουμε να μην ξεχνάμε το πώς ακριβώς αναπτύχθηκε το φοιτητικό κίνημα όπως το γνωρίσαμε και γνωρίζουμε. Ήταν εκείνο το ρεύμα όπου μετά την Χούντα πάλεψε για ένα πιο δημοκρατικό πανεπιστήμιο, πρώτα με της καταλήψεις κατά του νόμου 815 (1979) και ύστερα – με τη θέσπιση του ν. 1286/82 – με την ίδια του την συμμετοχή στα συλλογικά όργανα των πανεπιστημίων. Ήταν η αριστερά της εποχής που με μια μεγάλη κοινωνική αποδοχή κατόρθωσε να εκδημοκρατίσει το πανεπιστήμιο και να δώσει στους φοιτητές το δικαίωμα εκπροσώπησης και συμμετοχής στις διοικητικές αποφάσεις των σχολών.

Όπως και γενικότερα στην κοινωνία, έτσι και στον φοιτητικό κόσμο ένα τέτοιο φαινόμενο έχει να κάνει με οτιδήποτε άλλο παρά με γενιές ή επίπεδο μόρφωσης, όπως αρέσκονται να γράφουν κάποιοι. Ήταν τέτοιος ο συσχετισμός δύναμης, με ένα αντίστοιχα ισχυρό κοινωνικό ρεύμα να τον σιγοντάρει, ώστε προχώρησε στην ενεργή πολιτικοποιήσει της ίδιας της κοινωνίας. Όταν όμως ο συσχετισμός ανατράπηκε για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την πτώση της ΕΣΣΔ και την ηττοπάθεια που καλλιέργησε στην αριστερά, την νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση των 90’s και την κεντρώα στροφή του ΠΑΣΟΚ επί Σημίτη που αποξένωσε τους πιο αριστερούς υποστηρικτές του, τότε και οι συνέπειες άρχισαν να φαίνονται και εντός του φοιτητικού κόσμου. Η ύστερη ακμή αυτού του μεταπολιτευτικού φαινομένου ήταν οι μεγάλες κινητοποιήσεις του 2006-7, ενώ με τον κατακερματισμό του ΠΑΣΟΚ και δίχως να υπάρχει κάποια αντίστοιχη δύναμη να πάρει την θέση του – η άνοδος ΣΥΡΙΖΑ ήταν πρόσκαιρη και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επένδυσε τόσο πολύ στα πανεπιστήμια, ούτε όμως και μπορούσε, ενώ η ΠΚΣ δεν είχε το αντίστοιχο ρεύμα για κάτι τέτοιο -, ο φοιτητικός κόσμος αφέθηκε στη μοίρα του. 

Κάθε μάχη έχει αρχή μέση και τέλος, δηλαδή μια συγκεκριμένη χρονική διάρκεια. Αντίστοιχα, το αποτέλεσμά της διαμορφώνει έναν – ίσως – νέο συσχετισμό ο οποίος συνήθως κρατά πολύ περισσότερο από αυτήν. Η ήττα στον εμφύλιο έφερε το μετεμφυλιακό κράτος, το ιδιώνυμο και τις εξορίες, αλλά η ανατροπή της χούντας έφερε την μεταπολίτευση και την εισροή των μαζών στην αριστερά. Αντίστοιχα, ο Δεκέμβρης του ‘08 έφερε μια νέα γενιά αναρχικών στο προσκήνιο και πληθώρα καταλήψεων, ενώ η ήττα του ‘15 έφερε τον Μητσοτάκη και – δεδομένων και των εξωτερικών παραγόντων – το τέλος της Μεταπολίτευσης.

Οπότε το ερώτημα που θα έπρεπε να τεθεί δεν είναι το τι παραπάνω μπορούν να κάνουν οι φοιτητές για να ανατρέψουν το φαινόμενο της αυξανόμενης αποχής στα πανεπιστήμια, αλλά το τι θα πρέπει η ίδια η αριστερά να κάνει, προκειμένου να αλλάξει ξανά τον συσχετισμό προς όφελός της και αυτή την φορά να τον εκμεταλλευτεί σωστά για να μην υπάρξει πάλι η επανάληψη της ίδιας ιστορίας. 

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Πολιτιστικό τριήμερο «Ημέρες του Βιετνάμ στην Ελλάδα» στο Πάρκο Ελευθερίας

Ο Κιμ Γιονγκ Ουν ανακοίνωσε επέκταση του πυρηνικού οπλοστασίου λόγω των απειλών ΗΠΑ-Νότιας Κορέας

Κλειστοί δρόμοι σήμερα σε Αθήνα και Καλλιθέα λόγω αγώνα δρόμου

Συνάντηση Τέχνης και Ιατρικής στο SNF Nostos στις 24 Ιουνίου

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα