Θυμόμαστε όλοι πως προτού αναλάβει την προεδρία, όλες οι αναλύσεις μιλούσαν για την πολιτική προστατευτισμού και τον αμυντικό εθνικισμό, που αναμενόταν ότι θα ακολουθούσε ο Ντόναλντ Τραμπ. Εν τούτοις, οι υποθέσεις εκείνες, που εν πολλοίς στηρίζονταν στα όπως διαφορετικά δεδομένα της πρώτης θητείας του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, διαψεύσθηκαν.
Απεναντίας, διαπιστώσαμε πως ο ιδιόρρυθμος ηγέτης έχει επιδοθεί σε μια επιθετική πολιτική, ανάλογη της θεωρίας του «Μεγάλου Χώρου» (Grossraum), που είχε διατυπώσει ο νομικός θεωρητικός του Ναζισμού Καρλ Σμιτ (Carl Schmitt) το 1939, για να αιτιολογήσει θεσμικά κι ηθικά την κατακτητική πολιτική του Χίτλερ.

Είναι γεγονός πως η πολιτική πορεία του Τραμπ δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς μέσω της παραδοσιακής φιλελεύθερης πολιτικής επιστήμης. Αντιθέτως, η συνεχόμενη αδιαφορία του για κάθε έννοια δικαίου -είτε διεθνούς, είτε εγχώριου- φαίνεται να ενσαρκώνει την αρχή του Χομπς, που τόσο ασμενώς είχε ασπασθεί και ο Σμιτ (ο οποίος άλλωστε είχε αναλύσει και τον «Λεβιάθαν» του Άγγλου πατέρα της πολιτικής επιστήμης): ‘Auctoritas, non veritas facit legem’ (Η αυθεντία, όχι η αλήθεια, φτιάχνει τον νόμο). Για τον Τραμπ, η πολιτική δεν είναι διάλογος, αλλά η άσκηση της ωμής δύναμης υπό την προοπτική της επιβολής.
Ο Μεγάλος Χώρος (στρατιωτικός κι επιχειρηματικός) που ονειρεύεται ο Τραμπ
Ο διψαλέος για δόξα και χρήμα, που ευελπιστούσε πως θα καταφέρει τους σκοπούς του με τις πλάτες των «άλλων», στρατού, συμμάχων, εμπορίου κλπ, Τραμπ, στη δεύτερη ευκαιρία του άρδην μετατοπίστηκε από τον «αμυντικό εθνικισμό» (America First) της πρώτης του θητείας, προς αυτό που ο Σμιτ περιέγραφε ως έννοια του «Μεγάλου Χώρου». Η σύλληψη του Σμιτ αφορά την ιδέα ότι μια ηγεμονική δύναμη να πορεία ( κι έχει μέσω της ισχύος το δικαίωμα) να ασκεί κυριαρχία πάνω σε μια ευρεία γεωγραφική περιοχή, αποκλείοντας την παρέμβαση εξωτερικών δυνάμεων.
Η σύμπτωση της θεωρητικής γραμμής του Σμιτ, που διατυπώθηκε σύμφωνα με τις επεκτατικές κινήσεις του Χίτλερ προς την αδύναμη ανατολική πλευρά της Ευρώπης, τον «ζωτικό του χώρο», με τις επιθετικές τάσεις του Τραμπ, ιδίως σε μικρότερες χώρες της ζώνης του, είναι αφοπλιστική.

Η επιθυμία του να προσαρτήσει τη Γροιλανδία, οι απειλές για πόλεμο κατά του Μεξικού, της Κούβας και της Κολομβίας, καθώς και η προσπάθεια ανατροπής της ηγεσίας στη Βενεζουέλα, δεν ήταν μεμονωμένα περιστατικά. Αποτελούσαν μέρος ενός σχεδίου για τη μετατροπή της αμερικανικής ηπείρου σε έναν ενιαίο «Μεγάλο Χώρο» υπό την απόλυτη καθοδήγηση της Ουάσιγκτον. Όπως ακριβώς σχεδόν έναν αιώνα πριν ο Χίτλερ οραματιζόταν να οικοδομήσει μια Μεγάλη Γερμανία, που θα έβαζε στο χέρι λαούς και πλουτοπαραγωγικές πηγές για την δόξα του Τρίτου Ράιχ, εξουδετερώνοντας εθνότητες και θρησκείες που βδελυσσόταν. Κάτι που αναφανδόν επαναλαμβάνει κι ο Τραμπ με τις κυνικές και ρατσιστικές αναφορές του και την ωμή επίκληση του αφανισμού σε όσους δεν υποκύπτουν ή σε λαούς, θρησκείες και πολιτισμούς που, αν ιστορικά, θεωρεί υποδεέστερους της «πολιτισμένης» αμερικανικής υπερδύναμης.
Μοιάζει η πολιτική του Τραμπ, που ουσιαστικά ριζοσπαστικοποιεί στην εσχατιά της την καθεστηκυία εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ για παγκόσμια κυριαρχία, ως μία ανταπόδοση της ευγνωμοσύνης που έτρεφε η χιτλερική Γερμανία, τόσο στο δόγμα Μονρόε -που δικαιολογούσε απόλυτα την επεκτατική της πολιτική-, αλλά και στους φυλετικούς νόμους ενάντια στους μαύρους στις νότιες Αμερικανικές Πολιτείες, που «ξεπατίκωσε» (στέλνοντας και νομομαθείς για να τους μελετήσουν) για να καταδιώξει τους Εβραίους.
Γη και Αέρας: Η μεταπολεμική γεωπολιτική του Καρλ Σμιτ
Αλλά ο Τραμπ μοιάζει να ακολουθεί τις κατευθυντήριες που ο Καρλ Σμιτ, περιέγραφε και στα μεταπολεμικά του γραπτά. Βέβαια, τότε ο οξυδερκής Σμιτ, αντιλαμβανόταν τον ηγεμονικό ρόλο που αναλάμβανε στον Δυτικό Κόσμο η Αμερική και τη βαθμιαία στρατηγική υποχώρηση της Ευρώπης. Όχι μόνον ως ιμπεριαλιστικό πόλο παγκόσμιας επιρροής (άλλωστε φυλλορροούσαν η Βρετανική κι η Γαλλική Αυτοκρατορία). Ακόμη και μη έχοντας σαφείς ενδείξεις για το πόσο η τεχνολογία θα προσέφερε τόσες καταστροφικές δυνατότητες στην πολεμική δύναμη, ο Σμιτ διέβλεπε πως παγκόσμια υπερδύναμη θα γίνει εκείνος που θα ελέγχει τα μόνα «ανοιχτά πεδία», εκείνα που δεν εμποδίζονται από τα νομικά, διεθνή και φυσικά και συχνά αδιάβατα, σύνορα: τον αέρα πρωτίστως (και με τα μετέπειτα άλματα και το διάστημα) και τη θάλασσα.
Ο Σμιτ ανέλυσε τη θεμελιακή σύγκρουση ανάμεσα στις «δυνάμεις της γης» (σταθερότητα, νόμος, σύνορα) και τις «δυνάμεις της θάλασσας και του αέρα» (ρευστότητα, τεχνολογία, παγκοσμιοποίηση). Στις δυνάμεις της γης, ο Σμιτ συμπεριέλαβε και τους αντάρτες, στη γνωστή του ανάλυση για τους guerilleros, η οποία μπορεί να προεκταθεί όχι μόνο στις ομάδες που ένοπλα προασπίζονται το έδαφος τους, αλλά και σε ολόκληρα κράτη: το Ιράν, ο Καναδάς, η Κούβα, είναι «ανταρτικά» κράτη που πασχίζουν να διατηρήσουν το έδαφος τους απέναντι στη δύναμη και την υπέροχη του κατακτητή ή του επίδοξου εισβολέα.
Ο Τραμπ, παραδόξως, προσπάθησε να συνδυάσει στο νέο δόγμα του για την Αμερική και τις δύο πτυχές της κυριαρχίας: και στη Γη και στα ανοιχτά σύνορα, θάλασσα κι αέρα. Στη γη, η εμμονή του με το «Τείχος» στο Μεξικό και τα ευρύτερα ζωτικά σύνορα ( δόγμα Donroe) ανταποκρίνεται στην ανάγκη του Σμιτ για έναν Νόμο της Γης (Nomos der Erde) -μια σαφή οριοθέτηση του χώρου, όχι μόνο για την ασφάλεια η τη διεκδίκηση της επέκτασης, αλλά και για τον συμπυκνωτικό χαρακτήρα ενός έθνους με βάση τα (διευρύνουμε να πάντα) σύνορα του.
Όσο για τον αέρα, σήμερα η χρήση του Twitter (X) και της ψηφιακής προπαγάνδας ( ας δούμε τα ψεύδη γύρω από την επέμβαση στη Βενεζουέλα και την επιδρομή στο Ιράν) αποτελεί την απόλυτη κυριαρχία σε τούτο το στοιχείο. Ο Τραμπ χρησιμοποίησε την άυλη δύναμη της πληροφορίας για να επιβάλει την υλικότητα της εξουσίας του. Αλλά και στην υλική διάσταση της κυριαρχίας στον αέρα, ας δούμε την καυχησιολογία του Τραμπ για την εναέρια υπεροπλία των ΗΠΑ στη σύρραξη με το Ιράν («ελέγχουμε πλήρως τον εναέριο χώρο», «θα το ισοπεδώσουμε», «θα γυρίσει στη λίθινη εποχή» κλπ.)
Ωστόσο, αυτή η σύνθεση, όπως είχε συμβεί και με τον πολιτικό προϊστάμενο του Σμιτ και στην περίπτωση του Τραμπ απέτυχε. Η προσπάθεια να επιβληθεί ένας παλαιομοδίτικος εδαφικός έλεγχος (Γροιλανδία) σε μια εποχή ρευστής ισχύος δημιούργησε γεωπολιτικές ασυνέχειες και η επιδρομή στο Ιράν συσπείρωσε εναντίον του ακόμη και παραδοσιακούς του συμμάχους.
Ο Τραμπ παγιδευμένος στο τρίλημμα του Μινχάουζεν
Το τέλμα στην επιχείρηση του Ιράν και η ολοκληρωτική αποτυχία του Τραμπ να ανατρέχει την ηγεσία της χώρας, κατέδειξε τη νεότερη αστοχία της κρίσης του. Η οποία άλλωστε δε βασίζεται σε κάποια ορθολογική θεμελίωση, αλλά σε μια εγωπαθή αντίληψη της πραγματικότητας και την αστήρικτη πεποίθηση πως αρκεί η στρατιωτική ισχύς για να επιβάλεις τα σχέδια σου στους άλλους. Και μάλιστα με ένα τελεσίγραφο, αναμένοντας πλήρη παράδοση.

Τούτη η αποτυχία μιας ορθολογικής θεμελίωσης των πράξεών του, επικυρώνει για άλλη μια φορά τη συνήθη φρεναπάτη στην οποία πέφτουν αστόχαστοι πολιτικοί κι εκφράζεται ακριβώς με το «Τρίλημμα του Μινχάουζεν» (ή Τρίλημμα του Αγρίππα). Αυτό που ξεκινώντας από μια γνωσιολογική βάση κι επεκτείνει την περίμετρο του και στην πολιτική ιδίως, μιας κι έχει να κάνει με κριτήρια που σταθμίζουν την πραγματικότητα κι ορθοτομούν τα δεδομένα και τις κρισεις. Το θεώρημα υποστηρίζει ότι είναι αδύνατο να αποδειχθεί οποιαδήποτε αλήθεια, καθώς κάθε απόδειξη χαρακτηρίζεται κι οδηγεί σε:
- μια «Άπειρη αναδρομή» (κάθε επιχείρημα χρειάζεται ένα άλλο).
- σε ένα διαρκή «Φαύλο κύκλο» (το συμπέρασμα χρησιμοποιείται ως προκείμενη) και κυρίως σε μια «Δογματική διακοπή» (σταματάμε αυθαίρετα σε ένα «αξίωμα»).
Σε όλη την πορεία του πολιτεύεται (;) του ο Τραμπ κατά κόρον επιλέγει τον δογματισμό, της διεστραμμένης (κυριολεκτικά και όχι στρεβλής) αντίληψης που έχει για την πραγματικότητα, την ηθική, την εξουσία, την πολιτική, τα δικαιώματα. Η πολιτική του δεν βασίστηκε σε ορθολογικά δεδομένα αλλά στο δικό του ‘I say so’. Όταν όμως οι αποφάσεις του (όπως οι δασμοί ή οι απειλές εισβολής) ήρθαν αντιμέτωπες με την πραγματικότητα, το οικοδόμημα κατέρρευσε. Χωρίς λογική θεμελίωση, η «αυθεντία» του αποδείχθηκε μια αυθαίρετη επιλογή που δεν μπορούσε να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα.
Στην περίπτωση του Ιράν, ο Τραμπ δεν κατέφυγε μόνο στο ψέμα (για άλλη μια φορά η πυρηνικές δυνατότητες της Τεχεράνης, που μπορεί να πλήξει τις ΗΠΑ, το κράτος τρομοκράτης που εξάγει βία, που καταπατά τα δικαιώματα του λαού του), αλλά και το χρησιμοποίησε ως επιχείρημα για να στηρίξει τη βασική αφορμή της επίθεσης, τον σφετερισμό του ιρανικού πετρελαίου, τη μείωση της κινεζικής επιρροής, την κάλυψη του επεκτατισμού του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. Μια Αέναη Αναδρομή των ίδιων επιχειρημάτων για να στηρίξουν νέους στόχους. Μόνο που η αήθης και μονομερής ενέργεια των ΗΠΑ-Ισραήλ κι η αποτυχία να εξουδετερώσουν δια μιας την ιρανική αντίδραση, απονομιμοποίησε τα επιχειρήματα και κατέστησε την Ανάδρομη τούτη κενή. Πράγμα που οδηγεί τον Τραμπ στη δεύτερη αντηρίδα της θεωρίας, να είναι μπλεγμένος σε έναν διαρκή Φαύλο Κύκλο, όπου η αυτοπαγίδευση δικαιολογείται διαρκώς ως τιμωρία του αντιπάλου και η περαιτέρω εμπλοκή και μάλιστα με μεγάλα οικονομικά επίχειρα ως νίκη.
Η Ισορροπία του Νας και το γεωπολιτικό αδιέξοδο
Στη στρατηγική του πολέμου, όπως έχει αναβιώσει απόλυτα με την επικαιροποίηση των θεωριών του Κλάουζεβιτς, η «οσμή της αλήθειας», δηλ. μέσα στην «ομίχλη» του απρόβλεπτου πολέμου o υπολογισμός των κινήσεων του αντιπάλου, είναι εξαιρετικά σημαντική παράμετρος. Γιατί η πρόβλεψη κι η κατανόηση όλων των κινήσεων του αντιπάλου θα ελαχιστοποιεί την καταστροφική «τριβή», που αποτελεί ένα αξεπέραστο εμπόδιο στην εφαρμογή των στρατιωτικών σχεδίων, αφήνοντας να εμφιλοχωρήσει η περίπλοκη και μεταβλητή πραγματικότητα, ανατρέποντας τον αιφνιδιασμό και την οσο λιγότερο επιβλαβή σε συνέπειες επιτυχία.
Ο Τραμπ, ως υπερφίαλος που είναι, αλλά κι ως κάποιο σημείο κι η στρατιωτική ηγεσία των ΗΠΑ, πιστεύοντας ότι ελέγχει κάθε λεπτομέρεια στο γεωστρατηγικό και στρατιωτικό παιχνίδι, εμπιστεύθηκε την πεποίθηση του ότι δε χρειάζεται να μεταβάλλει ούτε σπιθαμή τον σχεδιασμό του εναντίον του Ιράν. Εκπέμποντας το τελεσίγραφο του, θεώρησε πως η καλοκουρδισμένη και πάνοπλη πολεμική μηχανή των ΗΠΑ και του Ισραήλ επαρκεί για να κάμψει άπαξ και διαπαντός την ιρανική άμυνα. Διέπραξε ένα σημαντικό σφάλμα στη θεωρία των παιγνίων, σκεπτόμενος μόνο επιχειρηματικά κι όχι και στρατιωτικά, διαταράσσοντας τη γνωστή Ισορροπία του Νας.
Στη θεωρία παιγνίων, η ισορροπία του Νας εμφανίζεται όταν κανένας παίκτης δεν έχει κίνητρο να αλλάξει τη στρατηγική του, δεδομένων των επιλογών των άλλων.
Και στην περίπτωση του Ιράν, ο Τραμπ πίστεψε ότι θα λειτουργήσει η κατ’ αυτόν επιτυχής προσπάθεια να διαταράξει όλες τις υπάρχουσες ισορροπίες (ΝΑΤΟ, Κίνα, NAFTA), νομίζοντας ότι ως «κυρίαρχος» (Sovereign) μπορούσε να επιβάλει νέους κανόνες. Το σφάλμα του; Υπέθεσε ότι κι οι άλλοι παίκτες θα παρέμεναν στατικοί. Το αποτέλεσμα όμως εν γένει τον διέψευσε: Μετά τη μονομερη επίθεση τόσο η Κίνα, όσο και η «τιμωρημένη» και ταπεινωμένη από τις τραμπικες αποφάσεις και δασμούς Ευρώπη, προσάρμοσαν τις στρατηγικές τους, οδηγώντας σε διεθνή απομόνωση τις ΗΠΑ. Στο «παίγνιο» του Μεγάλου Χώρου, ο Τραμπ δεν κατάφερε να φτάσει σε μια νέα ισορροπία που να ευνοεί τις ΗΠΑ· αντίθετα, δημιούργησε μια κατάσταση ‘lose-lose’, όπου η αμερικανική ηγεμονία αμφισβητήθηκε περισσότερο από ποτέ.
Σήμερα, ο Τραμπ σύρεται ουσιαστικά σε διαπραγματεύσεις με το Ιράν, αντί ως άλλος Βρέννος να θέτει το ξίφος του στην πλάστιγγα των λύτρων αναράζοντας vae victis. Όσο κι εάν αλυχτά για ισοπεδωτικά κτυπήματα, όσο κι εάν πασχίζει να παρουσιάσει ως θρίαμβο την επαναλειτουργία (;) των Στενών του Ορμούζ, που ήταν… ορθάνοικτα προτού ξεκινήσει τις επιδρομές, κανένας -πολύ περισσότερο οι Αμερικανοί, οι οποίοι δεν πρόκειται τουλάχιστον για φέτος να δουν την τιμή της βενζίνης να επανέρχεται στα 3 δολάρια/γαλόνι κι αντιμετωπίζουν αύξηση του πληθωρισμού- δεν γνωρίζει τι ακριβώς έχει επιτύχει ο Τραμπ με το κτύπημα στο Ιράν. Ούτε η κυβέρνηση του Ιράν λύγισε, απεναντίας ο λαός συσπειρώθηκε γύρω της (ακόμη κι οι Εβραίοι του Ιράν, των οποίων η Συναγωγή βομβαρδίσθηκε από τους… Ισραηλινούς), αλλά ούτε κι η πρόφαση της καταστροφής του πυρηνικού του προγράμματος μπορεί πια να στέκει. Και πολύ περισσότερο διαψεύδονται οι αιτιάσεις του για επέμβαση επειδή στο Ιράν καταπατώνται τα ανθρώπινα δικαιώματα, όταν ο ίδιος ανακοινώνει πως θα διαπράξει εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, πλήττοντας πολιτικούς στόχους κι υποδομές (γέφυρες, σταθμούς ηλεκτρικής ενέργειας κλπ).

Η απόπειρα του Τραμπ να επικαιροποιήσει το μοντέλο του Grossraum μέσα από μια επιθετική επέκταση και μιας ωμής διεκδίκησης να παραδώσουν όλοι στην υπέροχη του, προσέκρουσε όπως συμβαίνει πάντα στους νόμους της πολυπλοκότητας. Ο Τραμπ λειτούργησε ως ένας «Σμιτιανός» που ξέχασε ότι στον σύγχρονο κόσμο, η ισχύς δεν πηγάζει μόνο από την κατοχή της γης, αλλά από την ικανότητα διατήρησης σταθερών συστημάτων ισορροπίας. Η αποτυχία του δεν ήταν μόνο πολιτική, αλλά βαθιά φιλοσοφική: προσπάθησε να επιβάλει έναν γραμμικό «νόμο της γης» σε έναν κόσμο που, όμως λειτουργεί με την κβαντική λογική της Ισορροπίας του Nας και την αβεβαιότητα του Τριλήμματος του Μινχάουζεν.
