Μία «δραστική αδιαθεσία» (malore attivo): να ποια ήταν η αιτία του θανάτου του αναρχικού Πίνο Πινέλι, ο οποίος το βράδυ της 15 Δεκεμβρίου 1969, τρεις ημέρες μετά την πολύνεκρη νεοφασιστική επίθεση στην Αγροτική Τράπεζα στην Πιάτσα Φοντάνα στο Μιλάνο, βρέθηκε νεκρός στην αυλή της Γενικής Ασφάλειας της πόλης. Μία «αδιαθεσία» που τον έσπρωξε να πέσει από το παράθυρο του τετάρτου ορόφου κατά τη διάρκεια της ανάκρισής του. Αυτό ανέφερε το αρχικό πόρισμα της αστυνομίας τότε, αλλά και το πόρισμα του μιλανέζου δικαστή Ντ’ Αμπρόζιο που το 1975 έκλεισε οριστικά τον φάκελο των ερευνών για τις συνθήκες του θανάτου του.
Μόνο που η συντονισμένη εκστρατεία της αστυνομίας, των μυστικών υπηρεσιών (ιδίως του διαβόητου Γραφείου Απορρήτων Υποθέσεων του υπουργείου Εσωτερικών) και της δικαιοσύνης (με επικεφαλής τον διοικητή Μαρτσέλο Γκουΐντα -«οδηγός» στα ιταλικά) να αποπροσανατολίσουν τις ευθύνες για τον θάνατο του Πινέλι, ακριβώς όπως προσπάθησαν να αποπροσανατολίσουν τις έρευνες για την επίθεση, έπεσαν στο κενό. Γιατί, οι αδιαφανείς συνθήκες του θανάτου του Πινέλι, όπως και ο τρόπος εκτέλεσης της επίθεσης στην Πιάτσα Φοντάνα, έδειχναν πως όλα ήσαν προσχεδιασμένα και εκτελεσμένα από πρόθυμους συνεργούς της κρατικής μηχανής.

Ακόμη κι ο συγχρονισμένος τρόπος για τις συλλήψεις αναρχικών, αλλά και της ασυνήθιστης προπέτειας να αποδοθεί στους κύκλους αυτούς η ευθύνη και να υποδειχθούν αμέσως οι ένοχοι (ο Πίνο Πινέλι και ο «χορευτής» Πιέτρο Βαλπρέντα) από τον Τύπο, υποδήλωνε πως οι μηχανισμοί του Βαθέως Κράτους είχαν από καιρό σχεδιάσει την επιχείρηση αυτή. Για τούτο και στη συνέντευξη Τύπου του αναρχικού κύκλου Γκιζόλφα στις 17 Δεκεμβρίου ακούσθηκε η έκφραση που έμελλε να χαρακτηρίζει στο εξής την ανοικτήρμονα τούτη επίθεση: «Κρατική σφαγή» (Strage di Stato).
Και πραγματικά το κράτος σχεδίαζε από καιρό τη στρατηγική αποσταθεροποίησης. Κάτω από την πίεση του «Θερμού Φθινοπώρου» των απεργιών και των διεκδικήσεων των εργατών και της κοινωνίας, του αγώνα για τα δικαιώματα των φοιτητών, των γυναικών, των ξωμάχων, των ανέργων, των καταλήψεων, η κρατική μηχανή αισθανόταν πως έχανε τον έλεγχο της κοινωνίας. Για τούτο ήταν αναγκαίο για τους μηχανισμούς να εκτραπεί τούτη η κοινωνική οργή σε φόβο ή ακόμη καλλίτερα σε εσωτερικό ταξικό πόλεμο. Να σπάσει η κοινωνική αλληλεγγύη που δημιουργείται σε συνθήκες ταξικού και πολιτικού αγώνα. Άλλωστε τα σχέδια για την δημιουργία μίας «Στρατηγικής της Έντασης» ήσαν από καιρό συγκροτημένα από τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες, το Γραφείο Απορρήτων Υποθέσεων του Ουμπέρτο Ντ’ Αμάτο, τους αντικομμουνιστές μασόνους της Ρ2 του Λίτσιο Τζέλι και οι φυσικοί αυτουργοί των στυγερών τους προθέσεων, οι Νεοφασίστες, ήσαν πάντοτε έτοιμοι, εξοπλισμένοι κι εκπαιδευμένοι, από όλους τους παραπάνω. Και πριν την τελική πράξη (Πιάτσα Φοντάνα) υπήρξαν διάφορες δοκιμές: οι «προπαρασκευαστικές» βόμβες στο περίπτερο της FIAT στην Φιέρα του Μιλάνου, οι βόμβες της 9ης Αυγούστου με τους 12 τραυματίες. Για όλες, όπως συνέβη και στην Πιάτσα Φοντάνα, οι μηχανισμοί απέδωσαν την ευθύνη στους αναρχικούς.
Γιατί όμως, ενώ ο κύριος στόχος ήταν να σπάσει το ενωμένο μέτωπο της κοινωνίας, που διεκδικούσε και αγωνιζότανε για συλλογικές συμβάσεις, μισθούς, κατοικία, αξιοπρεπή ζωή, να στραφούν τα βέλη στους αναρχικούς; Μα γιατί οι αναρχικοί είναι ο πιο αδύναμος κρίκος της Αριστεράς: η οργάνωσή τους δεν έχει μία κεντρική δομή, έχει πολλές θεωρητικές τάσεις και διαφορετικούς τρόπους δράσης. Δεν έχουν διασυνδέσεις με συναφείς χώρους, είναι πολιτικά απομονωμένοι, δεν έχουν προστασία από τους άλλους αριστερούς. Είναι εύκολο και λόγω ιστορικής παράδοσης να τους αποδοθεί η όποια ανατρεπτική δραστηριότητα. Κι εκεί βρίσκεται και ο κυριότερος παράγοντας που κάνει τους αναρχικούς την πιο εύκολη λεία στην στρατηγική της αποσταιθεροποίησης και συκοφάντησης των κοινωνικών διεκδικήσεων. Για την κοινή γνώμη, τον μέσο Ιταλό, οι αναρχικοί «εμπνέουν φόβο» (βλέπε Di Giovanni-Ligini, “La Strage di Stato”, (επανέκδοση) Libera Informazione Editrice, 1993) και μπορούν εύκολα να εργαλειοποιηθούν.
«Οι Φασίστες βάζουν τις βόμβες, οι Αναρχικοί συλλαμβάνονται»
Κι αυτό έγινε. Οι Πινέλι και Βαλπρέντα συνελήφθησαν, όπως κι άλλοι πολλοί αναρχικοί, αμέσως. Όπως και αμέσως οι πηχυαίοι τίτλοι στις εφημερίδες και τα μεγαλόστομα κι αμετροεπή τηλεοπτικά ρεπορτάζ τους αναγόρευσαν ως «τέρατα». Ακόμη κι όταν ο Πινέλι «έπεσε» από το παράθυρο σε μία παύση της ανάκρισης από τον επιθεωρητή Λουΐτζι Καλαμπρέζι και της ομάδας του, κάτω από τις γνωστές αδιευκρίνιστες συνθήκες και ώρα, οι μηχανισμοί του κράτους και ο εθελόδουλος Τύπος δεν έπαψαν να επαναλαμβάνουν τις κατηγορίες. Μόνο που το δόγμα «οι Φασίστες βάζουν τις βόμβες, οι Αναρχικοί συλλαμβάνονται», με τον θάνατο του Πινέλι, έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα. Πίσω από τους διωκόμενους αναρχικούς στοιχήθηκε όλο το κίνημα της πολιτικής αμφισβήτησης, που ανέλαβε το τιτάνιο έργο να αποκαλύψει την κρατική-παρακρατική σκευωρία και να φέρει τους υπεύθυνους να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Η Πιάτσα Φοντάνα και η «εκπαραθύρωση» του Πινέλι πείσμωσαν το κίνημα, το μετέτρεψαν από κύμα διεκδίκησης σε δύναμη άμυνας απέναντι στην ένοπλη πλέον επίθεση του κράτους και του μακρού βραχίονά του. Με όσα έμελλαν να επακολουθήσουν στα «Μολυβένια Χρόνια», τα οποία ήσαν συνέπεια της αιματηρής Πιάτσας Φοντάνα.

Θα χρειαζόταν πράγματι η γενναία αυταπάρνηση της ομάδας Αντιπληροφόρησης, που από τις 30 Δεκεμβρίου του ‘69 συστάθηκε για να συγκεντρώσει τις ακριβείς πληροφορίες και τα ντοκουμέντα, που γρήγορα θα διέψευδαν την επίσημη αφήγηση. Μία ομάδα, με σημαιοφόρο την οργάνωση της Lotta Continua και του έντυπου φύλλου της, που γρήγορα έγινε ένας ολάκερος στρατός από αφοσιωμένους στην αναζήτηση της αλήθειας συντρόφους σε όλους τους τομείς της πολιτικής και κοινωνικής ζωής: συνδικαλιστές, φοιτητές, δημοσιογράφοι, δικηγόροι, δημόσιοι υπάλληλοι, που έψαξαν σε κάθε μυστική γωνία του καφκικού αόρατου κρατικού μηχανισμού και του παρακράτους του και των ενεργούμενών του κάθε είδους. Από κοντά τους διαλεκτοί διανοούμενοι, όπως ο Παζολίνι με το ντοκιμαντέρ «12 Δεκέμβρη» , ο Ντάριο Φο με τον «Τυχαίο Θάνατο ενός Αναρχικού», τη μικρού μήκους ταινία του Έλιο Πέτρι με τον Τζαν Μαρία Βολοντέ και το ερευνητικό ντοκιμαντέρ της Lotta Continua. Μία πανστρατιά ενεργών και ευαισθητοποιημένων πολιτών, που συγκρότησαν μία πολιτική πρωτοπορία, η οποία θα αποτελέσει την προκεχωρημένη γραμμή στην μετέπειτα περίοδο των αγώνων της δεκαετίας του ‘70.
Η αποφασιστική Λίτσια Ροσίνι
Και φυσικά χάρις στην ακάματη και αποφασιστική, πεισματική επιμονή της συζύγου του Πινέλι, της εμβληματικής Λίτσια Ρονίνι, η οποία δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να διαλαλεί την αθωότητά του, να ερευνά κάθε πτυχή της υπόθεσης, να πιέζει προς πάσα κατεύθυνση, χωρίς να φοβάται για τη ζωή της. Μία στάση που συνέχιζε να τηρεί μέχρι τέλους, ίσαμε τον θάνατό της σε ηλικία 96 ετών στις 11 του περασμένου Νοεμβρίου.

Μία στάση υπεράνθρωπη, γιατί χρειάζεται αστείρευτο θάρρος για να μπορέσει κανείς να ορθώσει ανάστημα σε έναν κρατικό μηχανισμό πολυπλόκαμο, με ένα αποφασισμένο παρακράτος σύμμαχο, με τις παντοδύναμες αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες να στηρίζουν το σχέδιο Χάος για την αποσταθεροποίηση της πολιτικής ζωής, που απεργαζόταν σχεδόν από τα τέλη του Πολέμου, με φασιστικές εφεδρείες έτοιμες να αναλάβουν δράση (όπως το πραξικόπημα οπερέτα Μποργκέζε) για να ακυρώσουν την κοινωνική αγανάκτηση.
Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά; Η Λίτσια Πινέλι είναι η γυναίκα που επί χρόνια ακολούθησε τον σύζυγό της στις διώξεις, τις παρακολουθήσεις, το ανελέητο κυνηγητό. Ο πόλεμος, στο σπίτι των Πινέλι, δεν είχε τελειώσει ποτέ και δεν έμελλε να τελειώσει: το κατ’ όνομα «δημοκρατικό» κράτος κήρυξε αυθαίρετα ένοχο έναν αθώο κι έδωσε πίσω ένα πτώμα, περιενδύοντάς το με τα πιο άθλια κι αισχρά ψεύδη. Η Λίτσια Πινέλι ήταν εκείνη που στις 15 Δεκεμβρίου έμαθε τηλεφωνικά τη σύλληψη του αναρχοσυνδικαλιστή, πάλι τηλεφωνικά της ζητούσαν να ψάξει στα χαρτιά του συζύγου της και να προσκομίσει τα τεκμήρια της αθωότητάς του (το σιδηροδρομικό δελτίο για τις βάρδιες του), αλλά μαθαίνει από τους δημοσιογράφους που της κτυπούν την πόρτα για δηλώσεις, τον θάνατο του Πίνο. Κι όταν τηλεφωνεί στον Καλαμπρέζι για να τον ρωτήσει «γιατί δε με ειδοποιήσατε;» λαμβάνει την κυνική απάντηση «δεν είχαμε χρόνο, έχουμε κι άλλα πολλά πράγματα να κάνουμε» (βλ. L. Lanza, Bombe e Segreti, eleuthera, 1997, σ.33).
Κι έπειτα ο Γολγοθάς των προσφυγών στη δικαιοσύνη για τη δικαίωση. Μία δικαίωση που ουδέποτε ήλθε από τις επίσημες οδούς. Οι πρωτόδικα καταδικασμένοι το 1979 νεοφασίστες Φράνκο Φρέντα, Τζοβάνι Βεντούρα και Μάρκο Ποτσάν για την Πιάτσα Φοντάνα, αφήνονται τελικά ελεύθεροι. Ακολουθεί το πλήγμα της προδικαστικής απόφασης του Ντ’ Αμπρόζιο, της «δραστικής αδιαθεσίας», που θα προκαλούσε γέλιο εάν δεν ήταν τόσο τραγική. Και κυρίως λίγοι θυμούνται την κοροϊδία της δικαστικής απόφασης του αστικού δικαστηρίου: καμία αποζημίωση για την ευθύνη του κράτους στον θάνατο του Πίνο -μάλλον καταδίκη της οικογένειας να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα. Η Λίτσια κι οι δύο κόρες της Σίλβια και Κλάουντια, συνέχισαν τη μάχη για να παραμείνει άσβεστη η μνήμη του Πίνο Πινέλι, όταν το ίδιο το κράτος αναγόρευε ως ήρωα της δημοκρατίας τον (δολοφονημένο το 1972) Καλαμπρέζι και κυνηγώντας ανελέητα και πεισματικά, με βάση μαρτυρίες «μετανοημένου» (;) της Lotta Continua ως ηθικών αυτουργών τους Αντριάνο Σόφρι και Τζόρτζο Πιετροστέφανι (που καταδικάσθηκαν το 1997). Η καθυστερημένη αναγνώρισή της από τον πρόεδρο Τζόρτζιο Ναπολιτάνο μπορεί να θεωρηθεί ένα ψίχουλο δικαίωσης μπροστά στο μαρτύριο που χρειάσθηκε να υπομείνει από την 15η Δεκεμβρίου 1969 ίσαμε τις 11 Νοεμβρίου 2024.
Σήμερα η ιστορία της σφαγής στην Πιάτσα Φοντάνα μπορεί να είναι γνωστή και χαραγμένη στη συνείδηση όλων, σαν μία ιταμή επίθεση, που σχεδίασε, συγκάλυψε και εργαλειοποίησε το κράτος και εκτέλεσαν οι νεοφασίστες της Ordine Nuovo. Όμως στο διάστημα μεταξύ 12 και 16 Δεκεμβρίου 1969 μια διαφορετική εκδοχή είχε κατακλύσει και πείσει τη βομβαρδισμένη από την παραπληροφόρηση κοινή γνώμη. Τη βόμβα την έβαλαν οι αναρχικοί και ποια είναι η καλλίτερη απόδειξη για τούτο από την αυτοκτονία του σιδηροδρομικού αναρχοσυνδικαλιστή, που πέφτει από το παράθυρο γιομάτος ντροπή για την πράξη του; Ιδού ο Τζουζέπε Πινέλι, αποδιοπομπαίος τράγος των κρατικών σκευωριών του κράτους. Η μάχη της Λίτσια Ρονιόνι Πινέλι και της ομάδας Αντιπληροφόρησης υπήρξε μια σπουδαία και πολύτιμη για την δημοκρατία κίνηση. Γιατί άλλο να φωνάζεις την αλήθεια στις διαδηλώσεις, άλλο να το γράφεις σε μη συστημικά φύλλα, άλλο να διαβάζεις τους πύρινους στίχους ποιητών (από τον Παζολίνι έως τον Ρονκόνι), να γελάς ή να κλαις ακούγοντας το κείμενο του Ντάριο Φο ή τους ειρωνικούς στίχους στην «Μπαλάντα του Πινέλι». Είναι άλλο πράγμα να αμφισβητείς και να εναντιώνεσαι στην Εξουσία, να καταγγέλλεις την αλαζονεία της, να στιγματίζεις τη δικαιοσύνη που την υπηρετεί τυφλά, να μηνύεις έναν αστυνομικό επιθεωρητή, να καταγγέλλεις αστυνομικούς και καραμπινιέρους για εκούσια ανθρωποκτονία. Να τα βάζεις με τα ίδια τα όργανα με τα οποία ενισχύεται το κράτος: τους νόμους, τους κώδικες, τα δικαστήρια, που όσο κι εάν πρακτικά δε σε δικαιώνουν, με την κυνική τους συνενοχή με την εγκληματική εξουσία, ηθικά όμως σε επικυρώνουν.
