ΑΘΗΝΑ
17:46
|
14.06.2026
Αντί για τη λέξη της χρονιάς, προσπαθήσαμε να βρούμε το άρωμά της. Το Inexcusable Evil, μυρίζει ανοιχτό τραύμα και πόλεμο και είναι το πιο ταιριαστό.
Εικονογράφηση: Jeff Derose
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Νότες κορυφής: πυρίτιδα, όζον.
Μεσαίες νότες: αίμα, επίδεσμοι, ιώδιο, καμμένα λουλούδια, έλαιο από ξύλο guaiac που χρησιμοποίειται σε καταπραϋντικές αλοιφές, έλαιο από copaiba που χρησιμοποιείται από φυλές του Αμαζονίου για την καταπολέμηση τραυμάτων και την ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, nagarmotha που υποστηρίζει την αναπνευστική λειτουργία.

Νότες βάσεις: γκρεμισμένο τσιμέντο, βροχή, θυμίαμα και, φυσικά, σανταλόξυλο.

Κι όμως. Αυτό είναι ένα αληθινό άρωμα που αυτή τη στιγμή είναι μη διαθέσιμο ακόμα και από την ιστοσελίδα της Toskovat, της μικρής εταιρείας αρωμάτων με έδρα το Βουκουρέστι που κατάφερε να κάνει ιδιαίτερη αίσθηση με τα προϊόντα της. Το Inexcusable Evil, το Αδικαιολόγητο Κακό, κατάφερε να ξεπεράσει σε πωλήσεις όλους τους υπόλοιπους κωδικούς της, κάνοντας τον κόσμο να μιλά για αυτό το άρωμα και τους περισσότερους να αναρωτιούνται γιατί κάποιος να φορέσει κάτι τέτοιο. Άλλωστε, ο αρωματοποιός και ιδρυτής της εταιρείας David-Lev Jipa-Slivinschi, δεν δημιούργησε αυτό το άρωμα για να το χρησιμοποιούν οι άνθρωποι στ’ αλήθεια, αλλά το εμπνεύστηκε όπως και τα υπόλοιπα της εταιρείας, για να αφηγηθεί μια ιστορία ή στο πλαίσιο ενός γενικότερου καλλιτεχνικού πλαισίου. Αν στα άλλα αρώματα που δημιουργεί, χρησιμοποιεί αρωματικά στοιχεία που φέρνουν στον νου τη μυρωδιά μιας πιστωτικής κάρτας ή ενός πολυχρησιμοποιημένου χαρτονομίσματος, εκείνη ενός ράσου ή του μαλλιού της γριάς, ανάλογα με το ποια εμπειρία θέλει να θυμίζει το εκάστοτε άρωμα, στο Inexcusable Evil σκοπός είναι να θυμίζει τι μένει μετά τον πόλεμο ή κατά τη διάρκεια αυτού: η μυρωδιά ενός νοσοκομείου που περιθάλπει τραυματίες, η μυρωδιά των λουλουδιών που έχουν καεί από κάποιον βομβαρδισμό, εκείνη των κτιρίων που έχουν καταρρεύσει.

Η μυρωδιά, ή μάλλον η δυσοσμία που κάλυψε ολόκληρες περιοχές τη χρονιά που πέρασε, γίνεται όλο και πιο πυκνή κι αβάσταχτη για ακόμα περισσότερες. Μια δυσοσμία που μέσα στο 2024 μοιάζει να κάλυψε τον πλανήτη ή να τον ζώνει όλο και πιο απειλητικά. Ο πόλεμος, τοπικός ή σπονδυλωτός σε παγκόσμια κλίμακα, ήταν μια λέξη που χρησιμοποίησαν όλο και πιο συχνά οι άνθρωποι. Για τον Jipa-Slivinschi αυτός είναι δυστυχώς κάτι το οποίο αφήνει ακόμα ορθάνοιχτες πληγές στο σώμα της ανθρωπότητας, κάτι που την καθορίζει.

Μισός Ουκρανός, μισός Ρώσος, ξέρει πολύ καλά ότι οι πιο προνομιούχοι από τους κατοίκους αυτού του πλανήτη, δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με τον πόλεμο. Όταν αυτός είναι μακριά, γρήγορα τον ξεχνούν. Ή τον αγνοούν πλήρως. Κι αυτό ακριβώς θέλησε να κάνει με αυτό το άρωμα. Να τον θυμίσει. Κάποιος να τον φορά, να τον μυρίζει. Αλλά περισσότερο αυτό ήταν μια πολιτική δήλωση, παρά μια lifestyle πρόταση.  Ως πρώην κινηματογραφιστής θέλησε να συνεχίσει αυτή την παράδοση των περιγραφών και τον εξιστορήσεων. Ήθελε το άρωμά του να ήταν ένα συλλεκτικό μάλλον κομμάτι ή κάτι που θα ξάφνιαζε τους ανθρώπους (και τον όλο και πιο διανοουμενίστικο κόσμο της αρωματοποιίας). Κρίνοντας από την επιτυχία του προϊόντος και τις τρελές πωλήσεις, οι ίδιος νιώθει ότι απέτυχε να περιγράψει μέσα από αυτό την αληθινή φρίκη. Αν τα κατάφερνε, οι άνθρωποι δεν θα το αγόραζαν. Το να ικανοποιεί τόσο κόσμο η οσμή του ανοιχτού τραύματος και των αποστειρωμένων επιδέσμων, η ψυχρότητα ενός νοσοκομείου που αντιτίθεται στη μεταλλική θέρμη του αίματος, για τον ίδιο τον δημιουργό του αρώματος, αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε κατανοήσει ακόμα το τι σημαίνει πόλεμος. Όπως λέει και στις ελάχιστες συνεντεύξεις του, «ίσως να είμαστε σκόροι που έλκονται από το Αδικαιολόγητο Κακό».

Όταν το δημιουργούσε, φανταζόταν ένα άρωμα τόσο παγερό, τόσο ανόργανο, μη οργανικό, τόσο ξένο ως προς την καθημερινότητα μας που θα επηρέαζε απόλυτα όποιον ερχόταν σε επαφή μαζί του. Θα πυροδοτούσε μνήμες, ακόμα και το συλλογικό ασυνείδητο με τα προγονικά τραύματα, θα πυροδοτούσε μια αντίδραση σε αυτό, μία ανάγκη να το αποφύγει κάποιος. Μάταια. Ένας χρήστης του αρώματος έγραψε στο διαδίκτυο ότι η μυρωδιά μοιάζει με κάποιον που έχει πληγωθεί στο μέτωπο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, ότι μοιάζει πιο πολύ με σώμα σε σήψη, μια μολυσμένη πληγή. Πολλοί ήταν εκείνοι που στις απαντήσεις τους δεν έκρυψαν τον ενθουσιασμό τους για μια τέτοια κριτική. Άλλοι πάλι δεν κρύβουν το γεγονός ότι απολαμβάνουν να το φοράνε. Υπάρχουν άνθρωποι δηλαδή που απολαμβάνουν να μυρίζουν στο δέρμα τους την αποφορά του νοσοκομείου. Τα καμένα λουλούδια. Τη σκόνη που ακόμα δεν καταλάγιασε από έναν βομβαρδισμό.

Ο πόλεμος, όμως, είναι υπαρκτός. Και χαρακτήρισε τη χρονιά που φεύγει. Το συνεχιζόμενο μέτωπο στην Ουκρανία, ο αφανισμός της Γάζας, ο επικείμενος διαμελισμός της Συρίας, οι πύραυλοι του Ιράν που έπεσαν στο έδαφος του Ισραήλ, πόλεμοι σε ισχύ σε κράτη της Αφρικής, εμφύλιες συρράξεις, ο φόβος ενός πυρηνικού ή γενικευμένου πολέμου, το 2024 ήταν μια χρονιά που έφερε την ανθρωπότητα στο χείλος του γκρεμού. Αν το Inexcusable Evil της Toskovat είναι μια τάση του TikTok ή ένα διφορούμενο έργο τέχνης ή το cult προϊόν ενός δημιουργικού και ταλαντούχου αρωματοποιού, το αδικαιολόγητο κακό στου οποίου της σειρήνες υποκύπτουν όλο και περισσότεροι είναι κάτι που συμβαίνει στην πραγματικότητα. Είναι αυτό που δημιουργεί εκατόμβες νεκρών, αφήνει πίσω του διαλυμένα σώματα, διαλυμένα σπίτια και διαλυμένες ψυχές. Τα τραύματα σε αυτοσχέδια ιατρεία δίπλα σε συντρίμμια και με βόμβες να σφυρίζουν από πάνω, μπορεί να μην μυρίζουν καν ιώδιο, αλλά σκέτη σήψη, σκέτη φρίκη. Και τίποτα δεν μοιάζει ικανό να το δικαιολογήσει αυτό. Ούτε η εκτόνωση μια παραπαίουσας οικονομίας, ούτε η απληστία των βιομηχανιών πολέμου, ούτε ο επεκτατισμός κοντόφθαλμων ή αλαζονικών ηγετών. Ίσως τελικά να μπορούμε να πούμε με μεγαλύτερη ασφάλεια ότι, ναι, το 2024 μυρίζει αδικαιολόγητο κακό. Όχι αυτό το sold out στο μπουκάλι των 340€, ούτε καν με επιθετικό προσδιορισμό. Σκέτο. Μυρίζει Κακό.

Ο Jipa-Slivinschi δημιουργεί αρώματα πέρα από τα στάνταρ της αρωματοποιίας. Πρέπει να δημιουργήσει από την αρχή χημικές ενώσεις που δεν υπάρχουν ήδη. Όπως κάνουν οι συνάδελφοί του, χρειάζεται να επινοήσει, να εφεύρει, μα προπαντός να διεγείρει την σκέψη ενός δυνητικού αγοραστή και χρήστη των προϊόντων του. Δημιουργεί αρώματα που ανακαλούν μνήμες, όπως η παιδική αθωότητα κι η απώλεια της. Ή πώς μυρίζει η τελευταία τούρτα γενεθλίων που έφαγε κάποιος σε μεγάλη ηλικία. Ή τι σημαίνει να είσαι Αναρχικός και να παλεύεις ενάντια στην τυραννία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τώρα θέλει να κάνει ένα άρωμα για το πώς μυρίζουν οι μεσαιωνικές εκκλησίες. Ιστορίες είναι όλα αυτά. Αφηγήσεις αναμνήσεων ή το ξεδίπλωμα ιδεών με εργαλείο την όσφρηση. Κι ο ίδιος τις διηγείται καταπληκτικά. Η περιγραφή κάθε αρώματος είναι, άλλωστε, μια μικρή περίληψη σε πρώτο πρόσωπο γύρω από την ιδέα και την αρχική σύλληψη. Για το Inexcusable Evil ο ίδιος θυμάται τα γκρεμισμένα κτίρια που προβάλλονται από τα δελτία ειδήσεων, τα μωρά που κλαίνε, οι αναμνήσεις που χάνονται, τα πνιχτά δάκρυα, τους καφέδες που δεν καταφέραμε τελικά να πιούμε μαζί. Σκέφτεται ανακουφισμένος ότι τουλάχιστον αυτός έχει επιδέσμους για τα τραύματά του, αλλά αναρωτιέται τι γίνεται με όσους δεν έχουν. Για να καταλήξει σε μιας φράση διττής ερμηνείας, τουλάχιστον διαβασμένη στην αγγλική γλώσσα: «The next war will decide not what is right, but what is left».

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Το Ισραήλ επιτέθηκε στη Βηρυτό καθώς πλησιάζει η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν

Η Ελβετία καταψήφισε σχέδιο για περιορισμό του πληθυσμού στα 10 εκατομμύρια (upd)

Ουγγαρία: Ο Όρμπαν επανεξελέγη αρχηγός του κόμματος Fidesz παρά την εκλογική ήττα

Λουόμενος εντόπισε πυρομαχικό υλικό σε θαλάσσια περιοχή της Πιερίας

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα