Η ώρα προχωρημένη κι ο κόσμος χορεύει. Ωραίος χώρος, αναπνέεις. Δεν σε πνίγει ο αέρας, ούτε όμως η υποχρέωση να είσαι τέλειος όπως σε άλλα μαγαζιά της περιοχής. Βλέπεις χαμόγελα, για έναν αναπάντεχο λόγο οι περισσότεροι μοιάζουν να μην επιδίδονται σε ζορισμένες λήψεις για τις αναπόφευκτες σέλφι που σου έρχονται από το πουθενά. Πάντα κάποιος από την παρέα σε αναγκάζει να πάρεις μια ηλίθια πόζα σε μια τέτοια φωτογραφία που ελπίζεις να μην βγεις σαν μπαμπουίνος σε έξαψη ή μεσήλικας που θα έπρεπε να κοιμάται τέτοια ώρα. Στη μέση όλων αυτών, ή στη μέση του πουθενά, ένα αγόρι με την κοψιά ενός νεαρού Οκταβιανού με γυαλιά μυωπίας, στέκεται περήφανο φορώντας μια καφίγια. Την έχει στερεώσει λες με μια πόρπη, όντως νεαρός Οκταβιανός ή -καθώς τα φώτα από τους προβολείς κάνουν το ασπρόμαυρο λίγο πιο ροζ, όπως ξεθωριάζει το κόκκινο μέχρι να φτάσει στο πάτωμα- μια Ταναγραία. Δεν θα μπορούσε να αποφασίσει κάποιος ακριβώς, ούτε θα ήταν πρέπον να ρωτήσει.
Αλλά ούτε θα είχε σημασία. Γιατί το γεγονός από μόνο του έχει τη δική του αξία. Είναι μόλις λίγες μέρες μετά τον χαμό με την Νατάσσα Μποφίλιου και την πρωτοχρονιάτικη συναυλία στο Σύνταγμα που η δική της καφίγια επισκίασε ακόμα και ολόκληρο ήλιο του ΠΑΣΟΚ (του ορθόδοξου). Ακόμα και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφέρθηκε σε αυτό, επιβεβαιώνοντας εκείνο που όλοι ήδη ξέραμε: ότι πρόκειται για ακόμα μία φθηνή έριδα ανάμεσα σε κόμματα. Ή παρατάξεις. Όπως και να το πεις, σημασία έχει ότι με φόντο τη φρίκη στη Γάζα, όλοι έχουν να πουν κάτι για την καφίγια της Μποφίλιου ή τα ρούχα που ή ίδια φορά όταν βρίσκεται στο Λονδίνο ή τη Γάζα που είναι όλοι Χαμάς ανεξαιρέτως, για τα λεφτά της, για τα λεφτά που πήρε, που δώρισε, για τα λεφτά που πήρε ο άλλος, ο παράλλος που δεν τα δώρισε, τις ζαρντινιέρες του Μπακογιάννη, το κοινό της συναυλίας που δεν ήταν Έλληνες αλλά μετανάστες, το πώς έχει καταντήσει η πρωτεύουσα, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες γενικά, την ΕΡΤ που επέλεξε να μην την προβάλλει, την εμφάνιση της Κέιτ Μπλάνσετ με φόρεμα στα χρώματα της παλαιστινιακής σημαίας. Ανάλογα με το που συστρατεύονται. Είναι σαν η θλίψη να έχει γίνει ένα ον, ένα πλάσμα που ζει, αναπνέει και τρέφεται.
Βέβαια η καφίγια του νεαρού Οκταβιανού να ήταν έτσι κάπως πιο ροζ γιατί υπάρχουν κι αυτές εκτός από τις ασπρόμαυρες. Σίγουρα πάντως επέδειξε μια τόλμη. Ακόμα κι αν ήταν κάτι τόσο στιλιζαρισμένο, μια σύσπαση της σύγχρονης εικονογραφίας, το να κάνεις μια τέτοια δήλωση δεν σημαίνει ότι δεν το διακινδυνεύεις. Ένα ξύλο μπορεί και να το φας. Ή να υποστείς ένα γιουχάισμα, πράγμα όχι αμελητέο. Ακόμα και στα progressive κλαμπ με τις ορατότητες και τις ανοιχτές κοινότητες που συγκοινωνούν μεταξύ τους σαν φιλόξενα δοχεία, θεωρητικά, κανείς δεν είναι σε θέση να ισχυριστεί ότι μια καφίγια θα περνούσε στο ντούκου. Ότι δεν θα προκαλούσε ενδεχομένως. Ανάμεσα στις σέλφι και τα λικνιζόμενα σώματα, υπάρχουν απ’ όλα. Από ζηλωτές δικαιωματιστές μέχρι εργάτες του Υπαρκτού Νεοφιλελευθερισμού.

Πάντως, ασπρόμαυρες ήταν ανέκαθεν οι καφίγιες. Στα τόσο κοντινά και, συγχρόνως, τόσο μακρινά ‘90s, φοριόντουσαν πολύ. Και τις λέγαμε παλαιστινιακές μαντίλες. Ποιος ξέρει γιατί. Τότε είχαμε Ανδρέα και Αραφάτ. Η Παλαιστίνη και ο αραβικός κόσμος ήταν κάτι σαν δεσμός αίματος. Ή καλής προαιώνιας φιλίας. Και δεν είχαμε σίγουρα καμία από τις σημερινές έννοιες που τόσο επιτακτικό είναι να ασπάζεται κάποιος. Ή να συστρατεύεται. Ή να δηλώνει υπακοή σε αυτές, όποιες τέλος πάντων επιλέγει να σημειώσει στο βιογραφικό του ως φρονήματα. Μπορεί βέβαια να ήταν και πολύ δημοφιλείς πέρα από κάθε πολιτική σκέψη. Ήταν ασπρόμαυρες, με ωραία τετραγωνάκια, unisex, ξεκάθαρες, χωρίς πολλά φρου φρου. Και βόλευαν απόλυτα αν ήσουν ΠΑΟΚ. Απλά πράγματα.
Όπως απλό ήταν να φοράς και μπλουζάκια με τον Τσε. Μπορεί να μην ήσουν πραγματικά τόσο επαναστάτης, αλλά ήξερες για πιο πράγμα πάνω κάτω μιλάς. Ο Τσε ήταν, άλλωστε. Όχι ο Μαρξ που μπορεί να τον μπέρδευες με τον καπετάνιο με τον τσιμπούκι. Ή τον Άη Βασίλη. Αιώνια νέος, αιώνιο βλέμμα, ακόμα και σήμερα που τα σύμβολα έγιναν μαζικά logo, ένας πολτός, μια ποικιλία κρεάτων σε κυριακάτικη έξοδο σε ταβέρνα συνοδεία ντιπ γιαουρτιού ή συριακής μουχαμάρας, με έναν που φοράει τον Τσε ξέρεις πάνω κάτω τι μπορείς να πεις μαζί του. Ή να μην πεις.
Το πρόβλημα είναι με αυτούς που φοράνε μπλουζάκια με περικεφαλαίες αγορασμένα από το Μοναστηράκι ή από κάποιο νησί στις ασθμαίνουσες διακοπές του Αυγούστου. Με το Μολών Λαβέ, ξέρεις ότι θα φάνε όλη την ποικιλία, αλλά θα κατατάξουν σε μια ειδική λίστα την ταβέρνα αν διαθέτει συριακή μουχαμάρα. Με ένα μπλουζάκι με τυπωμένο το «Ω ξειν αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις», απλά κόβεις πέρα. Πώς άλλωστε ν’ αντιτάξεις την «ανθελληνικότητά» σου, γιατί σίγουρα ανθέλληνας είσαι, σε ένα τέτοιο πλάσμα που στις φλέβες του ρέει ο Ιχώρ;

Ευτυχώς, στην μπαρότσαρκα αυτή δεν υπήρξε τέτοιο περιστατικό.
Τουλάχιστον σε ένα από τα μαγαζιά, το απόλυτο μοτίβο, το απόλυτο ύφασμα, δεν ήταν άλλο από το ανθρώπινο δέρμα. Φτάνει αυτό να ήταν νεανικό, σφύζον, εκτεθειμένο τόσο όσο να μην προκαλέσει την παραμικρή υποψία ότι είσαι τίποτα τελευταίος. Αν δε, έκανες το λάθος να μην αφήσεις τα πράγματα σου στην γκαρνταρόμπα και κυκλοφορούσες με το μπουφάν μέσα στο μαγαζί ψάχνοντας γαντζάκια να το κρεμάσεις ήσουν ήδη καταδικασμένος: ένας απόκληρος boomer, ένας κακόμοιρος ξέμπαρκος, ένας «είδα φως και μπήκα», ένας παρίας του στιλ. Ένα glitch στο Μάτριξ, μια ρωγμή στο συνεχές που απειλούσε ένα ολόκληρο οικοσύστημα. Σχεδόν, αναρχικός. Ρίγη αποτροπιασμού και κύματα αταξίας προκαλούσε το τιποτένιο σου πέρασμα από έναν κόσμο που τίποτα άλλο δεν έχει σημασία πέρα από μια ασπρόμαυρη πόζα, ένα ενσταντανέ του καλλίπυγου ανάμεσα σε άλλους καλλίπυγους, απρόσιτους και φυλακισμένους στα δικά τους ενσταντανέ.
Όλα αυτά θα τα έσβηνε μονομιάς μια ηρωική drag queen από το πιο πέρα μαγαζί. Ηρωική, γιατί εμφανίστηκε σαν πολεμιστής του φωτός μέσα σε ένα σκοτεινό καταγώγιο γεμάτος καπνούς και τσιγαρίλα. Ανάμεσα σε πιτσιρίκια, που τώρα ξεκινούν να διαμορφώνουν την ταυτότητα τους σε έναν κόσμο που ο Βόλντεμορτ έχει σχεδόν καταλάβει το Χόγκουαρτς, θα ορκιζόσουν ότι είδες μπροστά σου τον Πέδρο Αλμοδόβαρ το 1976 να πίνει το ποτό του ρίχνοντας ματιές με μια κάποια ανασφάλεια, αλλά συνάμα αποφασιστικότητα. Η δική μας drag queen, λοιπόν, δεν είχε καμιά σχέση με τα drag show της τηλεόρασης. Ήταν ένα δίμετρο πλάσμα, βγαλμένο από τα παλιό Βερολίνο ή το μελλοντικό. Ένα αενάως βρυχώμενο πλάσμα, έτοιμο να υπερασπιστεί κάθε φυγά και διωκόμενο από το καθεστώς της αψεγάδιαστης σάρκας, με σήμα κατατεθέν του δικό του μοτίβο: ένα μακιγιάζ που έλιωσε στο πρόσωπο. Σαν οι KISS να ήπιαν πολύ. Να έμπλεξαν σε καυγά. Να τους έπιασε καταρρακτώδης βροχή. Ένα μοτίβο-κραυγή. Ένα μοτίβο-αποστροφή. Ένα μοτίβο-σπλάχνο αυτού του μάταιου κόσμου. Στεφανωμένο από τη δική του μαντίλα: μια ξασμένη πράσινη φλούο περούκα.

Υπάρχει, όμως, πάντα το λεοπάρ να μας επαναφέρει στις εργοστασιακές ρυθμίσεις. Το οποίο φέτος λένε ότι είναι πολύ της μόδας. Για ακόμα μια φορά, δηλαδή. Γι’ αυτό και τα δύο κορίτσια που είχαν ανέβει σε μια εξέδρα να χορέψουν φορώντας λεοπάρ σε όλες του τις εκδοχές, έμοιαζαν να εκπροσωπούν μια, ας την πούμε, κανονικότητα. Άλλωστε, οι καφίγιες απειλούν αυτόν τον κόσμο. Το λεοπάρ, όμως, μοιάζει βγαλμένο από το πυρήνα του. Από την ίδια την ατμομηχανή που ακάματα τροφοδοτεί την πορεία μας. Ποιος ξέρει γιατί τα animal print, με το λεοπάρ να κρατά την πρωτοκαθεδρία, γοητεύουν τόσο πολύ ακόμα τους ανθρώπους. Ίσως να μας φέρνει ενδόμυχα σε επαφή με την ζωώδη φύση μας. Τα σεξουαλικά μας ένστικτα. Τον νόμο μιας ζούγκλας που το να είσαι ένα γοητευτικό και θανάσιμο αιλουροειδές, σου εξασφαλίζει την επιβίωση. Μπορεί να νιώθουν έτσι άτρωτοι οι άνθρωποι, ότι κάπως υπερτερούν στην τροφική αλυσίδα. Ή ότι απλά είναι γοητευτικοί, αν όχι ξεκάθαρα ερωτικοί. Ένα μυστήριο με νύχια, απαλά πατουσάκια που μπορούν να σε ξεσκίσουν, γι’ αυτό πρόσεχε. Μην πουλάς μαγκιές. Η γατούλα γουργουρίζει, αλλά σου κρεμάει την μούρη κιόλας. Ίσως πάλι να μην είναι κάτι που συμβαίνει σήμερα, στην εποχή των συμβολισμών, ίσως ανέκαθεν οι άνθρωποι να ήταν ανήμποροι να ξεφύγουν από αυτή τη φύση του ζώου. Είτε αίλουροι, είτε χιμπατζήδες, η συνύπαρξη να ήταν πάντα μια συνθήκη με λεπτές ισορροπίες που μπορούσαν να ανατραπούν ανά πάσα στιγμή. Για ένα κόκκαλο με λίγο μεδούλι παραπάνω να γλείψεις, μια πέτρα κάπως πιο αιχμηρή με την οποία μπορούσες να ανοίξεις κελύφη ή κεφάλια, ένα χαρέμι για περισσότερους απογόνους ή για να ικανοποιείς τον εγωισμό σου. Ξαφνικά, όμως, ακούστηκε μια βοή κι άστραψε ένα φως. Ανάμεσα στο λεοπάρ που ήταν ντυμένοι οι χιμπατζήδες, εμφανίστηκε ένας μονόλιθος άγνωστης προέλευσης. Μια αλά Κιούμπρικ άφιξη στο ιδρωμένο dancefloor. Ήταν ένα μαύρο αγόρι με φουντωτά μαλλιά, μπλε μεταξωτό φουλάρι και κουφετί στραφταλιζέ κοστούμι γεμάτο παγιέτες. Κι έτσι εξαφανίστηκαν οι δορές και οι φετινές γιορτές τελείωσαν.
