Ακαθόριστα ανατολίτης, σίγουρα μετά τα 40 αν και, δεν θα ήταν έκπληξη αν η ηλικία του ήταν μικρότερη. Πολλές φορές το mindset δεν είναι αρκετό για να καλύψει όσα έχει περάσει κάποιος. Όσο και να προσπαθείς δηλαδή να είσαι σε ένα καλύτερο Αύριο ή να συμφιλιώνεσαι με το Χθες, στο δέρμα πτυχώνονται ματαιώσεις, αγωνίες κι όλοι εκείνοι οι βηματισμοί, διστακτικοί ή δρασκελιές, που σε φέρνουν μέχρι εδώ.
Είχα καιρό να δω κάποιον και να τον δω σαν να έχει τη φάτσα ενός μικρού παιδιού, να τον δω όπως ήταν μικρός. Κοίταζε το σχεδιάγραμμα με τις γραμμές του μετρό που βρίσκονται πάνω από τις θύρες του συρμού. Σε αυτές για κάποιο παράδοξο λόγο συμπεριλαμβάνεται κι η γραμμή του Ηλεκτρικού. Κι αν το παρατηρήσει κάποιος, όταν οι άνθρωποι κοιτάζουν το σχεδιάγραμμα αποκτούν μια παιδικότητα. Ανασηκώνουν τον λαιμό και κοιτάζουν με μεγάλα μάτια. Το άγνωστο, η ανακάλυψή του, η αίσθηση ότι δεν ξέρουν τι να κάνουν ή αν αυτό που κάνουν είναι σωστό τούς λούζει με μια λαμπρή ευαλωτότητα.

Άγνωστο αν συμβαίνει σε πολλούς, αλλά το να βλέπεις μεγάλους ανθρώπους και να τους φαντάζεσαι πώς θα έμοιαζαν όταν ήταν παιδιά απαιτεί γερές δόσεις παρατήρησης της ανθρώπινης φύσης, φαντασίας, συγχώρεσης και προσδοκίας. Ή είναι απλά ένας μηχανισμός για να μην πάψεις να αγαπάς τους ανθρώπους. Όσο κι αν εκείνοι θα κάνουν τα πάντα για να τους σιχαθείς.
Όλοι έχουν ένα παιδί μέσα τους που μεγάλωσε βίαια ή που δεν μεγάλωσε ποτέ. Που έπρεπε να προσποιηθεί τον αφανισμό του ή που δεν είπε ποτέ εκείνα που ήθελε. Που κυκλοφορεί ακόμα καλά κρυμμένο μέσα σε ρούχα που δεν του κάνουν. Είτε γιατί το έντυσαν με δανεικά κοστούμια, είτε γιατί είναι το λάθος νούμερο. Παρόλα αυτά, είναι πάντα μαγευτική η στιγμή που θα δεις στο πρόσωπο του άλλου, του κουρασμένου και παραπλανημένου ενήλικα, το παιδί που ήταν ή που βρίσκεται ακόμα μέσα του. Μπορεί βέβαια να μην είσαι τίποτα περισσότερο από τρελός. Όπως και να ‘χει, το ίδιο ισχύει αν βλέπεις παιδιά ή νέους όπως θα μπορούσαν να είναι σε μεγαλύτερη ηλικία.

Είναι ένα από τα πρωινά δρομολόγια. Πριν τις 7. Καλύτερα έτσι. Οι περισσότεροι είναι νυσταγμένοι και δεν μιλάνε πολύ. Στο Soul Train της εργατιάς οι άνθρωποι είναι σκυμμένοι. Κουτουλούν από τη νύστα, κουτουλούν σε οθόνες κινητών, κουτουλούν ο ένας στον άλλον στα απότομα σπινιαρίσματα του συρμού ή καθώς εντοπίζουν τις κενές θέσεις από απόσταση με την εξαιρετική όραση ενός όρνεου, τη σβελτάδα του ζαρκαδιού και τους χοντροκομμένους τρόπους της αρκούδας που μόλις ξύπνησε. Από τη χειμερία νάρκη. Χνώτα, βήχες, μουγκρητά, υπόκωφη αγανάκτηση, κάποιοι εργάτες που μιλάνε με το αφεντικό στο τηλέφωνο και του λένε ότι είναι καθ’ οδόν, κάποιες εργάτριες που μιλάνε για κάποια προϊσταμένη τους, όλα σε διάφορες γλώσσες. Ένα νυσταγμένο, κουρασμένο ήδη, πνιγηρό και ματαιωμένο soundtrack, τα αλληλεπικαλυπτόμενα ηχοτοπία μιας εφήμερης Βαβέλ. Και φυσικά, πάντα κάποιος ή κάποιοι θα υπάρχουν που θα έχουν το κινητό τους δυνατά, κάνοντας ασταμάτητο scrolling στα προσωπικά τους δίκτυα, ακούγοντας τα δικά τους καψουροτράγουδα της δικής τους γλώσσας, θρησκευτικές προτροπές ή βίντεο με ανθρώπους που κάνουν ηλίθια πράγματα, αδυνατώντας πλήρως να συλλάβουν έννοιες συνύπαρξης, ευγένειας, σεβασμού. Τους ρίχνεις μια δυο αυστηρές ματιές. Είσαι έτοιμος να τους φωνάξεις να βγάλουν τον σκασμό. Να βάλεις τα πράγματα σε μια σειρά. Λίγος πολιτισμός, επιτέλους! Τελικά, σκέφτεσαι πόσο μάταιο θα ήταν. Πόσο υπερφίαλο και σουρεαλιστικό κάπως να υποθέτεις ότι αυτά είναι σε όλους κατανοητά. Ότι οι άνθρωποι έχουν την ίδια καλλιέργεια με αυτή που τοποθετείς ως ιδανική στα συννεφάκια σου, πόσο μάλλον τις ίδιες προθέσεις. Και σιχτιρίζεις που δεν πήρες ακόμα εκείνα τα ακουστικά για το κινητό.
Κατά μια περίεργη σύμπτωση, αργότερα στη δουλειά η Ε., μια Ρωσίδα καμαριέρα που ζει χρόνια στην Ελλάδα και με την οποία μπορείς να κάνεις πολύ βαθιές συζητήσεις γιατί έχει ακριβώς εκείνη την ευαισθησία αλλά και τα εύφλεκτα νεύρα που περιμένεις από έναν ντοστογιεφσκικό χαρακτήρα, μου έλεγε ότι εκείνη που ποτέ δεν ήταν ρατσίστρια έχει αρχίσει να γίνεται γιατί χρησιμοποιεί τον Ηλεκτρικό για να μετακινείται προς κι από το μεροκάματο. Και γιατί της σπάνε τα νεύρα όλοι αυτοί οι συνήθως νεαροί, συγκεκριμένης καταγωγής/φυλής/θρησκείας που «δεν σέβονται τίποτα» και «φέρονται εδώ σαν να είναι στη χώρα τους» κι «εγώ ζω είκοσι χρόνια εδώ και ποτέ δεν σκέφτηκα να κάνω ό,τι γουστάρω» και «πρέπει να σέβεσαι τους άλλους» και «είναι απολίτιστοι». Κι έχουν όλοι και τα ίδια μαλλιά.
Τι να της πω και γω, έπεσε και στην περίπτωση. «Ναι καταλαβαίνω τι εννοείς», της λέω, «αλλά πιο πολύ θα τα βάλω με τους Έλληνες που συμπεριφέρονται κατά αυτόν τον τρόπο. Ή με ανθρώπους γενικά που υποτίθεται ότι προέρχονται από πιο προηγμένες κοινωνίες». Ήθελα να της πω ότι τις βλέπω όλες αυτές τις φυλετικές φράξιες στο τρένο κάθε μέρα, πώς η κάθε μια κοινότητα διαχέεται σε τούτο τον τόπο, πώς κοιτάζονται οι άνθρωποι, με τι υπεροψία αν είναι μετανάστες ας πούμε παλιότεροι ή αν πιστεύουν ότι έχουν περισσότερα δικαιώματα, το νιώθεις αυτό το λεπίδι που χαράζει σύνορα στην κοσμική σούπα στα βαγόνια του Ηλεκτρικού, αυτό το κατούρημα των alpha male που οριοθετεί το ζωτικό χώρο.
Το ανεπαίσθητο γρύλισμα, τη σηκωμένη τρίχα, την υπεράσπιση των τετραγωνικών εκατοστών που σηματοδοτούν, διαφοροποιούν, ορίζουν την ύπαρξή σου και τις ιδέες σου. Ήθελα να της πω για τους Έλληνες που άλλοι είναι αλαζονικοί ως κιβωτοί ενός πεθαμένου πράγματος, ενός σκηνώματος σε περιφορά ή για τους περισσότερους από αυτούς που τους παρατηρώ αποσβολωμένους, να εξαφανίζονται σε μια γωνιά, χωρίς φωνή, χωρίς ελπίδα, αδυνατώντας να κατανοήσουν τι έχει συμβεί, τι τους συμβαίνει και, το χειρότερο, τι άλλο πρόκειται να συμβεί.
Αλλά μου είπε με μια αφοπλιστική κατάφαση ότι και οι Ρώσοι τα ίδια είναι. Και μετά μιλήσαμε για το γεγονός ότι ο άντρας της την ξυλοφόρτωνε, ότι ήθελε να κάνει ένα παιδί αλλά δεν τα κατάφερε, αλλά καλύτερα ίσως αν ήταν να μεγάλωνε σε τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον και ότι θέλει να πάει στη Ρωσία να δει τη μάνα της αλλά δεν θα το κάνει γιατί φοβάται ότι δεν θα της επιτραπεί η επιστροφή στην Ελλάδα. Και είπαμε κι άλλα πολλά για την Ρωσία και την Ελλάδα, αλλά δεν είναι της παρούσης.

Έτσι, που λέτε. Κάθε πρωί η εργατική τάξη αποβιβάζεται στην Κηφισιά. Όσοι κι αν κατέβουν στους ενδιάμεσους σταθμούς και, κυρίως, στη Νερατζιώτισσα, κάθε συρμός που φτάνει στην Κηφισιά αφήνει εκατοντάδες ανθρώπων. Χριστιανούς, μουσουλμάνους, ινδουιστές ίσως και κάποιους άθεους. Ανθρώπους που έχουν οικογένειες να συντηρήσουν, ανθρώπους που φτύνουν κάτω, ανθρώπους που ξέρουν να περπατάνε για να μην εμποδίζουν, ανθρώπους που είναι σαν να βγήκαν μόλις από σπηλιά. Νέοι αραβικής συνήθως καταγωγής, με αίμα που βράζει, γυναίκες συνήθως από βαλκανικές χώρες που αποτελούν αιωνίως τα θεμέλια των σπιτιών τους. Σε αυτούς βασίζεται το «θαύμα» της ελληνικής ανάπτυξης. Σε οικοδομές, ξενοδοχεία και χωράφια, η χώρα βασίζει την οικονομία της στο ξένο αίμα που πολύ ευχαρίστως θα αφήσει να χυθεί στην αρένα του άρτου και των θεαμάτων. Ένα ολόκληρο σύστημα εκμετάλλευσης κατά το δοκούν.
Σε αυτό το ανθρώπινο ποτάμι γίνονται όλοι ένα. Μια μάζα αναλώσιμων εργατών που οδεύει προς τα λεωφορεία που θα τους οδηγήσουν ακόμα πιο πέρα, στα προκεχωρημένα προάστια, αψηφώντας τα διερχόμενα αυτοκίνητα για να μην αργήσουν στο μεροκάματο, που σκορπίζουν στα πυκνόφυτα δρομάκια ο καθένας προς τον προορισμό του, σιωπηλοί, βιαστικοί, έχοντας ή μη αποδεχτεί την μοίρα τους. Είναι -για λίγο- ένα συγκλονιστικό θέαμα. Μοιάζει με τη μετανάστευση των γκνου στα ντοκιμαντέρ για το Σερενγκέτι στην Τανζανία τα οποία υπνωτισμένα από την επιδίωξη του σκοπού τους οδηγούνται άλλα στο στόμα των θηρευτών τους, άλλα στη γη της δικής τους επαγγελίας, στο νερό και το φρέσκο γρασίδι. Ή μοιάζει με ένα μαύρο επεισόδιο της ιστορίας ή ένα δυστοπικό σενάριο ταινίας που οι άνθρωποι έπρεπε να μετακινηθούν από το ένα τρένο στο άλλο μέχρι να εξολοθρευτούν. Ή δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα στιγμιότυπο της καθημερινότητας. Έτσι είναι αυτή η ζωή. Τουλάχιστον στην Κηφισιά μπορείς να μυρίσεις τα δέντρα όπως εξωτερικεύουν τους χυμούς τους και τους μετατρέπουν σε άνθη και φρέσκα καταπράσινα φύλλα. Είναι κι αυτό ένα κάποιο προνόμιο.
Στην επιστροφή, πάντως, τα πράγματα είναι συνήθως καλύτερα. Βρίσκεις σχεδόν πάντα θέση να καθίσεις. Μπορεί να πετύχεις δίπλα σου δύο Κηφισιώτισσες κυρίες που πάνε θέατρο. Ντυμένες φουλ. Και να μιλάνε για ένα χρέος που έχει η μία στην άλλη δύο ευρώ από τον περασμένο Ιούνιο σε μια προηγούμενη κοινή τους έξοδο ή ότι έξω από το σπίτι της μίας έχει ταξί (κι αστυνόμευση) κι ευτυχώς να της λέει η άλλη που δεν χρειάζεται να πληρώσει παραπάνω για να καλέσει ραδιοταξί.
Όλα αυτά φυσικά με την εκφορά ενός Ντίνου Χριστιανόπουλου.

