ΑΘΗΝΑ
19:12
|
24.06.2026
Όχι όπως στην Αυστρία, στη μυθολογία του Νότου υπήρχαν οι ξεκάθαρες τομές των εμφυλίων πολέμων. Οι καλοί και οι κακοί πολέμησαν, οι καλοί έχασαν.
Προεκλογικη αφίσα στην Πειραιώς, 2009. Φωτ.: Γιώργος Σερβετάς
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Ήμουν 28 που μοιάζει με μια ηλικία μικρή μάλλον, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια ηλικία που είμαστε κανονικά διαμορφωμένοι άνθρωποι. Εννοώ, έχουμε ήδη σπουδάσει κάτι πολύ, έχουμε πιάσει δουλειά, έχουμε διαβάσει, κάνει σχέσεις και χωρισμούς και οδηγάμε ήδη κάτι χρόνια. Μαλακία να το ξεχνάμε μεγαλώνοντας ότι ένας άνθρωπος 25 ετών είναι κανονικότατα ενήλικος αλλά εντάξει, και εγώ το έχω κάνει. Σε αυτή την ηλικία, δεν θυμάμαι πώς και για ποιον λόγο, πήρα από ένα βιβλιοπωλείο της Θεσσαλονίκης πάνω στη Ναυαρίνου το «Οι αποκλεισμένοι» της Ελφρίντε Γέλινεκ.

Είναι Βιέννη του 1950, οι ώριμοι άντρες είναι πρώην ναζί και κάποιοι υπήρξαν πρώην σοσιαλιστές στην περίοδο της «κόκκινης Βιέννης». Είναι μια παρέα τεσσάρων εφήβων, αγοριών και κοριτσιών, ας πούμε κάπως διαταξική όσο πολλές φορές είναι οι εφηβικές παρέες. Η αριστοκράτισσα, ο προλέτ, ορφανός γιος του πρώην σοσιαλιστή εργάτη, δυο δίδυμα, αγόρι και κορίτσι, παιδιά ανάπηρου πρώην Ες-Ες που αναπληρώνει το χαμένο του πόδι και τη χαμένη του εξουσία κακοποιώντας την οικογένειά του. Όπως συμβαίνει με παλιά αναγνώσματα κάποιες φορές, θυμάμαι την ατμόσφαιρα και όχι τόσο τα γεγονότα, και τα γεγονότα μπλέκονται με άλλα γεγονότα από ταινίες και βιβλία και γίνονται ατμόσφαιρα.

Για εμένα, ήταν 2006, η Γέλινεκ είχε πάρει το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2004, το «Σπιρτόκουτο» βγήκε στις αίθουσες με θόρυβο το 2003, το 2004 ήταν η κορύφωση του κόνσεπτ «ισχυρή Ελλάδα», το 2008 είδα στις αίθουσες το «Import-Export» του Ούλριχ Ζάιντλ και το 2008 είχαμε την εξέγερση του Δεκέμβρη που ακολούθησε τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Και αυτό το τελευταίο ήταν ένα ορόσημο.

Η παρέα στη Βιέννη του 1950 βγαίνει στους δρόμους και στα πάρκα και σπάει κόσμο στο ξύλο, εξωτερικεύει τις καταπιεσμένες και ανομολόγητες σεξουαλικές της ορμές και επιθυμίες σε βία προς τον κόσμο των ενηλίκων με έναν τρόπο που θυμίζει Χάνεκε, με έναν τρόπο που θυμίζει εκείνον τον κακοχωνεμένο Νίτσε (υπήρξε άραγε ποτέ καλοχωνεμένος Νίτσε;) που συναντά κανείς σε καταπιεσμένους 25χρονους. Κέντρο του βιβλίου ή τέλος πάντων, κέντρο στη δική μου ανάγνωση του βιβλίου είναι κάτι πολύ αυστριακό: σε αντίθεση με τη Γερμανία που χρεώθηκε όλη την ενοχή του ναζισμού, η Αυστρία έμεινε στη σκιά.

Τόσο η Γέλινεκ, όσο και ο Ζάιντλ ή ο Χάνεκε εξέφρασαν μια αυστριακή κοινωνική μυθολογία, βασισμένη στο ότι μια κοινωνία μπορεί να είναι διεφθαρμένη από πάνω μέχρι κάτω. Είναι κάτι ριζικά διαφορετικό από τη μυθολογία του Νότου, όπου υπήρχαν οι ξεκάθαρες τομές των εμφυλίων πολέμων. Στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία μπορούσε κανείς να πει ότι οι καλοί και οι κακοί πολέμησαν, οι καλοί έχασαν.

Ήταν ένας διχασμός με έναν τρόπο λυτρωτικός για την αίσθηση της συλλογικής ενοχής. Η Ευρώπη όμως μετά το 2000 ήταν ήδη πολύ μακριά από ένα τέτοιο αφήγημα. Ακόμα και στην Ελλάδα ήταν δύσκολο να μιλήσει κανείς με τέτοιους όρους: η ελληνική κοινωνία γνώριζε μια πρωτοφανή και επιθετική ευημερία. Η ευημερία, ως επιτυχία, ήταν η επίσημη θρησκεία και ιδεολογία. Η Ελλάδα έφτασε εκεί λίγο πολύ με τα ίδια μέσα που έφτασε εκεί και η δυτική Ευρώπη: η δική μας αποικιοκρατία ήταν η επέκταση στα Βαλκάνια, οι δικοί μας σκλάβοι ήταν οι Αλβανοί μαστόροι που η εργασία τους ήταν προσιτή και στον τελευταίο μικροαστό, οι σεξεργάτριες ήταν πιο πολλές, πιο όμορφες, και έρχονταν φτηνά από τις κατεστραμμένες χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Η Ελλάδα του 2000, και η Ευρώπη ίσως, είχε ανάγκη μια καινούρια θεωρία, μια θεωρία που να ερμηνεύει πώς μια κοινωνία μπορεί να είναι διεφθαρμένη με τρόπο που να διαπερνά κάθετα την ταξική της διαστρωμάτωση. Ήταν ίσως η αρχή αυτού που ζούμε πιο έντονα πια, την μετατόπιση της πολιτικής σύγκρουσης από το πεδίο της παραγωγής στο πεδίο του πολιτισμού· τότε ξεκινήσαμε να μιλάμε λιγότερο για πλούσιους και φτωχούς και περισσότερο για καθυστερημένους Ελληνάρες και προοδευτικούς φιλελεύθερους. Ωστόσο, αυτό είναι κάτι που σαν εργαλείο ανάλυσης ήταν για τα μπάζα και τότε.

Το 2008 ήταν ορόσημο από πολλές πλευρές, ήταν η αρχή της οικονομικής κρίσης με τη Lehman Brothers αν θυμάμαι καλά. Στην Ελλάδα ήταν η ηχηρή κατάρρευση της ιδεολογίας της ευημερίας, όπως εμφανίστηκε με ορμή στο προσκήνιο τον Δεκέμβρη του 2008. Ξαφνικά, τόσο η Γέλινεκ όσο και ο τότε αγαπημενος Ζάιντλ μου φάνηκαν παλιοί, ανεπίκαιροι, εκτός εποχής.

Η φτώχεια επέστρεψε στην ευρωπαϊκή ήπειρο και επιβλήθηκε στην ελληνική πραγματικότητα. Η πολεμική ενάντια στην επίθεση της ευημερίας από τη μια μέρα στην άλλη ήταν «παλιά νέα».

Το αφήγημα όμως της διεφθαρμένης κοινωνίας, αφού το είχαμε θρέψει όλοι μας, έφυγε από τα δικά μας χέρια αν ήταν ποτέ, και αν δεν υπήρξαμε απλά οι χρήσιμοι ηλίθιοι. Δεν υπήρξε πιο εμφατική υιοθεσία αυτού του αφηγήματος από την κυριαρχία, από το εκείνο το «μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου. Η ενοχή, το αφήγημα από το οποίο αγόραζε και η ελληνική αριστερά και αναρχία έγινε όπλο που στράφηκε ενάντια στους πιο αδύναμους και σε όλο το κοινωνικό σώμα.

Η Γέλινεκ ήταν αναμφισβήτητα καίρια, και προφανώς εδώ πιάνω μόνο μία μικρή πτυχή. Όταν τη διάβασα υπήρξε μια αποκάλυψη. Αλλά πραγματικά, δεν έχω πια καμία όρεξη να τη διαβάσω, ενώ με το ζόρι θα δω Ζάιντλ. Το «φταίμε» ήταν ένα ύπουλα αφελές αφήγημα. Τώρα βάζω να ακούσω Ρίτα Σακελλαρίου και Μαρίνα Σάττι, και όταν ξαναγράψω για τη Γέλινεκ θα πρέπει πω για το Dear Wendy και κάποιες λέξεις που τότε δεν τις ξέραμε αλλά για τις οποίες η Γέλινεκ έχει να μας πει: ίνσελ, ανδρόσφαιρα και Άντριου Τέιτ.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Η Κιμίκο Γιοσίντα στην Ύδρα ως τις 26/7- Δεν θα την ξεχάσεις

Περιμένουν τα αποτελέσματα νεκροψίας-νεκροτομής για την αιτία θανάτου της 36χρονης λεχώνας-γιατρού

Στον κλοιό καύσωνα από τις 26/6 και η Δανία

Έρευνα για τον ξαφνικό θάνατο 23χρονης στα Κουφονήσια

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα