ΑΘΗΝΑ
09:14
|
06.06.2026
Οι ελπίδες των καλλιτεχνών ότι ο χώρος θα μπορούσε να ορθώσει το ανάστημά του αρχίζουν να διαψεύδονται με τον οικτρότερο τρόπο.
Εικονογράφηση: Mark Bryan
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Με την ανακοίνωση ότι το Μουσείο Τέχνης της Αμερικής (Art Museum of Americas) στην Ουάσιγκτον, ακύρωσε δύο εκθέσεις,  με θέματα τη μαύρη και την queer τέχνη αντίστοιχα, οι χειρότεροι φόβοι του κόσμου της Τέχνης για τις συνέπειες που θα έχει στην καλλιτεχνική έκφραση και ελευθερία η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ έχουν αρχίσει να παίρνουν αποκρουστική μορφή και σιγά σιγά να γίνονται πραγματικότητα.

Ο φόβος των απηνών οριζόντιων κυρώσεων, της μείωσης των κονδυλίων και της απόλυσης του προσωπικού λόγω της υπεράσπισης των αρχών της διαφορετικότητας και της ελευθερίας στην Τέχνη έχει σκορπίσει ρίγη φόβου στα μεγαλύτερα ιδρύματα Τέχνης στη χώρα. Ιδίως μετά την έκδοση εκτελεστικού διατάγματος από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ στα τέλη Ιανουαρίου -θυμίζοντας τους  ναζιστικούς νόμους για την «παρηκμασμένη τέχνη» ή την εποχή της μακαρθκικής υστερίας- με το οποίο κηρύσσει παράνομη (sic!) οποιαδήποτε προβολή των «ριζοσπαστικών και σπάταλων» κατ’ αυτόν προγραμμάτων για τη διαφορετικότητα, ισότητα και την ένταξη. Οι ελπίδες των καλλιτεχνών ότι ο χώρος θα μπορούσε να ορθώσει το ανάστημά του στη «σχετική αυτονομία» του αναθεωρητισμού του Τραμπ και στην προσπάθειά του για ‘ομογενοποίηση’ κι ‘αναισθητοποίηση’ της τέχνης, αρχίζουν να διαψεύδονται με τον οικτρότερο τρόπο. Ιδίως εάν αναλογισθούμε πως το AMA, δεν ανήκει αυτό καθαυτό στο ομοσπονδιακό κράτος των ΗΠΑ ανήκει και διοικείται από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών (OAS).

Το Μουσείο στις αρχές Φεβρουαρίου είχε ανακοινώσει την ακύρωση της ομαδικής έκθεσης  «Before the Americas», σε επιμέλεια της Τσέριλ Έντουαρντς, με θέμα το διατλαντικό δουλεμπόριο και την αφρικανική διασπορά, με το οποίο διαλέγονταν τα έργα παλιότερων μοντερνικών και σύγχρονων καλλιτεχνών με ρίζες αφροαμερικανικές, αφρολατινικές και από την Καραϊβική. Ο λόγος που επικαλέσθηκαν πηγές του Μουσείου, ανακοινώνοντας στην Έντουαρντς τη ματαίωση της έκθεσης, ήταν ότι η κυβέρνηση Τραμπ απέσυρε τη χρηματοδότηση. Το σκεπτικό που επικαλέσθηκε η αμερικανική κυβέρνηση για να ανακαλέσει τη χρηματοδότηση  της έκθεσης, η οποία είχε προγραμματιστεί να ανοίξει στις 21 Μαρτίου, ύστερα από τέσσερα χρόνια οργάνωσης, ήταν ότι «η έκθεση και το πρόγραμμά αφορούσε την προβολή της διαφορετικότητας, της ισότητας και της ένταξη!».

Bayou Women, έργο της Σαμέλα Λιούις από έκθεση που ακυρώθηκε

Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που θα συμμετείχαν στην έκθεση ήταν και ο Μάρτιν Πούργιερ, ο οποίος είχε αντιπροσωπεύσει τις ΗΠΑ στη Μπιενάλε της Βενετίας το 2019 -επί Τραμπ!- κι άλλα τρανταχτά ονόματα στον χώρο της Τέχνης. Όπως  η Μεξικανο-αμερικανίδα γλύπτρια Ελίζαμπεθ Κάτλετ, η οποία στις 9 Μαρτίου εγκαινίασε μία περιοδεύουσα αναδρομική της έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης, η ζωγράφος Έιμι Σέραλντ, διάσημη για τη δημιουργία του επίσημου πορτρέτου της Μισέλ Ομπάμα, αλλά και ο Κουβανός μοντερνιστής ζωγράφος Βιλφρέντο Λαμ, που αναδρομική του θα φιλοξενήσει το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη τον ερχόμενο Νοέμβριο. Κοντολογίς, καλλιτέχνες πρώτης γραμμής, αναγνωρισμένοι διαχρονικά και σε όλον τον κόσμο.

Μπορεί η πολιτική τούτη για τη διαφορετικότητα να είχε ενισχυθεί ιδιαίτερα στη διάρκεια της θητείας του Τζο Μπάιντεν και να είχε επικυρωθεί και νομοθετικά το 2011 από τον Μπαράκ Ομπάμα, όμως οι ρίζες για το ανάθεμα από τον Τραμπ πηγαίνουν στη δεκαετία του ’60 μαζί με τους αγώνες για πολιτικά δικαιώματα των μαύρων από Ατλαντικού πλευρά, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο.

Στις 21 Μαρτίου επρόκειτο να εγκαινιασθεί άλλη μία έκθεση που ανακλήθηκε, με τίτλο «Nature’s Wild with Andil Gosine», του Καναδού καλλιτέχνη Άντιλ Γκόσιν που βασίζεται στο βιβλίο του, που εκδόθηκε το 2021 με τον τίτλο «Nature’s Wild: Love, Sex and Law in the Caribbean». Το θέμα της έκθεσης περιστρέφεται σε ζητήματα επικαιρικά και φλέγοντα στους καιρούς μας, όπως η οικολογία, η σεξουαλικότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η queer θεωρία και οι αποικιακοί νόμο στην Καραϊβική. Μεταξύ των έργων περιλαμβανόταν μία παράσταση με δώδεκα καλλιτέχνες, πολλοί από τους οποίους είναι LGBTQ+ και έγχρωμοι. Ο Γκοσίν, Καναδός καλλιτέχνης και επιμελητής που μεγάλωσε στο Τρινιντάντ, δήλωσε στη βρετανική εφημερίδα Guardian ότι δεν του αιτιολογήθηκε με κάποιον σαφή λόγο η ακύρωση στο τηλεφώνημα της 5ης Φεβρουαρίου όταν του ανακοινώθηκε πως ματαιώνεται η έκθεσή του. Στις επανειλημμένες του κρούσεις για εξηγήσεις του γνωστοποιήθηκε πως ο λόγος οφειλόταν στον προϋπολογισμό, μολονότι ο ίδιος ο Γκοσίν είχε αναθέσει να κατασκευασθούν πολλά από τα έργα στις ΗΠΑ ώστε να μην κοστίσει η μεταφορά τους από τον Καναδά (κάτι που θα άρεσε στο America First πρόταγμα του Τραμπ) και είχε εξασφαλίσει χορηγίες. Μάλιστα, η χρονική σύμπτωση της ακύρωσης, υπαινίσσεται, κατά τον ίδιο, το έτερο εκτελεστικό διάταγμα της 4ης Φεβρουαρίου, με το οποίο ο Τραμπ έδωσε εντολή στον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να επανεξετάσει τις σχέσεις με διεθνείς οργανισμούς που λαμβάνουν χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ. Και ο OAS, μολονότι είναι ένας Παναμερικανικός οργανισμός που περιλαμβάνει περισσότερα από τριάντα κράτη στη Βόρεια, Νότια και Κεντρική Αμερική,  τη μερίδα του λέοντος για τη χρηματοδότησή του την εξασφαλίζει από τις ΗΠΑ. Μάλιστα, Τραμπ ανακοίνωσε πως θα διορίσει πρεσβευτή  των ΗΠΑ στον Οργανισμό τον Λεάντρο Ριζούτο Τζ., πρώην διευθυντή της εταιρείας προσωπικής φροντίδας και κοσμητικής Conair!  Δίνοντας τελείως (δια)κοσμητικό χαρακτήρα στη θέση!

Ο Καναδός καλλιτέχνης δήλωσε στο βρετανικό έντυπο:

Υπάρχει μια μακρά ιστορία επίθεσης από συντηρητικές δυνάμεις ενάντια στις τέχνες. Αυτό για το οποίο είμαι απογοητευμένος με το OAS είναι ότι δεν πρόκειται αμιγώς για μία  ενέργεια του Τραμπ. Αλλά είναι ένα προληπτικό μέτρο. Αυτό για μένα είναι ακόμα πιο τρομακτικό γιατί μας αναγκάζει να νοιώσουμε μία άμεση άποψη για το πώς ξετυλίγεται ο φασισμός.

Ο καλλιτέχνης έχει δίκιο. Δεν είναι μόνον η λογοκρισία και η απαγόρευση τα πιο αποτρόπαια όπλα του φασισμού: είναι κυρίως ο φόβος να εκφράσουμε ακριβώς αυτό που είμαστε ή νοιώθουμε, να εκφράσουμε παραστατικά κι άφοβα την πραγματικότητα που βιώνουμε, με βάση την εμπειρία μας να προσδώσουμε και να εκφράσουμε μία οικουμενική αντίληψη πέρα από την αλλοτρίωση των ανθρώπινων σχέσεων και την οντοποιημένη και ιδεολογικά φετιχοποιημένη στερεότυπη εικόνα για τη ζωή και την πολιτική που η εξουσία, ως μόνος κριτής των πάντων, μας επιτάσσει στο πλαίσιο της «σχετικής αυτονομίας» της υπερδομής της.

Είναι η τρομοκρατία, πρώτα μέσω της οικονομικής εξαίρεσης, που εξαναγκάζει τους καλλιτέχνες και τους θεσμούς να απαρνηθούν τον ιδιαίτερο ρόλο της τέχνης να μετασχηματίζει την εμπειρία σε μία συμπεριληπτική εικόνα των διάσπαρτων πραγμάτων και της σημασίας τους, σε οντολογικό και συμβολικό, υπαρξιακό και πολιτικό, πλαίσιο. Αρνείται τον «ενοχλητικό» ρόλο της τέχνης να μας επαναφέρει στην ‘ανησυχητικά οικεία’ (unheimlich) πλευρά της ζωής, της κοινωνίας, των ανθρώπινων σχέσεων και να μας προβληματίζει ακόμη και για τη δική μας στάση.

Η εξουσία θέλει μία «αναισθητοποιημένη τέχνη», που να προβάλλει μόνον τη συναίνεση, την εξωραϊσμένη και διακοσμητική πλευρά μίας ανυπόστατα ειδυλλιακής ζωής, που  όμως οι πολιτικές της αποφάσεις την καθιστούν αβίωτη.  Οι σχέσεις Τέχνης-πολιτικής πάντοτε ήσαν συγκρουσιακές και στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο ακόμη πιο στραγγαλιστικές: γιατί η τέχνη, όπως αποδεικνύεται στην περίπτωση αυτή, δεν έχει να αντιμετωπίσει ένα ‘υπουργείο προπαγάνδας’, αλλά κυρίως το χρήμα, που κινεί όλους τους τροχούς κι εξαναγκάζει θεσμούς τέχνης και δημιουργούς -σε μία εποχή όπου ο ίδιος ο καλλιτέχνης επιδιώκει όλο και περισσότερο την ‘θεσμική’ καταξίωσή του μέσα στην πληθώρα των μουσείων, κέντρων τέχνης, μπιενάλε, επίσημων εκθέσεων κλπ- να υποκλίνονται στις απαιτήσεις του για ‘αδρανοποιημένη’ και ‘γαλήνια’, χωρίς ή έστω με ελεγχόμενο περιεχόμενο διαμαρτυρίας.

Μόνο που, όπως σοφά εξηγούσε ο Γκαλβάνο Ντελλα Βόλπε,:

Χωρίς ιδεολογία το έργο τέχνης στερείται συμβολισμού, δηλ. του οικουμενικού του χαρακτήρα και παραμένει άμορφο, χωρίς δυνατότητα να εκφράζει την ιστορία, την εμπειρία και τις διακρίσεις που, χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη κοινωνική ζωή.

Ενδεικτικό της σύγχυσης και της προληπτικής αυτολογοκρισίας που έχει δημιουργήσει το τραμπικό αναθεωρητικό ressentiment για τη διαφορετικότητα στην τέχνη είναι η απόφαση της Εθνικής Πινακοθήκης (National Museum of Art) να ακυρώσει όλα τα σχετικά προγράμματα για τη διαφορετικότητα, την ισότητα και την ένταξη, όταν μάλιστα πριν από τέσσερα χρόνια, αμέσως μετά την πρώτη θητεία του Τραμπ στην εξουσία, η NGA είχε διαθέσει 820.000 δολάρια για τέτοιες πρωτοβουλίες. Επιπλέον είχε ξανασχεδιάσει τον λογότυπο και τις πινακίδες της, ώστε αναδιατυπώνοντας το όραμά της, να «εστιάζει στη διαφορετικότητα, την ισότητα, την πρόσβαση και την ένταξη σε όλο το εύρος της δουλειάς μας για να διαφοροποιήσουμε τις ιστορίες που αφηγούμεθα, τους τρόπους με τους οποίους το κάνουμε και το προσωπικό μας». Το 2021, αναγνωρίζοντας ότι υπολείπεται στον τομέα αυτό η Πινακοθήκη είχε προσλάβει τον πρώτο επιμελητή της για την Αφροαμερικανική Τέχνη και για άλλα genre της καλλιτεχνικής έκφρασης.

Η NGA ιδρύθηκε το 1937 από το Κογκρέσο κι ως κυβερνητικό ίδρυμα, λαμβάνει σχεδόν το 80 τοις εκατό του προϋπολογισμού λειτουργίας του από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Πριν μερικές εβδομάδες στο πλαίσιο μιας  τελετής των εγκαινίων, ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς κι η σύζυγός του Ούσα παρακάθισαν σε δείπνο στο μουσείο, με άλλους υποψηφίους του υπουργικού συμβουλίου.

Μουσεία και καλλιτεχνικές οργανώσεις προσπαθούν τώρα να καθορίσουν πώς θα ανταποκριθούν στο εκτελεστικό διάταγμα. Το Ίδρυμα Smithsonian, για παράδειγμα, είπε ότι δεν έχει κανένα σχόλιο σχετικά με το πώς θα επηρεαστεί ο τρέχων προγραμματισμός ποικιλομορφίας ή πώς θα προχωρήσει. Το American Visionary Art Museum και το National Children’s Museum δεν έχουν εκφράσει τις προθέσεις τους. Πάντως, η επιβεβλημένη ή μη προθυμία ισχυρών θεσμών -που ναι μεν στηρίζονται στα ομοσπονδιακά κονδύλια, αλλά ίσως χάρις στο κύρος και την παγκόσμια φήμη τους  δεν θα δυσκολεύονταν να βρουν άλλους χορηγούς- να συμβιβασθούν με τον σκοταδισμό που προωθεί η κυβέρνηση Τραμπ αποτελεί ένα ανησυχητικό σύμπτωμα.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

80 χρόνια από το δημοψήφισμα της 2ας Ιουνίου: Πώς η ιστορική μνήμη επιβεβαιώνεται στη σημερινή Ιταλία

Ογδόντα χρόνια μετά στη Γιορτή της Δημοκρατίας, η Ιταλία βρίσκεται υπό το πρόσταγμα μίας κυβέρνησης που συντίθεται από τους αμετανόητους επιγόνους του φασισμού.
ΣΥΝΑΦΗ

Ο Πέδρο Σάντσεθ μπροστά στο τελευταίο και πιο κρίσιμο πολιτικό του στοίχημα

Σύνοδος παλαιστινιακών κομμάτων στην Αίγυπτο στις 6 και 7 Ιουνίου, χωρίς τη Φατάχ

Ασυνήθιστες βραδινές διαδηλώσεις Υπερορθόδοξων Εβραίων σε Ιερουσαλήμ και Μπέιτ Σεμές

Οργή Λιβανέζου Προέδρου για το Ιράν αντί… για το Ισραήλ που βομβαρδίζει

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα