Έχουν περάσει δεκαετίες και τη θυμάμαι σαν τώρα. Μπορεί να την έλεγαν Βάγια, Μάχη ή Ρηνούλα. Λίτσα σίγουρα όχι. Έμενε στο δίπλα σπίτι. Ένα χαμόσπιτο με δυο δωμάτια όλα κι όλα για τέσσερα άτομα. Μια μεγάλη αυλή σε σχέση με το μέγεθός του. Ασβεστώματα παντού, δυο τρεις λεμονιές και μια σιδερένια αυλόπορτα σε σκούρο πράσινο χρώμα. Όπως τα περισσότερα σπίτια τότε εκείνη την εποχή. Την έβλεπα πάντα πολύ άσπρη, γαλακτερή, γκρίζα κοντά μαλλιά, δέρμα κιμωλία ή σαν ασβεστωμένο κι αυτό. Μύριζε πάντα μια περίεργη ξινίλα, μπορεί το δέρμα της να είχε το χρώμα του ξινισμένου γάλατος, γι’ αυτό ίσως. Αλλά δεν ήταν ξινή η ίδια. Μάλλον αμίλητη. Απόμακρη. Καθόλου γκρινιάρα με μας τα παιδιά της γειτονιάς που τότε παίζαμε στους δρόμους, ξεσαλώνοντας όλη μέρα. Ποιος ξέρει τι να ‘χε μες στο μυαλό της. Ίσως το μεγάλωμα των παιδιών, το προξενιό που της έκαναν, οι άνθρωποι κι ειδικά οι γυναίκες εκείνη την εποχή στις μικρές κοινωνίες δεν ήταν άλλωστε εκδηλωτικοί. Μπορεί να πέρναγαν όλη τους τη ζωή καταπίνοντας όλα τους τα συναισθήματα και κανένας να μην γνώριζε πότε τίποτα για αυτά. Ούτε καν οι ίδιοι.
Ίσως γι’ αυτό ακριβώς να μου έχει μείνει ανεξίτηλη εκείνη η Μεγάλη Πέμπτη στην αρχαία εκκλησία, όπως καμία άλλη δεν κατάφερε ως τώρα. Γιατί την είδα να ξεσπά σε λυγμούς. Καθώς ο παπάς περιέφερε τον Εσταυρωμένο, το ξόανο με το γερμένο κεφάλι και την τρυπημένη πλευρά, η κυρά Τάδε, η λευκή σαν κιμωλία ή ασβέστης ή ξινισμένο γάλα, ξεχώριζε μες στο σκοτάδι της πένθιμης στιγμής, με τους μαυρισμένους τοίχους από το πέρασμα των αιώνων, την εγκατάλειψη, τους καπνούς των χιλιάδων κεριών που κάηκαν όπως γίνονταν προσευχές κι επικλήσεις.

Από κάτω τους κρύβονταν τοιχογραφίες που τότε ακόμα δεν είχαν αποκαλυφθεί. Θα περνούσαν χρόνια ώστε να γίνουν οι απαραίτητες εργασίες συντήρησης κι αποκατάστασης στον ναό της Παναγίας της Παρηγορήτισσας ώστε αυτές να αναδειχτούν. Άγιοι κι άγγελοι με βγαλμένα μάτια από αλλόθρησκους κατακτητές, αρχιτεκτονικά μέλη από αρχαίους ναούς, ξύλινες περασιές και ο κεραμικός διάκοσμος της τοιχοποιίας θα έρχονταν κάποτε έτσι στο φως, όταν το κτίριο θα λειτουργούσε ως μνημείο πια. Αλλά τότε ήταν όλα μαύρα, καπνισμένα, το φως ερχόταν μόνο από κεριά, πόσο μάλλον κατά το τελετουργικό της Μεγάλης Πέμπτης, της Σταύρωσης και της συντριβής του κόσμου.

Συντετριμμένη ήταν η άσπρη κυρά Τάδε και τα παιδικά μου μάτια την κοίταζαν με έκπληξη. Η αμίλητη, απόμακρη, ίσως κι απόκοσμη κυρά Τάδε δεν μπορούσε να σηκώσει εκείνον τον πόνο. Κατανοούσε το απάνθρωπο μαρτύριο ενός οποιουδήποτε καταδικασμένου σε θάνατο με σταύρωση; Δεν το χωρούσε ο νους της που ο γλυκός της Χριστός, ο δικός της, ο ολόδικός της, που ποιος ξέρει πόσα από τα ανομολόγητά της είχε μόνο σε εκείνον ομολογήσει, πέθαινε φριχτά μπροστά στα έντρομα μάτια της; Πενθούσε για τη δική της ζωή, τα σταυρωμένα της θέλω, τις ενταφιασμένες χαρές της, το Γολγοθά της ζωής της; Ήλπιζε σε μια κάποια αναπάντεχη ανάσταση;
Ό,τι κι αν ήταν, εκεί μπορούσε να ξεσπάσει με ασφάλεια. Να αφήσει χειμάρρους να ξεπηδήσουν από μέσα της. Κανείς δεν θα την κακολογούσε. Κανείς δεν θα έλεγε ότι παραφέρεται. Κανείς δεν θα την έλεγε τρελή.

Ο ναός τη Παρηγορήτισσας ή Παρηγορήτριας κατ’ άλλους, είναι ένα από τα στολίδια της Άρτας. Είναι επισκέψιμος ως μνημείο, αλλά λειτουργεί μερικές μόνο μέρες κάθε χρόνο τη Μεγάλη Εβδομάδα. Τότε είναι που στην κεντρική του πύλη κρεμιούνται οι μαύρες βαριές κουρτίνες που προσπερνώντας τες εισχωρείς σε έναν άλλο χρόνο, σε μια άλλη διάσταση, πότε για να πάρεις ένα άνθος από τον περιβόητο επιτάφιο της, πότε για να νιώσεις τη μικρότητά σου καθήμενος σε μια από τις γωνιές που σχηματίζονται ανάμεσα στους διαδρόμους της που οδηγούν στο κέντρο του.

Με τον μοναδικό σε ολόκληρη τη βυζαντινή ναοδομία ρυθμό, με τις προσθήκες του, τις φράγκικες επιρροές, τη μετατροπή του σε Μονή και την προσάρτηση σε αυτόν διαφόρων επιμέρους κτισμάτων μέσα στα χρόνια, δεν παύει να μνημονεύει τη δόξα των Κομνηνοδουκάδων και του Δεσποτάτου της Ηπείρου που δημιουργήθηκε μετά το 1204 μ.Χ στα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Ένα ολόκληρο δίκτυο ναών που χτίστηκαν εκείνα τα χρόνια, πάνω στην αρχαία πόλη της Αμβρακίας που είχε ρημάξει από τους Ρωμαίους κι έπειτα. Αυτή είναι η κληρονομιά της πόλης, η Παρηγορήτισσά της, αλλά και το γεφύρι της, τα Τζουμέρκα που μέσα από τα ποτάμια τροφοδοτούν τους πορτοκαλεώνες και τη μήτρα που λέγεται Αμβρακικός Κόλπος.

Ένα οργανικό πάντρεμα ιστορίας και Φύσης σε μια πόλη που οι περισσότεροι αγνοούν. Και, καθώς οι σύγχρονοι αυτοκινητόδρομοι την προσπερνούν για να ενώσουν μεγαλύτερα αστικά κέντρα, ενώ συγχρόνως ακολουθεί τη μοίρα των μικρών πόλεων που χάνουν τα ΤΕΙ και τις τονωτικές ενέσεις των νέων μυαλών, η πόλη πασχίζει να κάνει rembranding ή τουλάχιστον θα έπρεπε για να μην οπισθοχωρήσει αμετάκλητα στη λήθη: «Καλώς ήρθατε στη Βυζαντινή Άρτα». Την πρωτεύουσα του ένδοξου και μάλλον λησμονημένου Δεσποτάτου των Κομνηνών Δουκών. Ένα στοίχημα που μένει να αποδειχτεί αν θα το κερδίσει.
Ο ναός της Παρηγορήτισσας έχει τις γωνιές του. Τα παλιά κελιά των μοναχών. Τον γυναικωνίτη του. Τον εξαίσιο τρούλο που δεν χορταίνεις να βλέπεις. Αυτόν που αιωρείται σχεδόν καθισμένος πάνω σε διασταυρούμενους κίονες για να καταλήξει στο τεράστιο μωσαϊκό του Παντοκράτορα. Δύο κόκκινους βράχους που η παράδοση θέλει να είναι τα απολιθωμένα σώματα του πρωτομάστορα που ζήλεψε την τεχνική του κάλφα του και όπως πήγε να τον γκρεμίσει από ψηλά, έπεσαν κι οι δυο στο κενό. Άλλου πρωτομάστορα, όχι του γνωστού. Ήταν η Παναγία που εμφανίστηκε στην απαρηγόρητη μάνα του κάλφα, για να την παρηγορήσει. Έτσι θέλει η παράδοση.

Έχει και τα κρίνα του. Εκεί σε μια γωνιά του περιβόλου. Εκεί που εμφανίζονται κάθε χρόνο, στο ίδιο σημείο, γύρω στον Ευαγγελισμό, τα κρίνα της Παναγίας, τα γνωστά σε όλη τη χώρα. Εκεί ακριβώς που κάθε χρόνο το βράδυ της Ανάστασης καίγεται το ομοίωμα του Ιούδα, εκείνο το φριχτό θέαμα ενός σκιάχτρου καμωμένου από παλιά ρούχα παραγεμισμένα από άχυρο και μπόλικη βενζίνη που παραδίδεται στη φωτιά και λίγο πριν καεί ολοσχερώς οι περισσότεροι έχουν φύγει με τις λαμπάδες αναμμένες προς τα σπίτια. Εκεί ακριβώς βγαίνουν τα κρίνα. Που, μεταξύ μας, λευκές ίριδες είναι. Αλλά στην Άρτα έτσι κι αλλιώς τις ίριδες από παλιά κρίνα τις έλεγαν.

