Ο Ιούλιος ήταν ο μήνας που αιφνιδίως η δημοσιογραφική ροή κατακλύστηκε από την είδηση της απόφασης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας για την αποφυλάκιση των καταδικασμένων στελεχών-βουλευτών της Χρυσής Αυγής Ηλία Παναγιώταρου και Χρήστου Παππά. Ακολούθησαν εντάσεις και διαμαρτυρίες από διάφορες πλευρές, πολιτικά κόμματα, δικηγόρους κτλ ενώ πολύ αίσθηση δημιουργήθηκε στη σφαίρα των social media.
Κρίνουμε πρόσφορο να αναλύσουμε την εξέλιξη αυτή σε τρία κρίσιμα πεδία:
Ποινικός λαϊκισμός και ποινική αυστηροποίηση
Εν πρώτοις η αγανάκτηση είναι δικαιολογημένη. Η Χρυσή Αυγή έχει κριθεί ως μια εγκληματική οργάνωση με νεοναζιστικό υπόβαθρο που έχει διαπράξει εγκλήματα αίματος (τουλάχιστον δύο ανθρωποκτονίες) και πλήθος άλλων εγκληματικών και βίαιων ενεργειών ενώ οι βουλευτές της έχουν κριθεί ένοχοι ως διευθυντές της οργάνωσης αυτής. Χιλιάδες κόσμου διατηρεί τις μνήμες αυτής της εγκληματικής δράσης οι οποίες επανέρχονται διαρκώς στο προσκήνιο με κάθε αντιφασιστική εκδήλωση και ιδιαίτερα με τις κινήσεις για τις μαύρες επετείους των δολοφονιών Σαχζάτ Λουκμάν και Παύλου Φύσσα.


Είναι λογικό επόμενο λοιπόν ειδικά για επιζώντες και οικογένειες θυμάτων της χρυσαυγίτικης βίας να υπάρχει θυμός και αγανάκτηση μπροστά σε μια ακόμα απόφαση τις δικαιοσύνης που φαίνεται να ευνοεί ή να χαϊδεύει τη χρυσή αυγή. Ο οργανωμένος πολιτικός λόγος που βγαίνει προς τα έξω και είναι σε θέση να επηρεάσει οφείλει όμως, να είναι πιο προσεκτικός με τις λέξεις και τις συνεπαγωγές τους. Γιατί είναι σε τέτοιες περιπτώσεις που ελλοχεύει ο κίνδυνος η δίκαιη αγανάκτηση να μετατραπεί σε έναν ποινικό λαϊκισμό που ζητά περισσότερη και αυστηρότερη φυλακή, με λιγότερα ευεργετήματα και δικαιώματα για τους κρατούμενους σε μια εποχή που στο δημόσιο διάλογο ο ποινικός λαϊκισμός είναι σε πολύ υψηλά επίπεδα και η ποινική νομοθεσία διαρκώς επιδεινώνεται προς το αυστηρότερο με τελευταίο δείγμα γραφής τον ποινικό κώδικα Φλωρίδη του 2024.
Είναι φυσικό επόμενο η άγνοια και η προκατάληψη σχετικά με τη λειτουργία του ποινικού συστήματος να οδηγεί κόσμο (ακόμα κι αν έχει την καλύτερη προαίρεση) να σχηματίζει μια πρόχειρη άποψη σχετικά με την επιβολή και την έκτιση ποινών κι έτσι να ζητάει αυστηροποίηση της σχετικής νομοθεσίας ή μια πιο αυστηρή εκδοχή της εφαρμογής της ενάντια στην αρχή της επιείκειας, της αναλογικότητας, του σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα χάρη στα οποία έχουν προκύψει μέσα στα χρόνια συγκεκριμένοι όροι απονομής ποινών, έκτισής τους και υφ΄ όρων απόλυσης με το περιθώριο της ανάκλησης της ανά πάσα στιγμή.
Αυτή η νομική πεπατημένη εισάγεται στο ελληνικό δίκαιο ήδη από τα χρόνια του πρώτου Εθνικού διχασμού με το ν. 811/1917 και το βασιλικό διάταγμα της 22/29-9-1917 «Περί εκτελέσεως του ν. 811περί προσωρινής απολύσεως των καταδίκων εκ των φυλακών» για να αποκρυσταλλωθεί εντέλει ως νομολογία με την κατάρτιση του Ποινικού Κώδικα του 1951 υπό τη μορφή των άρθρων 105-110, ένας κώδικας που πρώτη φορά αναθεωρήθηκε ριζικά το 2019 επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ για να υποστεί διαδοχικές αλλεπάλληλες τροποποιήσεις με πιο καίρια και ριζική αυτή του 2024 όπως είπαμε και προηγουμένως.
Ήδη από το 1951 εισάγεται ο θεσμός της υφ’ όρων απόλυσης κρατουμένων υπό προϋποθέσεις, οι οποίες διαχωρίζονται σε τυπικές και ουσιαστικές. Οι τυπικές προϋποθέσεις καλύπτονται με τη συμπλήρωση ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος έκτισης ποινής που ποικίλει ανά περίπτωση. Για τις ποινές πρόσκαιρης κράτησης το άρθρο 105Β του Ποινικού Κώδικα 4619/2019 προέβλεπε πως με την έκτιση των 3/5 της ποινής προκύπτει δυνατότητα απόλυσης κρατουμένου υπό τον όρο της ανάκλησης. Εφόσον η έκτιση ποινής έχει συμπληρώσει το όριο που ορίζει ο νομοθέτης ως τυπική προϋπόθεση για την υφ’ όρων απόλυση τότε εξετάζονται οι ουσιαστικές.
Μέχρι πρότινος ως μόνη ουσιαστική προϋπόθεση κρινόταν η διαγωγή του κρατουμένου όπως αυτή μπορεί να διαπιστωθεί από πραγματικά περιστατικά αντιληπτά στον εξωτερικό κόσμο όπως είναι η μη τήρηση των όρων τυχόν χορηγηθείσης τακτική αδείας στον κρατούμενο, η τέλεση πειθαρχικού ή πειθαρχικών παραπτωμάτων εκ μέρους του καταδίκου, κατά την έκτιση της ποινής (όπου και πάλι πρέπει να συντρέχουν προϋποθέσεις όπως αυτά να είναι ενεργά δηλαδή να μην έχει παρέλθει ο προβλεπόμενος χρόνος κατά τον όποιο διαθέτουν τιμωρητική ισχύ (ΣυμβΠλημΠειρ 1574/2004 ΠοινΧρ 2005.557). Όλο το παραπάνω μπορεί να συνοψιστεί με τη διατύπωση του νομοθέτη περί καλή Καλής Διαγωγής και όχι άψογης ή άμεμπτης, διατυπώσεις που σκοπίμως έχουν αποφευχθεί. Κι αυτό χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να αιτιολογηθεί η συνδρομή της οριζόμενης ως «καλής διαγωγής» από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο που κρίνει κατά περίσταση την απόλυση ή μη του εκάστοτε κρατούμενου.
Αυτά βέβαια στη θεωρία. Στην πραγματικότητα τα δικαστικά συμβούλια ορίζουν εδώ και δεκαετίες με τελείως υποκειμενικά και αυθαίρετα κριτήρια τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της αρεσκείας τους ανάλογα τις πεποιθήσεις, τις προκαταλήψεις ή απλά το κέφι τους καταστρατηγώντας το από το νόμο οριζόμενο δικαίωμα των κρατουμένων στην υφ’ όρων απόλυση τους. Για πολλά χρόνια το ανομοιογενές και ετερόκλητο συνδικαλιστικό κίνημα εντός των φυλακών έχει καταγγείλει, έχει διαμαρτυρηθεί, έχει αγωνιστεί ενάντια σε αυτήν τη θεσμική εκτροπή των δικαστικών συμβουλίων και στην ελαστικότητα με την οποία κρίνει διαφορετικά ή κάθε σύνθεση τι σημαίνει καλή διαγωγή και τι όχι με αποτέλεσμα χιλιάδες κρατούμενοι να παραμένουν όμηροι του σωφρονιστικού συστήματος ακόμα και πολύ μετά τη συμπλήρωση του χρονικού ορίου δυνάμει του οποίου δικαιούνταν υφ’ όρων απόλυση.
Ανά περιόδους μάλιστα τα αιτήματα τους κυμαίνονταν και διαφοροποιούνταν σε επίπεδα ριζοσπαστικοποίησης με κάποια από αυτά να θέτουν ανά εποχές μείωση των 3/5 σε 2/5 για όλα τα αδικήματα και μείωση των ανώτατων ορίων κράτησης για τις ποινές πρόσκαιρης κάθειρξης και ισοβίων κάτι που συνέβη όντως το 2019 με την τότε ριζική αναθεώρηση του ποινικού κώδικα. Πάγια δε, θέση του κινήματος των φυλακών ήταν η αποδέσμευση της οριζόμενης καλής διαγωγής από την υποκειμενική κρίση του εκάστοτε δικαστικού συμβουλίου και η αυστηρή τήρηση της ουσιαστικής προϋπόθεσης όπως αυτή ορίζεται λαμβάνοντας υπ όψη πραγματικά περιστατικά.
Ποια είναι η κατάσταση σήμερα; Από την εκλογή της Νέας Δημοκρατίας και έπειτα εισερχόμαστε σε μια συνεχιζόμενη κατάσταση ηθικού πανικού ως προς την δήθεν εξάπλωση της βαριάς εγκληματικότητας και των αιτιών της. Όλες οι προηγούμενες μεταρρυθμίσεις καθίστανται υπεύθυνες για την «εγκληματική έξαρση» ενώ παρατηρείται η τάχιστη εξάπλωση ενός ποινικού λαϊκισμού που ζητά αυστηροποιήσεις σε όλο το φάσμα του ποινικού και σωφρονιστικού πεδίου. Ένας ποινικός λαϊκισμός που επανέρχεται διαρκώς όταν ένα κάποιο αποτρόπαιο έγκλημα απασχολεί έντονα τη δημόσια σφαίρα προκαλώντας θυμικούς κοινωνικούς αυτοματισμούς.
Μια από τις αλλαγές (πάντα σε κατεύθυνση αυστηροποίησης) που εισήλθε στο ποινικό/σωφρονιστικό πεδίο είναι όσον αφορά την υφ’ όρων απόλυση και πιο συγκεκριμένα την αντίληψη για τις ουσιαστικές προϋποθέσεις. Στο ήδη υπάρχον πλαίσιο δηλαδή της καταγγελλόμενης αυθαιρεσίας και ευελιξίας των δικαστικών συμβουλίων εις βάρος πάντα των κρατουμένων, έρχεται η εισαγωγή της διάκρισης της «κατ’ επίφαση καλής διαγωγής» και της «αληθούς-πραγματικής διαγωγής» ενώ πλέον χρειάζεται ειδική τεκμηρίωση η χορήγηση της υφ’ όρων απόλυσης από εκεί που προηγουμένως προβλεπόταν υποχρεωτική τεκμηρίωση μόνο της μη χορήγησης ( ΑΠ 843/2023).
Αυτές οι δύο τροποποιήσεις, ως ένα βαθμό προϊόντα του ποινικού λαϊκισμού που προαναφέραμε, έχουν μια τέτοια αρχιτεκτονική ώστε να επιτρέπουν την πλήρη -και πέρα από κάθε δυνατότητα ελέγχου- αυθαιρεσία των δικαστικών συμβουλίων καθώς εναπόκειται στην απόλυτη πλέον υποκειμενική κρίση των μελών ενός δικαστικού συμβουλίου να αποφασίζει πότε η διαγωγή ενός κρατουμένου είναι όντως καλή και πότε είναι προσχηματικά καλή χωρίς να απαιτούνται πραγματικά γεγονότα αντιληπτά στον εξωτερικό κόσμο. Παραβιάζεται κατάφορα επομένως η τόσο σημαντική για το νομικό πολιτισμό μιας υποτιθέμενα φιλελεύθερης δικαιοσύνης, αρχής Onus probandi (το βάρος της απόδειξης).
Ουσιαστικά πρόκειται για μια δικαϊκή αντίληψη που μεταστρέφει το τεκμήριο της καταλληλότητας (καλή διαγωγή) του κρατούμενου σε τεκμήριο υποψίας, οδηγεί σε νομολογιακή απορρύθμιση της «ουδετερότητας» των συμβουλίων αποφυλάκισης μετατρέποντας τα σε «ψυχιατρικές επιτροπές προληπτικής πρόβλεψης κινδύνου» (μετατροπή της υφ’ όρων απόλυση από «διοικητικό» -αξιολογικό ζήτημα σε «προσωπικολογική» υπόθεση, σχεδόν ποινικού τύπου προληπτικής φύσης). Το αποτέλεσμα είναι η διάκριση «προσχηματικής» και «αληθινής» καλής διαγωγής να οδηγεί σε μια «ψυχοδιάγνωση» πρόθεσης, όχι σε αντικειμενικό έλεγχο πράξεων γεγονός που παραπέμπει σε δικαστικό φρονηματισμό, ποινική μεταφυσική, και εντέλει επαναφορά πρακτικών προληπτικού κράτους δικαίου, δηλαδή δίκη χωρίς πράξη, ποινή χωρίς έγκλημα, απόρριψη χωρίς γεγονός.
Η διαχρονική ευνοϊκή ποινική μεροληψία υπέρ της Χρυσής Αυγής
Τελειώνοντας αυτήν την παρένθεση ας επιστρέψουμε στο τι συνέβη τώρα με την περίπτωση των δύο βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Αυτό που συνέβη είναι αυτό το οποίο κανονικά πρέπει να συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις. Υπενθυμίζουμε ότι όλα τα μέλη της Χρυσής Αυγής που έχουν καταδικαστεί για διεύθυνση (πλην του Παππά που ήταν υπόδικος) έχουν εκτίσει μαζί με την προφυλάκιση σχεδόν 6,5 χρόνια καθαρής έκτισης ποινής που είναι το ½ της καθορισθείσας πρωτόδικης ποινής τους για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωση και μαζί με τον ευεργετικό υπολογισμό ποινής η μικτή έκτισης ποινής σίγουρα φτάνει και ξεπερνάει τα 3/5 αυτής. Οπότε υφίστανται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις για την υφ όρων απόλυση όπως και πρέπει να ισχύει για όλους τους κρατούμενους. Μέχρι εδώ καμία παρατυπία ή αυθαιρεσία.

Καλώς ή κακώς στον νομικό πολιτισμό και βάση ανθρωπιστικού δικαίου τα δικαιώματα των κρατουμένων και όλα τα προβλεπόμενα ευεργετήματα οφείλουν να ισχύουν για όλους άνευ εξαιρέσεων, όσο απεχθές κι αν είναι το έγκλημα που έχουν διαπράξει αλλιώς μιλάμε για καθεστώς εξαίρεσης και κάθε ρητορική που αντίκειται σε αυτό συνιστά ποινικό λαϊκισμό με αίτημα κάποιου είδους εξαίρεση. Οι ιδεολογικές θέσεις κάθε κρατούμενου, το αν τις υποστηρίζει δημόσια ή μη, το αν έχει επαφές με ομοϊδεάτες του, τοποθετείται σε εκδηλώσεις, γράφει κείμενα και η μετάνοια του ως προς τα αδικήματα που του προσάπτονται δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επηρεάζουν την κρίση ενός δικαστικού συμβουλίου για το δικαίωμα στην άδεια ή την υφ’ όρων απόλυση ενός κρατουμένου ή μη.
Το ζήτημα που παρουσιάζεται εδώ όμως, είναι ότι η εξαίρεση συμβαίνει αντιστρόφως. Υπάρχει δηλαδή ένας παγιωμένος κανόνας αυθαιρεσίας που εξαντλείται πάνω σε μια τεράστια πλειοψηφία κρατουμένων που δεν αποφυλακίζονται σχεδόν ποτέ βάση των τυπικών/ουσιαστικών προϋποθέσεων όπως είναι η συμπλήρωση των 3/5 μικτής έκτισης ποινής και υπάρχει η περίπτωση των βουλευτών της χρυσής αυγής που αποφυλακίζονται με την ως άνω βάση όπως προβλέπεται και όπως θα έπρεπε να γίνεται για όλους. Αυτή η διάκριση είναι όμως προβληματική στη βάση της ισονομίας και στο πως αυτή εφαρμόζεται και στο αν εφαρμόζεται και όχι στο γεγονός ότι οι χρυσαυγίτες βουλευτές αποφυλακίζονται με αυτούς τους όρους.
Η πρόκληση εδώ είναι ότι η όποια προνομιακή μεταχείριση προκύπτει από τη τήρηση της νομιμότητας ειδικά στην περίπτωση των δύο χρυσαυγιτών και στην μη τήρηση της νομιμότητας στην πλειοψηφία των κρατουμένων. Στο γεγονός δηλαδή ότι η νομιμότητα εφαρμόζεται κατ’ εξαίρεση και η αυθαιρεσία κατά κανόνα. Και μάλιστα η νομιμότητα στην πιο ελαστική της εκδοχή καθώς όπως προαναφέραμε εναπόκειται πλέον καθαρά στην κρίση ενός δικαστικού συμβουλίου να κρίνει την διαγωγή ενός κρατουμένου.
Σε αυτή τη συνθήκη ζητούμενο δεν είναι να διαμορφωθεί ένα γενικό κλίμα αγανάκτησης που να αιτείται ουσιαστικά τετελεσμένα που θα είναι εις βάρος όλων των κρατουμένων καθώς αυτό εντείνει περαιτέρω τα επίπεδα συντήρησης του δημόσιου διαλόγου γύρω από τις φυλακές και τα δικαιώματα κρατουμένων. Απεναντίας ζητούμενο είναι η ανάδειξη των διπλών στάνταρ που εφαρμόζει επιλεκτικά η δικαιοσύνη και οι πολιτικοί της προϊστάμενοι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που μπορεί να είναι κατά περίπτωση φασίστες, αστυνομικοί, εγκληματίες του λευκού κολάρου, διασημότητες κτλ. Η ανάδειξη δηλαδή του ρόλου της δικαιοσύνης ενταγμένης σε ένα σύστημα ταξικής βίας και εκμετάλλευσης με τρόπο που δε θίγονται τα σκληρώς κατεκτημένα δικαιώματα των κρατουμένων όπως είναι οι προϋποθέσεις για την υφ’ όρων απόλυση.
Υπάρχει όμως πρόβλημα με τις αποφυλακίσεις των νεοναζί βουλευτών πέραν της όποιας επιλεκτικής ισονομίας; Σαφέστατα αλλά αυτό δεν αφορά και δεν πρέπει να αφορά το όριο για τη κάλυψη των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την αποφυλάκιση τους και το πρόβλημα δεν είναι για αρχή νομικό αλλά πρωτίστως πολιτικό. Ξεκινάει δε από την άσκηση της δίωξης εναντίον τους το 2013 στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης με τον 187 και όχι ως τρομοκρατικής οργάνωσης με τον 187α. Όπως έχουμε ξαναπεί η ψήφιση του 187α το 2004 εναρμονίστηκε με τις διεθνείς συμφωνίες για τον ορισμό της τρομοκρατίας ένας ορισμός που περιγράφεται ως
έγκλημα γενικής διακινδύνευσης ή έγκλημα κατά της δημόσιας τάξης υπό συνθήκες ή με τέτοιον τρόπο ή σε τέτοια έκταση που να προκαλεί σοβαρό κίνδυνο για τη χώρα ή για διεθνή οργανισμό και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό ή να εξαναγκάσει παρανόμως δημόσια αρχή ή διεθνή οργανισμό να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη ή να απόσχει από αυτή ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές ή οικονομικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού
Έκτοτε έχουμε μια σειρά διώξεων που έχουν ασκηθεί αποκλειστικά σε αντι-εξουσιαστικές και κομμουνιστικές οργανώσεις που θεωρούνται εξτρεμιστικές λόγω της βίας που μπορεί να ασκούν. Στις περιπτώσεις αυτές κρίνεται ότι η δράση αυτών των ομάδων αν και υπόκεινται καθαρά στο ποινικό πεδίο, θεωρούνται εν τούτοις ποινικές με τη διαφορά ότι τα κίνητρα πίσω από την «εγκληματική δράση» αλλά και ο τρόπος που αυτή ασκείται, συνιστούν διαφορετικού τύπου απειλής για την πολιτεία επομένως πρέπει να αντιμετωπιστούν αλλιώς.
Η επιλογή λοιπόν της ελληνικής δικαιοσύνης να μην διωχθεί το κόμμα της Χρυσής Αυγής ως τρομοκρατική οργάνωση είναι πολιτική επιλογή. Μια επιλογή που λέει ότι ακόμα κι αν η Χρυσή Αυγή κρίνεται ως βίαιη και εξτρεμιστική οργάνωση με ιεραρχία κτλ και παρά το γεγονός ότι έχει καταφέρει να μετατραπεί σε κόμμα και δη κοινοβουλευτικό έχοντας έτσι άλλη θεσμική κάλυψη, χρηματοδότηση και επιρροή, δε μπορεί να υπαχθεί στο φάσμα της τρομοκρατίας καθώς η όποια εγκληματική της δραστηριότητα απέχει παρασάγγας από τον 187α. Δε τελεί για παράδειγμα εγκλήματα γενικής διακινδύνευσης ούτε είναι σε θέση να απειλήσει τη δημόσια τάξη με τρόπο που να εκταθεί η χώρα ή ένας δημόσιος οργανισμός σε κίνδυνο, ούτε έχει φυσικά σκοπό να εκφοβίσει κάποιο πληθυσμό και πάει λέγοντας.
Με το παραπάνω δε θέλουμε να υπερασπιστούμε φυσικά την αναγκαιότητα ύπαρξης του νόμου 187α -γνωστού και ως δεύτερου τρομονόμου- που έτσι κι αλλιώς είναι ένα νομικό τερατούργημα, αλλά να σχολιάσουμε την αρχή της νομικής εξαίρεσης ως προς την Χρυσή Αυγή η οποία είναι δεδομένο ότι έχει πολιτικά χαρακτηριστικά. Με το να διωχθεί ως μια απλή εγκληματική συμμορία αποφεύγεται ο στιγματισμός ενός κοινοβουλευτικού κόμματος με τη ρετσινιά της τρομοκρατίας και ταυτόχρονα δημιουργείται ένα πολιτικό και νομικό τετελεσμένο που λέει ότι η τρομοκρατία στην Ελλάδα έχει συγκεκριμένη ιδεολογική προέλευση και δεν σχετίζεται με την πολυκατοικία της εθνικοφροσύνης στην οποία η Χρυσή Αυγή θεωρείται ότι έκανε λάθρα κατάληψη ενώ ήταν απλώς μια συμμορία κοινών εγκληματιών.
Η συνέχεια της νομικής εξαίρεσης είναι ότι ενώ η Χρυσή Αυγή ως κόμμα διώκεται στο σύνολο της ως εγκληματική οργάνωση δεν θεωρείται αυτομάτως όποιος συμμετέχει σε αυτή ως μέλος της εγκληματικής οργάνωσης. Έτσι η εγκληματική οργάνωση -και κόμμα- Χρυσή Αυγή είναι σε θέση να έχει ανοιχτά γραφεία στην πρωτεύουσα ή και σε άλλες πόλεις, να κάνει εκδηλώσεις, συγκεντρώσεις, πορείες, συναυλίες, ακόμα και μετά την πρωτόδικη καταδίκη. Είναι ζήτημα αν μπορεί να βρεθεί ένα παράδειγμα άλλης εγκληματικής οργάνωσης που να έχει αντίστοιχη αντιμετώπιση. Μπορούμε μόνο να σκεφτούμε δηλαδή αν θα ήταν δυνατόν σε κάποιο κεντρικό δρόμο της Αθήνας να υπάρχουν τα κεντρικά γραφεία της Greek Mafia, τα μέλη της να τα ανοίγουν κανονικά κάποιες μέρες της εβδομάδας, να δέχονται κόσμο, να κάνουν κοινωνικές εκδηλώσεις και ούτω καθεξής.
Η προέκταση αυτής της συγκεκριμένης νομικής εξαίρεσης παράγει ένα συγκεκριμένο νομικό παράδοξο, να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε μια Χρυσή Αυγή που νοείται ως εγκληματική οργάνωση που έχει εξαρθρωθεί, τα μέλη και η ιεραρχία της διώκονται για σύσταση, συμμετοχή ή διεύθυνση οργάνωσης και μια άλλη Χρυσή Αυγή η οποία δεν έχει εξαρθρωθεί ωστόσο λειτουργεί κανονικά και τα μέλη και η ιεραρχία της όχι μόνο δεν διώκονται, αλλά έχουν δημόσια παρουσία και λόγο και δεν τρέχει και τίποτα. Ένα νομικό παράδοξο που έφτασε στο σημείο διάφορες επιθέσεις που έχουν γίνει ανά τα χρόνια στα γραφεία που διατηρεί η Χρυσή Αυγή (που παρότι εγκληματική οργάνωση έχει το προνόμιο να διαθέτει γραφεία) να αντιμετωπίζονται σε δικαστικό επίπεδο με τον τρομονόμο 187α. Τι σημαίνει αυτό; Ότι κάποιο αδίστακτοι τρομοκράτες τελούν έγκλημα γενικής διακινδύνευσης εκφοβίζοντας κάποιον πληθυσμό και εκθέτοντας τη χώρα και διάφορους διεθνείς οργανισμούς σε κίνδυνο επιλέγοντας να επιτεθούν στα γραφεία μιας εγκληματικής οργάνωσης.
Το αποκορύφωμα όμως της νομικής εξαίρεσης στην υπόθεση της χρυσής αυγής είναι ότι η ιεραρχία αυτής της δομημένης εγκληματικής οργάνωσης που λογικώς προκύπτει ότι εφόσον είναι κόμμα θα είναι ο πρόεδρος και οι βουλευτές του, διώχθηκε και καταδικάστηκε απλώς και μόνο για διεύθυνση οργάνωσης σε 13 χρόνια ποινή. Γεγονός που δημιουργεί το μεγαλύτερο νομικό παράδοξο μέχρι τώρα. Κι αυτό δεν είναι άλλο από το ότι με την απόφαση αυτή προκύπτει μια εγκληματική οργάνωση που ως τέτοια έχει ντε φάκτο ιεραρχική δομή, άρα απλά μέλη που δρουν και διευθυντές που δίνουν εντολές, η συγκεκριμένη εγκληματική οργάνωση όμως έχει διευθυντές που μόνο διευθύνουν χωρίς να δίνουν εντολές.
Κάπως έτσι έχουμε κάτι διευθυντές, που καταδικάστηκαν δηλαδή ως τέτοιοι, είναι μεν διευθυντές χωρίς να διευθύνουν κάτι της προκοπής, δεν έχουν δώσει δηλαδή ούτε μία εντολή για κάτι που έχει κάνει η οργάνωση. Πολύ πιθανώς τους καλούσαν απλά κάθε πρωτοχρονιά για κόψιμο βασιλόπιτας επομένως δεν υφίσταται και λόγος απόδοσης ηθικής αυτουργίας για καμία εκ των εγκληματικών πράξεων της οργάνωσης, κάτι δεκάδες βίαιες επιθέσεις δηλαδή και δύο ανθρωποκτονίες.
Αυτό το παράδοξο μπορεί να αναλυθεί με βάση τη θεωρία του «Kommandogewalt» στη γερμανική νομική επιστήμη, δηλαδή της εξουσίας εντολής ως στοιχείο απόδοσης ευθύνης. Ένας «διευθυντής» εγκληματικής οργάνωσης που δεν δίνει εντολές, δεν μπορεί να είναι διευθυντής με βάση τη θεωρία της λειτουργικής αρχής ευθύνης (functional leadership theory). Επομένως η δικαιοσύνη εδώ απέδωσε μορφολογική διεύθυνση (τύποις), χωρίς πραγματική εξουσία εντολών, άρα χωρίς αιτιακή συνάφεια με τις εγκληματικές πράξεις της οργάνωσης υπονομεύοντας την ίδια τη συγκρότηση της οργάνωσης ως εγκληματικής. Σε μια πολύ μεγαλύτερη αναλογία δηλαδή ας σκεφτούμε τα βασικά μέλη και τον αρχηγό του κόμματος Τρίτου Ράιχ να καταδικάζονται στη Νυρεμβέργη για τον ηγετικό τους ρόλο στο κόμμα χωρίς να θεωρούνται ποινικά υπόλογοι για τίποτα από ό,τι διαπράχθηκε στα χρόνια της διακυβέρνησής του, για όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις, λεηλασίες, σφαγές.
Ο προοδευτικός ποινικός λαϊκισμός ως πολιτική αδυναμία
Από αυτήν την τραγελαφική δικαστική παρωδία που σύσσωμο το δημοκρατικό τόξο ανακήρυξε «ως νίκη της δημοκρατίας» προκύπτει πως δεν γνωρίζουμε ποιοι συγκεκριμένα έδωσαν τις εντολές να δολοφονηθούν οι Φύσσας και Λουκμάν εφόσον δεν ήταν οι συγκεκριμένοι διευθυντές υπεύθυνοι. Αν όχι αυτοί τότε ποιοι;
Όπως γίνεται αντιληπτό λοιπόν, το μεγαλύτερο όλων των προβλημάτων δεν είναι η αποφυλάκιση των δύο βουλευτών της Χρυσής Αυγής με τρόπο που προβλέπεται ακόμα κι αν υποδηλώνει μια κραυγαλέα έλλειψη ισονομίας. Το μεγαλύτερο όλων των προβλημάτων είναι ότι η χρυσή αυγή, μια οργάνωση αποδεδειγμένα -τουλάχιστον στα μάτια μιας προοδευτικής αντιφασιστικής μερίδας της κοινωνίας- ως μια παρακρατική φασιστική οργάνωση- θα αντιμετωπίζεται εσαεί με όρους ευνοϊκής εξαίρεσης από ένα πολιτικό σύστημα που κατά άλλα αναμασά τη θεωρία των δύο άκρων. Αντί να έχουμε δηλαδή όλους τους καταδικασμένους βουλευτές της Χρυσής Αυγής να βαρύνονται με ηθική αυτουργία για δύο ανθρωποκτονίες άρα με δις ισόβια έχουμε νομικά τετελεσμένα ικανά ακόμα και για την αποδόμηση της κατηγορίας της εγκληματικής οργάνωσης στη δίκη που γίνεται ήδη σε δεύτερο βαθμό.

Και ενώ τα παραπάνω υποδηλώνουν την ανάγκη μιας πιο αυξημένης αντιφασιστικής επαγρύπνησης και κινητοποίησης εν τούτοις επικρατεί ξανά ένας ποινικός λαϊκισμός πιο προοδευτικός, που ζητά αυστηρότερο σύστημα κράτησης, σκληρότερες φυλακές και λιγότερα δικαιώματα για τους κρατούμενους. Πρόκειται για τον λαϊκισμό μιας προοδευτικής ας πούμε αντιπολίτευσης που το 2020 συστρατεύτηκε με όλο το υπόλοιπο δημοκρατικό τόξο για να εφησυχάσει τις μάζες για το τσάκισμα «του φιδιού» έχοντας βάλει χαμηλά το ισοζύγιο κόστους-οφέλους πολύ πριν τη λήξη αυτής της δίκης γνωρίζοντας προφανώς όλα τα διακυβεύματά της. Ένας λαϊκισμός που τον γεννά η απελπισία και η αδυναμία διαμόρφωσης συσχετισμών στο σήμερα σε οποιοδήποτε επίπεδο και που καταλήγει στο «αν είναι να εφαρμόζετε τους νόμους σας υπέρ των φασιστών, κάντε σκληρότερους τους νόμους τουλάχιστον».
Ένα μοτίβο αντίδρασης που θα δούμε ίδιο και απαράλλαχτο για μπάτσους δολοφόνους, για διάσημους κακοποιητές/βιαστές, για διεφθαρμένους πολιτικούς, γενικά για πρόσωπα σε ισχύ μπορεί να τύχει να απασχολήσουν ποινικά. Η αδυναμία να υπάρξει ένα καθολικό αίτημα πλήρους ισονομίας οδηγεί ακόμα και προοδευτικές φωνές να ζητούν πιο ισχυρό κράτος, πιο σκληρούς νόμους, πιο σκληρές φυλακές….
