ΑΘΗΝΑ
10:23
|
06.06.2026
Όλα δείχνουν ότι την όποια συμφωνία ή μοιρασιά θα την πληρώσουν οι Ευρωπαίοι.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Το να μιλήσει κανείς γι’ αποτυχία στη σύνοδο που είχαν τον Δεκαπενταύγουστο οι Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα, εξαρτάται από ποια οπτική πλευρά βλέπει τα πράγματα και από τη φενάκη που έτρεφε για το αποτέλεσμα. Αντικειμενικά μιλώντας, μεγάλες προσδοκίες δεν έπρεπε να τρέφει κανείς, καθώς τα ερωτήματα για το περιεχόμενο της συνόδου ήσαν πολλά περισσότερα από εκείνα που καλούντο να συζητήσουν οι δύο ηγέτες. Εάν, από αμερικανικής πλευράς το μεγάλο διακύβευμα αφορούσε το άμα ο Τραμπ θα υλοποιούσε ένα τόσο μεγάλο βήμα, ώστε να ικανοποιηθεί ο διακαής πόθος του να τιμηθεί με Νόμπελ Ειρήνης, από την πλευρά των Ρώσων τα κέρδη μόνο και μόνο από την ανακοίνωση και την πραγμάτωση της συνάντησης ήσαν δεδομένα και, εν τέλει, οι μόνοι που αδημονούσαν εάν θα επιτυγχάνετο κάτι απτό στην Αλάσκα ήταν οι Ευρωπαίοι.

Για τους οποίους το μη αποτέλεσμα προμηνύεται καταστροφικό. Πρώτον γιατί, η βλοσυρή στάση του Τραμπ όταν ανακοίνωνε σιβυλλικά πως «δεν υπάρχει συμφωνία ώσπου να υπάρξει συμφωνία», παρ’ όλα τα παράθυρα αισιοδοξίας που άφηνε για μελλοντικές συναντήσεις και κάποιο αποτέλεσμα, μαρτυρούσε πως τουλάχιστον για τούτο το έτος το Νόμπελ θα μείνει μακριά. Δεύτερον, γιατί τα πλατιά χαμόγελα και η αλέγρα στάση του Πούτιν, σε συνδυασμό με την πιθανότερα άκαμπτη θέση του να κάνει υποχωρήσεις στο σημείο τούτο, απεδείκνυαν πως ο ίδιος είναι νικητής πριν ακόμη αρχίσει η συνάντηση. Γιατί η πρόσκληση και μόνο συνιστά  το πρώτο χτύπημα για να σπάσει το τείχος του απομονωτισμού και της περιθωριοποίησης της Μόσχας, η οποία επιπλέον κρατά όλα τα χαρτιά για το παιχνίδι της εδαφικής διαπραγμάτευσης. Κι επιπλέον, σημαίνει και μία επανανομιμοποίηση της Ρωσίας ως δύναμης σε παγκόσμιο επίπεδο για τη σφυρηλάτηση των νέων διεθνών σχέσεων και κανόνων παιχνιδιού στον κόσμο.

Στο πλαίσιο και της προσπάθειάς του να πλαγιοκοπήσει την ενότητα των BRICS και με απώτερο στόχο την Κίνα, σύμμαχο της Ρωσίας στον αδέσμευτο τούτο οργανισμό οικονομικής συνεργασίας, ο Τραμπ ξαναπροσφέρει στον Πούτιν μία ουσιαστική ηγετική θέση στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Από εξοβελιστέο πολιτικό παράγοντα, γιατί οικονομικά δεν κατόρθωσε ποτέ να τον γονατίσει -το αντίθετο, χάρις στη διαφοροποίηση των εταίρων του και την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε η απομόνωσή της, η Ρωσία είχε μεγαλύτερα κέρδη απ’ ότι οι αντίπαλοί της- όσο κι εάν η  δυτική παραπληροφόρηση διόγκωνε τα όποια αναντίρρητα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί. Και με δεδομένο το ότι η συνάντηση γίνηκε στην Αλάσκα, όπου το φυσικό σύνορο των δύο χωρών, το Στενό του Μπέρινγκ, έχει γίνει ακόμη πιο στενό, λόγω της κλιματικής κρίσης και το λιώσιμο των Πάγων της Αρκτικής, ο Τραμπ αναγορεύει συνομιλητή του τον Πούτιν και στο μελλοντικό φλέγον ζήτημα της ανακατανομής των εδαφών και των χρήσιμων ορυκτών, αλλά και των νέων, πιο σύντομων για κάποια εμπορεύματα, θαλάσσιων οδών,  που θα αναδυθούν από την τήξη των πάγων στην υπερβόρεια παγωμένη, ακόμη, ήπειρο.

Οι Πούτιν και Τραμπ ασφαλώς και θα συζητήσουν τη μοιρασιά, πάλι τη απουσία κι εις βάρος των Ευρωπαίων -μιας και διαφορές με ευρωπαϊκές χώρες έχουν κι η Ρωσία έχει  ως προς τα νέα σύνορα που θα προκύψουν από την τήξη, αλλά και ο Τραμπ με τις παράλογες εδαφικές διεκδικήσεις του στην Γροιλανδία και ακόμη και τον Καναδά. Το σημείο που θα πρέπει να κρατήσουμε μάλλον από τη συνάντηση, δεν είναι το αποτέλεσμα που αφορά την Ουκρανία, αλλά η βολιδοσκόπηση που έγινε -και θα φανεί στο μέλλον-ανάμεσα στους δύο ηγέτες για τη θέσπιση των νέων κανόνων στην παγκόσμια διακυβέρνηση και τάξη, τον νέο χάρτη διεθνών σχέσεων και των δυνατοτήτων ελιγμού μέσα στα πλαίσιά τους.

Αυτό το κλίμα, ενόψει των νεοσχεδιαζόμενων κανόνων και σχέσεων θα είναι ορατό στη συνάντηση του Τραμπ με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Η υποχωρητικότητα του οποίου στα κελεύσματα της νέας διεθνούς αναγκαιότητας θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό και το μέλλον της ρωσο-αμερικανικής διαπραγμάτευσης που τον αφορά, αλλά και του βαθμού ως προς τον οποίον θα κληθεί η Ευρώπη να πληρώσει για την ανοικοδόμηση, τον επανεξοπλισμό και τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας. Δηλ. πόσο ακόμη θα αυξηθεί η douleurese (η λυπητερή) που λένε κι οι Γάλλοι, μιας και με την επονείδιστα δουλοπαροικιακή συμφωνία της φον ντερ Λάιεν, η Ε.Ε. θα καταβάλλει τεράστια ποσά στις αμερικανικές εταιρείες για να ξαναχτίσουν την Ουκρανία και θα ψωνίσουν από τις ΗΠΑ και τα όπλα με τα οποία θα την εξοπλίσουν. Και φυσικά, ο φόβος για τις Βρυξέλλες είναι μήπως και οι μελλοντικές συναντήσεις Τραμπ-Πούτιν δεν καταλήξουν στο ευκταίο αποτέλεσμα και η Ευρώπη φορτωθεί εξ ολοκλήρου το Ουκρανικό.

Γιατί αυτό είναι πολύ πιθανό, δεδομένης της ιδιοσυγκρασίας του Αμερικανού προέδρου. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που κάνουν μια παραλληλία με όσα συνέβησαν και με την άλλη, κατασκευασμένη, κρίση με τη Βόρειο Κορέα και τη συνάντηση Τραμπ-Κιμ Γιονγκ Ουν το 2018. Τότε που επίσης ο Τραμπ είχε καταβάλει μεγάλη προσωπική ενέργεια για να προσεγγίσει τον «φίλο» του Κιμ. Τότε, που  επίσης ήθελε να προσκαλέσει τον Κιμ στο «Τέρας», την προεδρική λιμουζίνα. Μόνο που εκείνη την εποχή οι σύμβουλοί του τον έπεισαν να εγκαταλείψει αυτήν την ιδέα (κάτι που δεν συνέβη τώρα  με τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Μία πολυδιαφημισμένη συνάντηση, που δεν κατέληξε πουθενά και ούτε είχε και συνέχεια, γιατί ο κυκλοθυμικός Τραμπ σύντομα τα παράτησε κι έχασε το ενδιαφέρον του για το ζήτημα της Βόρειας Κορέας, όταν είδε ότι τα πράγματα δεν προχωρούσαν.

Εάν στην περίπτωση τούτη ο Ντόναλντ Τραμπ χάσει ξανά το ενδιαφέρον του για την Ουκρανία, οι ριπτασμοί για την Ευρώπη δεν θα είναι ίδιοι με την μακρινή και αδιάφορη για τις δικές της εξελίξεις Βόρειο Κορέα. Η αδιαφορία του Τραμπ θα σημάνει πως θα μείνει παντελώς μόνη της να λύσει τον γρίφο του Ουκρανικού. Εάν σήμερα αποσυρθούν οι ΗΠΑ, που ακόμη με την κεκτημένη ταχύτητα της προηγούμενης προεδρίας και της απόφασής της να κλιμακώσει τον πόλεμο δι’ ουκρανικού κι ευρωπαϊκού αντιπροσώπου στη Μόσχα, συνδράμουν στο στρατιωτικό πεδίο τους οικονομικά αιμορραγούντες Ευρωπαίους με πληροφορίες και δορυφορικές αναγνωρίσεις για τα όπλα τους, που χειρίζονται οι Ουκρανοί, τότε ο λογαριασμός για τους Ευρωπαίους θα αυξηθεί κατακόρυφα. Κι η δυναμική τούτη ήδη υπάρχει: φάνηκε και με τη συμφωνία να διεξαχθεί η συνάντηση με τον Πούτιν, αλλά κυρίως έχει εκφρασθεί μέσω του αντιπροέδρου  Τζέι Ντι Βανς. Ο οποίος ξεκαθάρισε την περασμένη εβδομάδα ότι οι ΗΠΑ δεν θα χρηματοδοτούν πλέον την άμυνα της Ουκρανίας. Τελεία και παύλα.

Και φυσικά, όσο δεν χαράζει κάποια λύση ακόμη κι από τις μελλοντικές συνομιλίες, τόσο θα συνεχίζεται ο καταστροφικός για την ευρωπαϊκή οικονομία πόλεμος στην Ουκρανία. Και φυσικά, κι αυτό οι Ευρωπαίοι το γνωρίζουν καλά, ο Βλαντίμιρ Πούτιν θα συνεχίζει, όσο διαρκούν οι ατελείωτες συνομιλίες που δεν θα καρποφορήσουν ποτέ, να κερδίζει έδαφος και να βομβαρδίζει την Ουκρανία. Την οποία όλο και θα στηρίζουν οι Ευρωπαίοι, κόβοντας κονδύλια από τις αναγκαίες δαπάνες για τους πολίτες της, αυξάνοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια και δυσπιστία, τον ακροδεξιό λαϊκισμό και ευρωσκεπτικισμό και τις διαλυτικές τάσεις για την ίδια.

Άλλωστε, αυτό υπαινίχθηκε κι ο Πούτιν, τονίζοντας πως ευελπιστεί ότι οι Ευρωπαίοι δε θα δημιουργήσουν εμπόδια, ούτε θα προσπαθήσουν να υπονομεύσουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Κι από την πλευρά του ο Τραμπ πέρασε τη σκυτάλη της ευθύνης στον Ζελένσκι, δηλ. στους Ευρωπαίους, οι οποίοι ευελπιστεί ότι θα τον στηρίξουν εάν οι ΗΠΑ τον αφήσουν έκθετο.

Η οικονομικά ποδοπατημένη και ηθικά ξεγυμνωμένη (ειδικά όσον αφορά τη στάση της απέναντι στη Γενοκτονία στη Γάζα) Ευρώπη, που ήδη είναι απλός θεατής, κινδυνεύει να πληρώσει εάν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας καινούργιο εισιτήριο και στην έξοδο -η οποία μάλιστα δεν πρόκειται να είναι ούτε καν έξοδος, αλλά είσοδος σε άλλο δράμα. Ο Τραμπ το υπαινίχθηκε εξάλλου: μια πιθανή ειρηνευτική συμφωνία εξαρτάται πλέον από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι και ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να συνεισφέρουν περισσότερο. Εάν δεν θέλουν δηλ. να αυξηθεί ο λογαριασμός, πρέπει να πείσουν τον Ζελένσκι, ο οποίος έσπευσε στην Ουάσιγκτον, για να πείσει πως δείχνει καλή θέληση -αν και ο φόβος να σταματήσει (όπως μετά το επεισόδιο στον Λευκό Οίκο) η αμερικανική βοήθεια και οι δημοσκοπήσεις, που θέλουν το 69% των Ουκρανών να τάσσονται υπέρ του τερματισμού του πολέμου, αποτελούν τα κύρια κίνητρά του. Ελπίζοντας πάντα πως η πλήρης υποτέλεια της ευρωπαϊκής πολιτικής στα λόμπι της πολεμικής βιομηχανίας, που πλέον έχει σταματήσει την just-in-time παραγωγή της και κτίζει ολοταχώς νέες μονάδες, ποντάροντας στην οικονομία του πολέμου, θα τον βοηθήσει , σε περίπτωση που παραταθούν οι διαπραγματεύσεις, να κερδίσει χρόνο και πόντους και να μην πέσει άδοξα η κυβέρνησή του ή λήξουν οι παραστάσεις κι οι περιοδείες στις οποίες παρίστανε τον «ήρωα».

Όμως οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να πάνε πουθενά, βλέποντας -ανεξαρτήτως του αποτελέσματος των συνομιλιών ή του αδιεξόδου τους- να έχει μοιρασθεί ήδη η εκμετάλλευση της Ουκρανίας από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Ακίνητοι, μάλλον εξουδετερωμένοι πλήρως κι ανίκανοι, οι Ευρωπαίοι περιμένουν μοιρολατρικά να αναμετρηθούν με το κόστος ενός πολέμου, το οποίο θα πέσει εντελώς πάνω τους και πλέον έχοντας ρίξει όλες εκείνες τις γέφυρες, (κι όσο δε, εμπιστεύεται την εξωτερική πολιτική της στη φανατισμένη Κάγια Κάλας, ούτε που θα τις ανακατασκευάσει) που ξαναδιασχίζοντάς τες θα μπορούσαν να ισοσκελίσουν τη χασούρα όλων αυτών των χρόνων.

Έχοντας αυτοκτονήσει ενεργειακά κι εμπορικά με τη διακοπή των σχέσεων με τη Μόσχα, έχοντας παγώσει ρωσικές καταθέσεις, τάχα μου “απεξαρτηθεί” από τη φθηνή ενέργεια, αλλά και απομακρυνόμενη όλο και περισσότερο κι από τη σύμμαχο της Ρωσίας στους BRICS Κίνα, η Ευρώπη παραδίνεται εξ ολοκλήρου στις ΗΠΑ. Που επιπλέον την τιμωρούν και με δασμούς, αναγκάζοντάς την να μην επενδύει στο έδαφός της, αλλά στις ΗΠΑ και να ψωνίζουν ακριβά αμερικανικό φυσικό αέριο και όπλα και να χρηματοδοτούν στρατιωτικές επιχειρήσεις, στην Ερυθρά Θάλασσα και το τόξο του Ινδο-Ειρηνικού για να μη χρειάζεται να ξοδεύονται οι Αμερικανοί.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

80 χρόνια από το δημοψήφισμα της 2ας Ιουνίου: Πώς η ιστορική μνήμη επιβεβαιώνεται στη σημερινή Ιταλία

Ογδόντα χρόνια μετά στη Γιορτή της Δημοκρατίας, η Ιταλία βρίσκεται υπό το πρόσταγμα μίας κυβέρνησης που συντίθεται από τους αμετανόητους επιγόνους του φασισμού.
ΣΥΝΑΦΗ

Ημέρα διαλόγου στη Θεσσαλονίκη: Προϋποθέσεις για μια κυρίαρχη χώρα

Ο Πέδρο Σάντσεθ μπροστά στο τελευταίο και πιο κρίσιμο πολιτικό του στοίχημα

Σύνοδος παλαιστινιακών κομμάτων στην Αίγυπτο στις 6 και 7 Ιουνίου, χωρίς τη Φατάχ

Ασυνήθιστες βραδινές διαδηλώσεις Υπερορθόδοξων Εβραίων σε Ιερουσαλήμ και Μπέιτ Σεμές

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα