Θυμάμαι, όχι πολλά χρόνια πριν, όλο το τόξο της Αττικής από το Μάτι μέχρι τη Μάνδρα, αυτό που περικλείει τόσο την κοιλάδα του Κηφισού όσο και το Θριάσιο Πεδίο να είναι μια μεγάλη δασωμένη έκταση. Τώρα πια όλη αυτή η περιοχή είναι καμένη, αλλά όχι μόνο αυτό, αυτή θα ήταν μια καταστροφή αναστρέψιμη καθώς έχουμε τη γνώση του πώς αποκαθίσταται ένα καμένο μεσογειακό οικοσύστημα.

Αυτή η τεράστια έκταση που περικυκλώνει ένα πολεοδομικό συγκρότημα σχεδόν τεσσάρων εκατομμυρίων ανθρώπων είναι πολλαπλά κατεστραμμένη από την ανθρώπινη παρέμβαση και παρά την πολύ εκτεταμένη δημόσια συζήτηση ήδη από τη δεκαετία του ‘80, η καταστροφή είναι επιταχυνόμενη.

Θυμάμαι την ατάκα του Έγκλεστον, εκείνο το «φωτογραφίζω δημοκρατικά» και σε αυτή την περίπτωση, της Αττικής, μπορούμε εύκολα να μιλήσουμε για «δημοκρατική ασχήμια». Δεν μπορώ να την αποδώσω στη μεγάλης κλίμακας ανθρώπινη παρέμβαση, όπως αυτή που έχει καταστρέψει το παραλιακό μέτωπο Ασπρόπυργος-Ελευσίνα. Πρόκειται για μια καταστροφή διάχυτη, από μικρής κλίμακας αλλά εξαιρετικά μαζικές ανθρώπινες παρεμβάσεις. Επίσης, σε αντίθεση με τις μεγάλες και επικές βιομηχανικές χειρονομίες που έχουν βρει τον δρόμο τους στην κατασκευή αφηγήσεων και στην εικονογραφία μας (πχ στην «Κόκκινη Έρημο» του Αντονιόνι), η δημοκρατική καταστροφή του τοπίου είναι οπτικά και σημασιολογικά ανεξερεύνητη. Μπορεί κανείς να καταφύγει σε εύκολες και ετοιματζίδικες ταξινομήσεις, ένας μέτριος φιλόλογος θα έλεγε ότι οφείλεται σε κάποια «έλλειψη παιδείας» ή ένας μικροαστός θα έβλεπε σε αυτήν μια απόδειξη της δικής του αισθητικής ανωτερότητας.

Η δημοκρατική ασχήμια του τοπίου είναι μια ετερότητα χρήσιμη για την σφυρηλάτηση μιας ταυτότητας: κάποιος μπορεί να προσδιοριστεί ως αυτός που δεν έχει κιτς σπίτι, που μπορεί να τον χωρίζει ένα χάσμα από τους αστούς σε όρους διαβίωσης, αλλά βλέπει με βδελυγμία την καφρίλα του λαού. Από την άλλη, και η αριστερά ή η αναρχία ή τα όποια ανταγωνιστικά υποκείμενα δεν βρίσκονται στα νερά τους με τη συγκεκριμένη αισθητική έκφραση. Ακόμα και άνθρωποι όπως ο Βακαλόπουλος που αναζητούσαν μια λαϊκή ταυτότητα αντιμετώπισαν με απαξίωση ή αμηχανία αυτή την, ακόμα ανώνυμη, αισθητική. Όπως σε εκείνο τον συλλογικό τόμο «κάτι το ωραίον» με υπότιτλο «μια περιήγηση στην νεοελληνική κακογουστιά».
Πρόσφατα έπεσα σε ένα story στο Insta με αφορμή τον θάνατο του Αρμάνι. Ήταν μια συνέντευξη του Κατσιφάρα στον Θέμο Αναστασιάδη. Η συζήτηση ήταν για το κοστούμι Armani του Κατσιφάρα. Ο τελευταίος έλεγε ότι «αγωνίζεται για να έχουν όλοι οι Έλληνες όμορφα ρούχα». Δεν είναι μακριά από τις αντιλήψεις που ήθελαν τον κομμουνισμό μια κοινωνία αφθονίας, και εξάλλου είναι αμφίβολο αν «μπορείς να τους κρατήσεις στην φάρμα όταν έχουν δει το Παρίσι». Οι Αμερικανοί που έκαναν χιτ το συγκεκριμένο τραγουδάκι το 1919 το είχαν εμπεδώσει νωρίς: είναι αδύνατο να μην διεκδικήσουν όλοι ένα επίπεδο άνεσης και κατανάλωσης που γνωρίζουν ότι υπάρχει και που μέχρι χθες ήταν προσιτό μόνο σε λίγους. Πόσο μπορεί κάποιος να προβάλλει το εξοχικό σπίτι στην Ανάβυσσο του Κωνσταντινίδη ή τη βίλα Mache του Ξενάκη στην Αμοργό και να καταστέλλει -σε μια κοινωνία που μόλις το ‘80 βγήκε από την φτώχεια- τον τσιμεντόλιθο και το Elenit;

Οι άνθρωποι δεν είμαστε τόσο διαφορετικοί όσο εμείς οι διαφορετικοί θέλουμε να πιστεύουμε. Το φτηνό σπίτι του Σαββατοκύριακου, το ας πούμε εξοχικό, αναπαράγει πρότυπα, ή μάλλον ξεκινά από μια επιθυμία όχι πολύ διαφορετική από εκείνη των παραπάνω σπιτιών. Το άδοξο τέλος των «Ξενία», ακόμα και εκείνων των κατασκευών πρωτοπόρων, μοντερνιστών και επώνυμων αρχιτεκτόνων των οποίων ούτε τη γνώση ούτε την αισθητική μπορεί να αμφισβητήσει κανείς, είναι μια ένδειξη ότι τα έργα της αρχιτεκτονικής, ακόμα και οι μεγάλης κλίμακας δημόσιες υποδομές είναι εξίσου βραχύβιες και θνησιγενείς όσο κάθε καταναλωτικό αγαθό. Ίσως, εκείνο το προφητικό «throway living» του περιοδικού LIFE να αφορά ένα πρότυπο απίστευτα πιο εκτεταμένο από εκείνο που νομίζαμε. Δεν αφορά μόνο τα πλαστικά πιάτα και τα καλαμάκια αλλά κάθε προϊόν, κάθε κατασκευή στα πλαίσια του καπιταλισμού. Τα έργα του καπιταλισμού είναι φτιαγμένα με ημερομηνία λήξης και μετά γίνονται σκουπίδια και μπάζα.

Η αρχιτεκτονική και το τοπίο βιώνονται. Μπορούμε ίσως να φανταστούμε μια ζωή γεμάτη, μια ανάμνηση ευχάριστη σε εκείνες τις τελικά σχεδόν θνησιγενείς κατασκευές; Δεν έχω άμεση εμπειρία ούτε έχω συνομιλήσει με τους ανθρώπους που έχτισαν και χρησιμοποίησαν εκείνες τις κατοικίες. Μπορώ όμως να φανταστώ παιδικά καλοκαίρια, ευρείες οικογενειακές συναθροίσεις κάποιο Πάσχα της δεκαετίας του ‘80.

Συνέβη τότε μια κοινωνική μεταβολή ίσως παρόμοια με εκείνη που φωτογράφισε ο Ανρί-Καρτιέ Μπρεσόν, όταν οι Γάλλοι είχαν τις πρώτες τους πληρωμένες άδειες με την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου το 1936. Για να το βάλουμε στα ιστορικά συμφραζόμενα, εκείνες οι πρώτες πληρωμένες διακοπές των εργατών ήταν μια αντιγραφή των κατακτήσεων της Σοβιετικής Ένωσης. Ωστόσο, όσο και αν το ολοκαίνουριο εργατικό κράτος λειτουργούσε σαν φόβητρο για τους -αφομοιωμένους από τους αριστοκράτες- αστούς της Δύσης, η ηγεμονία στην Ευρώπη παρέμεινε δική τους. Η ευημερία στα μέρη μας σήμαινε περισσότερη κατανάλωση, μεγαλύτερο μέρισμα από τις συνήθειες των πλούσιων. Δεν σήμαινε περισσότερη κοινωνική ασφάλεια, περισσότερο και πιο ποιοτικό ελεύθερο χρόνο. Είναι κάτι που μπορεί εύκολα να το ανιχνεύσει κανείς σε μικροσυνήθειες: πχ το ποσοστό ανθρώπων που διαβάζουν ένα βιβλίο σε ανατολική Ευρώπη, συγκρινόμενο με αυτό των δυτικών. Ακόμα και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία αφορούσε αστικά κράτη με όλη την ιδεολογική σκευή τους. Ο ελληνικός «εκσυγχρονισμός» στα χρόνια του Σημίτη μοιάζει να είναι ένας σχεδόν αναμενόμενος εκφυλισμός αυτής της σοσιαλδημοκρατίας. Η προσφερόμενη για σκύλευση λαϊκή 80s αισθητική είναι το επιστέγασμα, ο ρωμαϊκός θρίαμβος των νεοφιλελεύθερων.

Ίσως να πιστεύει κανείς ότι αυτό το τοπίο είναι κάτι που μπορεί να αποφύγει. Με περισσότερα λεφτά ίσως. Προσωπικά, δεν το πιστεύω: το κατεστραμμένο τοπίο των τεσσάρων εκατομμυρίων ανθρώπων δεν κατάγεται από τη φτώχεια. Η αισθητική καταγωγή του είναι οι κοινωνίες της κατανάλωσης, τα πρότυπα τα έθεσαν αυτοί που κατάντησαν την Μύκονο βόθρο, όχι εκείνοι που ήθελαν να πιουν μπίρα σε κουτάκι γύρω από το πλαστικό τραπέζι στο σπίτι του Σαββατοκύριακου. Ως τέτοιο, είναι ένα τοπίο που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Να το ενσωματώσουμε στις αφηγήσεις, να του αποδώσουμε σημασίες όσο και αν δεν βολεύει την κάμερά μας. Ή ακόμα και την κάμερα του κινητού μας, για ένα story στα σόσιαλ. Μέχρι ένας καλός κομμουνισμός να θέσει άλλα στάνταρ ομορφιάς.
