ΑΘΗΝΑ
22:03
|
05.06.2026
Σε πείσμα εκείνων που λένε ότι «είναι απλά ένας αριθμός» η ηλικία επιμένει να είναι πολλοί αριθμοί που όλοι τους σημαίνουν κάτι.
Αντώνης Τρίτσης (1937-1992)
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Κάπου στις αρχές του 2025 πέρασα στο 50% των μεγάλων αυτής της χώρας και μέσα στο καλοκαίρι έγινα 47 χρονών. Το δεύτερο οφείλεται στο πέρασμα του χρόνου, του οποίου από όσο ξέρω, η μόνη ένδειξη της κατεύθυνσής του είναι η αύξηση της εντροπίας. Όσο για το πρώτο, βοήθησε η σχεδόν σταθερά φθίνουσα πορεία των γεννήσεων από εκείνη τη χρονιά, το 1978 που είδα το φως του κόσμου. Η διάμεση ηλικία στη χώρα μου είναι τα 46,4 χρόνια. Στην Ιταλία ή στη Γερμανία θα κέρδιζα λίγους μήνες νιότης ακόμα, ενώ στο Μονακό σχεδόν 9 χρόνια αλλά εκεί είναι ακριβά και είναι δύσκολο να προσαρμοστείς στο στιλ ζωής τους. Είχα περίπου 146 χιλιάδες συνομήλικους, λογικά θα υπάρχουν κάποιες απώλειες αλλά σίγουρα παραμένω σε μια πολυπληθή ηλικιακή ομάδα.

Τα παιδιά που γεννήθηκαν τον τελευταίο χρόνο φαίνεται να έχουν πολύ λιγότερους, κάτι σαν 64 χιλιάδες. Αυτοί είναι κάποιοι από τους αριθμούς που σχετίζονται με την ηλικία και σε πείσμα εκείνων που λένε ότι «είναι απλά ένας αριθμός» η ηλικία επιμένει να είναι πολλοί αριθμοί που όλοι τους σημαίνουν κάτι, και χωρίς να μιλήσουμε για τους βιολογικούς περιορισμούς και τις νοητικές ικανότητες που απλά φθίνουν με την ηλικία.

Αφορμή για αυτό το κείμενο ήταν ένας κύριος με μουστάκι που καθόταν στο διπλανό τραπέζι μιας ταβέρνας στην Άνδρο, λόγω του οποίου ξεκίνησε με το γιο μου μια συζήτηση για τις τυπολογίες του μουστακιού. Θυμήθηκα την εποχή που ο δικός μου πατέρας απαλλάχτηκε από το μουστάκι, θυμήθηκα επίσης την απώλεια του μουστακιού του, τότε κυβερνητικού εκπροσώπου, Δημήτρη Ρέππα. Και το μουστάκι του Αντώνη Τρίτση, του οποίου η πολιτική καριέρα τελείωσε πρόωρα ως δήμαρχος Αθηναίων, όταν πέθανε στα 55 του. Τον γκουγκλάρισα στο κινητό, και επειδή οι φωτογραφίες μου λένε πολλά, στάθηκα λίγο παραπάνω στην εμφάνιση αυτού του ανθρώπου, εκείνης της δημόσιας φιγούρας της παιδικής μου ηλικίας.

Ξέρω πολύ λίγα τόσο για τον άνθρωπο όσο και για την πολιτική του πορεία. Δεν μπορώ να καταλάβω από τις φωτογραφίες αν ήταν ένας ωραίος άντρας ή όχι. Μοιάζει να ήταν ένας άνθρωπος με αυτοπεποίθηση, οπότε μάλλον ωραίος για τα κοινωνικά και αισθητικά στάνταρ της γενιάς του, πράγμα που είναι κάπως λογικό: σπουδές στην Αμερική με υποτροφία Fullbright, συμμετοχή στον αγώνα κατά της χούντας, υπουργός μετά. Κυκλοφορούσε με το πρωτοποριακό τότε Renault Espace, είχε συχνά το σακάκι ριγμένο στον ώμο. Ωστόσο, δεν παύει η εμφάνισή του να μοιάζει κάπως απαρχαιωμένη. Μπορεί να κάνω λάθος, μπορεί έτσι να ήταν οι άντρες το 1990. Εξάλλου, ήταν μια εποχή τεράστιας αλλαγής παγκόσμια, η ΕΣΣΔ διαλυόταν, το καινούριο πρότυπο στον νεοφιλελευθερισμό ήταν αυτή η ανθρωπόφατσα που καθιέρωναν τα ΚΛΙΚ και ΝΙΤΡΟ.

Ο Τρίτσης, επειδή από αυτόν ξεκίνησε αυτό το κείμενο αλλά όχι μόνο ο Τρίτσης, εκείνη την εποχή όλοι οι άντρες περί τα 40 ήταν μεγάλοι. Κανονικά μεγάλοι, χωρίς την αγωνία να προσαρμοστούν στη μόδα της εποχής τους, χωρίς την αγωνία να μοιάζουν με τον τριαντάρη ή τον 25άρη του 1990. Θυμάμαι τον Διονυσίου που στα 30 του ήταν ήδη 50, ή ακόμα και ένα βίντεο του Νόρμαν Μέιλερ πολύ παλιότερα, στα 48 του, που ήταν πλήρως μπάρμπας.

Οι σημερινοί άντρες και γυναίκες των 40, μας φαίνεται -ή φαινόταν- ευχάριστο ότι έχουν εδώ και λίγες δεκαετίες απολέσει τη μεγαλίστικη εμφάνιση. Ακόμα και οι σιλουέτες είναι πολύ διαφορετικές πια, από ό,τι 40 χρόνια πριν. Μαζί με την αλλαγή προτύπων υπάρχει πια και η συνήθεια του γυμναστηρίου και της υποτίθεται προσεγμένης διατροφής, και πάλι ομως, δεν φαίνεται αυτό να έχει δώσει συνολικά καλύτερη υγεία. Μοιάζει περισσότερο με μια στιλιστική και πολιτισμική αλλαγή, με μια στροφή στο άτομο ως τη μόνη αδιαμφισβήτητη αλήθεια, ενάντια στις αλήθειες των αριθμών. Σαν η βούληση και η εικόνα του εαυτού υπερέχουν της βιολογικής πραγματικότητας.

Επειδή η ηλικία συνεπαγόταν έναν κοινωνικό ρόλο, μπορούμε να πούμε ότι η μεταβολή που συμβαίνει -και αυτό που σημαίνει αυτή η στιλιστική αλλαγή- είναι μια ενίσχυση της ατομικότητας, μια υποχώρηση της αντίληψης του κοινωνικού ρόλου. Ίσως ταυτόχρονα και μια επικράτηση της πεποίθησης ότι τα φυσικά, βιολογικά δεδομένα υπόκεινται στη βούλησή μας. Ότι αποφασίζουμε την ηλικία μας όπως αποφασίζουμε τον τρόπο ζωής μας. Όπως επιλέγουμε ανάμεσα σε καταναλωτικά αγαθά. Με έναν τρόπο υπάρχει μια αντιστοιχία με την εξέλιξη του καπιταλισμού μέχρι τα στερνά του, σήμερα: από τον προσανατολισμό σε μια παραγωγή που καλύπτει τις ανθρώπινες ανάγκες περάσαμε στη δημιουργία αναγκών που θα καλυφθούν με καταναλωτικά αγαθά. Ας πούμε ότι είναι μια μετάβαση που ξεκίνησε τη δεκαετία του ‘20 στην Αμερική και μετά τη δεκαετία του ‘50 στην Ευρώπη.

Παρόλο που ζούμε σε μια εποχή που πολλοί την θεωρούν μεταμοντέρνα, παρά το γεγονός ότι τόσο στην επιστήμη όσο και στην τέχνη, αυτό που υπήρξε ο μοντερνισμός δεν μπορεί πια να υποστηριχτεί, μοιάζει σε επίπεδο πολιτικής και οργάνωσης της κοινωνικής ζωής να είμαστε εξαιρετικά και παρακμιακά μοντέρνοι. Τι άλλο, αν όχι μοντέρνα, είναι η πεποίθηση ότι η βούληση επικρατεί απέναντι στη φύση; Και τι άλλο, εκτός από ιδεαλισμός, είναι η πίστη ότι η λογική και τα ανθρώπινα επινοήματα υπερέχουν του υπαρκτού κόσμου;

Πέρα όμως από ένα ευρύτερο ιδεολογικό πλαίσιο, νομίζω ότι η προσκόλληση στα 30 κρύβει και μια κάπως πιο ελληνική ματαίωση. Οι άνθρωποι της γενιάς μου μάλλον πρόλαβαν να βγουν σε ένα εργασιακό περιβάλλον κάπως ελεγχόμενο και ίσως και αισιόδοξο. Όταν έγιναν οι Ολυμπιακοί, η κορύφωση ίσως εκείνης της αθλιότητας που λεγόταν ισχυρή Ελλάδα στα Βαλκάνια και την Ευρώπη ήμασταν 26. Κάποιοι αριθμοί μπορούν να αποδείξουν ότι ζούσαμε σε μια άλλη χώρα.

Πχ, μέσα στην ακαδημαϊκή χρονιά 2004-2005, με τις απολαβές ενός αναπληρωτή καθηγητή β’θμιας μπορούσα να πάω ένα ταξίδι με φίλους Κωνσταντινούπολη τις μέρες των Χριστουγέννων, μια εβδομάδα στην Κρήτη για ελεύθερο κάμπινγκ τις μέρες του Πάσχα. Το καλοκαίρι ξεκινούσε με Καϊάφα όπου ήταν το στάνταρ ολιγοήμερο ελεύθερο των πρώτων ημερών του καλοκαιριού για όσους σπουδάσαμε Πάτρα, πριν καεί στις μεγάλες πυρκαγιές της Ηλείας από τις οποίες ούτε το οικοσύστημα, ούτε οι παρέες ανέκαμψαν ποτέ. Μετά είχε Γαύδο και Κρήτη, πριν από ένα μεγάλο ρόουντ τριπ ~ 40 ημερών.

Φυσικά, άλλοι άνθρωποι έκαναν λιγότερο ελεύθερο κάμπινγκ και λιγότερες διακοπές και φρόντισαν να έχουν καλοπληρωμένες δουλειές. Ο κανόνας όμως είναι ότι οι 40ρηδες προσγειώθηκαν απότομα σε μια διάψευση της υπόσχεσης, σε μια αναγκαστική αναστολή των αναγκών τους, της εκπλήρωσής τους. Η παρατεταμένη νιότη της γενιάς των 40 ή 50 χρόνων που βλέπουμε, ίσως να μην είναι παρά ο αγώνας να ξανακερδηθεί ο χρόνος μας, να γίνουν αυτά που δεν έγιναν, αυτά που χάθηκαν στα δύσκολα χρόνια μετά το 2010. Αυτοί οι άνθρωποι σήμερα σπάνια έχουν την πολυτέλεια να δεχτούν το μεγάλωμα, όπως εκείνοι οι σίγουρα πιο εκπληρωμένοι άνθρωποι των 90s.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Μέρες Θάλασσας στον Πειραιά ως τις 14 Ιουνίου 2026

Νεκρή βρέθηκε η 11χρονη μαθήτρια που αγνοούνταν στη Γαλλία

Πέθανε ο πρώην υπουργός Γιώργος Σουφλιάς

Αναρτήθηκαν τα αποτελέσματα της ΔΥΠΑ για τις παιδικές κατασκηνώσεις

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα