Η Βασιλική Μιχαλοπούλου είναι αλέγκρα σαν τα τραγούδια της. Την ώρα που μιλάει τα σπιρτόζικα μάτια της ψαχουλεύουν ανήσυχα τον χώρο. Ακουμπάει με τον καρπό το πιγούνι της με τον τρόπο που το κάνει η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Μαρίνα Κουντουράτου και οι ηρωίδες της Τζέιν Όστιεν. Συνηθίζει να λέει τα πράγματα ακριβώς όπως τα αισθάνεται.
Οι πρώτες μνήμες της είναι «γεμάτες κόσμο, συζητήσεις στη βεράντα του πατρικού σπιτιού, παιδικές φωνές και παιχνίδια». «Με τον αδερφό μου γράφαμε κασέτες και παριστάναμε τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς. Εγώ τραγουδούσα πάντα σ’ αυτές τις κασέτες. Θυμάμαι όταν ανακάλυψα ότι μπορώ να αλλάξω οκτάβα, πήγαινα στους γονείς μου και τους έλεγα ότι είμαι η Μαρία Κάλλας». «Τώρα που το λες, ίσως θα πρέπει να κουβεντιάσω με τον ψυχολόγο μου για τους λόγους που επέλεξα να γίνω τραγουδίστρια».
The Greek Dream
Η Βασιλική μεγάλωσε σε μια οικογένεια που ονειρευόταν για εκείνη μια ασφαλή διαδρομή: σπουδές, ξένες γλώσσες, σταθερή δουλειά. «Υπήρχε μεγάλη φοβία ειδικά απ’ τον μπαμπά μου να ασχοληθώ με την τέχνη. Δεν μου καλλιεργήθηκε ποτέ η ανησυχία με τον φόβο να μη γίνω τελικά καλλιτέχνης».
Θυμάται πως ο πρώτος άνθρωπος που της είπε ότι έχει ωραία φωνή ήταν ο παππούς της. Δεν είχε κλείσει ούτε τα δέκα. Τραγουδούσαν μαζί λαϊκά τραγούδια. Αν η εφηβεία της είχε σάουντρακ θα ταν παρμένα από το Meds των Placebo, το Back to Black της Έιμι Γουαϊνχάουζ. Θυμάται να τραγουδάει στα κρυφά τα τραγούδια της Τσανακλίδου. «Είχε αγοράσει η μαμά μου έναν δίσκο της, το Δύο Χρόνια Μετρό. Έβαζα το CD, έμενα σκεπασμένη στο κρεβάτι για να μην ακούγομαι και τραγουδούσα πάνω απ’ τη φωνή της Τσανακλίδου». Θυμάται να ανατριχιάζει με τα τραγούδια του Τσιτσάνη και τη φωνή του Διονυσίου και το μουσικό εκτόπισμα του Μητροπάνου.
Ως φοιτήτρια ανακάλυψε το βάθος που κρύβεται στα τραγούδια του Θανάση Παπακωνσταντίνου, του Σωκράτη Μάλαμα και του Γιάννη Αγγελάκα. Επαναδιαπραγματεύτηκε τη σχέση της με το ρεμπέτικο στα Εξάρχεια.
Η πρώτη φορά που κατάλαβε ότι η φωνή της μπορεί να συγκινήσει τους άλλους ήταν στο πλαίσιο ενός αυτοσχεδιασμού στην φοιτητική θεατρική ομάδα της Σχολής της. Η Βασιλική χαρακτηρίζει την πιο κάτω σκηνή αποκαλυπτική. «Δεν ήξερα τι να κάνω και τραγούδησα το “Δίχτυ”. Οι υπόλοιποι σάστισαν, ήταν σαν να τους συνεπήρε. Εκεί ένιωσα περήφανη, σαν να είχα ανακαλύψει κάτι μέσα μου που δεν ήξερα ότι υπάρχει».
Όταν αποφοίτησε από την Νομική αποφάσισε να απεμπλακεί απ’ τη μιζέρια του “ελληνικού ονείρου” και να κυνηγήσει το δικό της.

Το κυνήγι ενός άλλου ονείρου
«Μ’ άρεσε η νομική. Τελείωσα τις σπουδές και μου άρεσε αυτό που σπούδασα. Είχα δώσει τις εξετάσεις και είχα μπει και στον σύλλογο. Είχα κάνει άσκηση, μετά έδωσα για την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Δούλευα ως δικηγόρος. Δούλευα από το πρωί ως το βράδυ. Η δικηγορία ήταν απαιτητική. Στα γραφεία που ήμουνα δεν υπήρχε ωράριο. Φυσικά, δεν πληρωνόμουν για τις υπερωρίες μου. Το Σαββατοκύριακο, όταν δεν δούλευα, προσπαθούσα να καλύψω τις πρόβες. Για μένα δεν υπήρχαν ταξιδάκια, εκδρομές και ψώνια. Υπήρχε άλλος σκοπός. Το πρόβλημά μου ήταν ταυτόχρονα οικονομικό και χρονικό, δηλαδή θυμάμαι να βάζουμε μια πρόβα 11:00 το βράδυ ας πούμε, γιατί δεν υπήρχε άλλος χρόνος και άλλο περιθώριο για να βγει η δουλειά. Γυρνούσα στο σπίτι εξαντλημένη 2:00 ή 3:00 το πρωί. Την επόμενη μέρα έπρεπε να είμαι στη δουλειά στις 8:00 το πρωί».
Σήμερα, όμως,η Βασιλική καταφέρνει να ζει αποκλειστικά από τη μουσική. «Τα πράγματα πάνε καλύτερα, έχουν πυκνώσει τα live. Αν δεν είχα τη νομική και τα χρόνια που δούλευα παράλληλα, δεν θα τα είχα καταφέρει». «Είχα άγχος, η καρδιά μου πετάριζε. Ακόμα το έχω αυτό. Όμως, λες και πατιέται ένα κουμπί εκείνη τη στιγμή κι εξαφανίζεται μετά το πρώτο κουπλέ».
Η Βασιλική βρίσκει πως το πάλκο μπορεί να λειτουργήσει ως τόπος για την αναζήτηση της εαυτής. «Στη σκηνή είμαι εγώ στην πιο όμορφη εκδοχή μου. Απελευθερώνομαι, νιώθω σιγουριά. Αυτό που ζω στη σκηνή με έχει βοηθήσει να το φέρω και στη ζωή μου, γιατί στην καθημερινότητά μου είμαι πολύ πιο ανασφαλής -το έψαχνα. Αυτή η σιγουριά είναι αφορμή για να την κουβαλήσω μαζί μου και εκτός σκηνής».
Η τέχνη είναι πολιτική
Βρίσκει επίσης πως η σκηνή είναι τόπος πολιτικός. «Δεν θεωρώ ότι η πολιτική απέχει απ’ την τέχνη. Τί είναι η πολιτική χωρίς την τέχνη; Πολιτική είναι οτιδήποτε κάνουμε στη ζωή μας. Ο τρόπος που θα μιλήσουμε επί σκηνής, τα πράγματα που θα επιλέξουμε να πούμε, οι αξίες που αυτά πρεσβεύουν, οι τοποθετήσεις που θα κάνουμε, είναι αποτέλεσμα πολιτικής θέσης των καλλιτεχνών».
Η ίδια δεν διστάζει να χαρακτηρίσει την τρέχουσα πολιτική συγκυρία «σκατά»: «Από πού να ξεκινήσω; Απ’ το ότι έχουμε έναν πατέρα θύματος των Τεμπών που κάνει απεργία πείνας για την εκταφή του παιδιού του και τη διενέργεια τοξικολογικών για την διερεύνηση των αιτιών θανάτου; Την γενοκτονία των Παλαιστινίων; Την Πύλο που την ξεχάσαμε; Το ότι δεν μπορούν οι κωμικοί να κάνουν αστεία;»
Στη δική της οπτική, «ζούμε σε μια εποχή που έχουμε φαινομενικά ελευθερία αλλά δεν ξέρω κατά πόσο αυτή εφαρμόζεται στην πράξη. Όταν στην τοποθέτηση του Ρούπου οι συνέπειες είναι η απόλυσή του; Υπάρχει μια γενικότερη στροφή στην ακροδεξιά. Αυτό είναι πολύ λυπηρό γιατί βλέπεις ότι κατοχυρώνονται δικαιώματα για τα μάτια του κόσμου. Δεν γίνονται αποδεκτά απ’ τις ίδιες τις κοινωνίες».
Η λήθη είναι για εκείνη η πιο επικίνδυνη συνθήκη: «Ξεχνάμε γιατί δεν φροντίζουμε να θυμόμαστε. Δεν υπήρχαν πάντα ομοφυλόφιλοι; Δεν υπήρχαν πρόσφυγες πάντα; Δεν υπήρξε η γενοκτονία των Εβραίων; Γιατί μας σοκάρει τόσο; Είναι βασικός παράγοντας η μόρφωση και η γνώση».
Θηλυκότητα-Τέχνη-Εργασία : Τα ενδεχόμενα είναι όντως μετρημένα
Το να είναι γυναίκα στον χώρο της μουσικής δεν είναι ποτέ ουδέτερο: «Όσο δύσκολο είναι να κάνει οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα. Μια γυναίκα ό,τι και να ’χει είναι ψεγάδι, δηλαδή δεν είσαι αρκετά εμφανίσιμη, θα πουν ‘πού πάει αυτή να κάνει καριέρα;’. Είσαι αρκετά εμφανίσιμη; Θα πουν: ‘από φωνή κορμάρα’».
Η ίδια δεν γράφει μουσική, όμως το παρατηρεί έντονα πως δεν υπάρχουν αρκετές γυναίκες δημιουργοί: «Θα ήθελα να βλέπω περισσότερες γυναίκες δημιουργούς. Είναι δύσκολο από την άποψη ότι συνεχώς θα πρέπει να προσπαθείς να αποδείξεις κάτι. Από το πώς θα ντυθείς, τι θα πεις, πώς θα σταθείς. Το ίδιο επίπεδο κριτικής δεν το υφίσταται ένας άντρας. Μια γυναίκα πρέπει συνέχεια να αποδείξει ότι μπορεί».

Η αγορά, βέβαια, δεν είναι ενιαία: «Πέραν της αποδοχής του κοινού το να σταθείς μέσα στον χώρο είναι το δύσκολο. Θα πρέπει να αποδείξεις ποια είσαι για να σε πάρει ο άλλος στα σοβαρά. Μου φαίνεται πως περιμένουν έναν άντρα να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι και να πει “θα γίνει αυτό”. Σαφώς για να μην είμαι απόλυτη, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που συνεργαζόμαστε επί ίσοις όροις. Αλλά το έχω αντιμετωπίσει αυτό. Δυστυχώς μια γυναίκα πρέπει ακόμα να ψάξει τρόπους να επιβληθεί».
Παρόλα αυτά η ίδια καταφέρνει να διατηρεί την αισιοδοξία της με τον τρόπο που μόνο οι θηλυκότητες μπορούν. «Το μεγάλο στοίχημα για μένα, είναι αυτό: να πατήσουμε στα πόδια μας, να διεκδικήσουμε αυτό που αξίζουμε, να αναγνωρίσουμε τη μιζέρια και την πίκρα και την αδικία που υπάρχει και απ τη χαρά -που υπάρχει ακόμα κι αν δεν την βλέπουμε να πάρουμε τις δυνάμεις και την αυτοπεποίθηση, να αντιμετωπίσουμε, να αλλάξουμε ό,τι μας ενοχλεί».
- Η Βασιλική μας δίνει ραντεβού για να μας πει απο σκηνής αυτά και άλλα πολλά την Παρασκευή 10 Οκτωβρίου στον Σταυρό του Νότου.
