Στις 24 Οκτωβρίου 2025, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) και αρχηγός του στο ευρωκοινοβούλιο Μάνφρεντ Βέμπερ δήλωσε τόσο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: «Οι Ευρωπαίοι περιμένουν από την Ευρώπη να είναι σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Χρειαζόμαστε κοινά ευρωπαϊκά αμυντικά έργα και πρέπει να επιστρέψουμε στο όραμα των Σουμάν, Αντενάουερ και Ντε Γκάσπερι για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού στρατού. Η ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία πρέπει να φτάσει σε ένα επίπεδο που καμία μελλοντική κυβέρνηση δεν θα μπορεί να ανατρέψει». Όταν μιλάμε για το ΕΛΚ, πρόκειται για το ευρωπαϊκό κόμμα που περιλαμβάνει την εν Ελλάδι κυβερνώσα παράταξη και τον αρχηγό της, ήτοι την καθ’ ημάς Κάγια Κάλλας των Βαλκανίων.
Κοινώς, ανακοινώνονται δημοσίως, αρμοδίως και επισήμως αλλαγές και διευθετήσεις προς μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε έναν πολεμικό χώρο, οι οποίες προετοιμάζονται με τη ρητή πρόβλεψη να μην μπορούν να ανατραπούν από την εκλογική διαδικασία και τη δημοκρατική εναλλαγή εντός των χωρών της Ε.Ε. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στη γερμανική συνάφεια, καθώς η αντιπολιτευόμενη Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland, AfD) προτείνει μια πλατφόρμα ατλαντιστική μεν, προσβλέπουσα σε συνεργασία δε: δηλαδή, το φάσμα του ενδεχομένου μιας Αμερικανο-Γερμανο-Ρωσικής συνεννόησης συνεπεία του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, η οποία θα άλλαζε ριζικά το status quo την ισορροπία στην ευρωπαϊκή ήπειρο -προς ζημία, αν μη τι άλλο, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, μεταξύ άλλων.
Και εδώ έρχεται η διαρροή/δημοσίευση του γερμανικού Operationsplan Deutschland (OPLAN DEU), αναλυμένο υποδειγματικά ως προς τις συνεπαγωγές του από την ερευνήτρια Νελ Μπονίλα . Το OPLAN DEU, ένα διαβαθμισμένο έγγραφο 1.200 σελίδων που εφαρμόστηκε αθόρυβα στα τέλη του 2023, δεν αποτελεί απλώς ένα αμυντικό σχέδιο, αλλά τη υλική εκδήλωση του αμερικανικού στρατιωτικού δόγματος των πολυτομεακών επιχειρήσεων (Multi-Domain Operations) επί ευρωπαϊκού εδάφους. Το δόγμα ορίζει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ως «συνεχείς, ολικές και απεριόριστες» (continuous, total, and limitless), καταργώντας τη διάκριση μεταξύ ειρήνης και πολέμου – εξ ου και η δήλωση του καγκελαρίου Μερτς πως «δε βρισκόμαστε εν καιρώ πολέμου, αλλά ούτε και εν καιρώ ειρήνης» (συνεπώς, μέτρα έκτακτης ανάγκης και κατάστασης εξαίρεσης δεν πρέπει να θεωρούνται εκτός ορίων…), αλλά και ο αδιάκοπος λόγος περί «υβριδικού πολέμου».
Εν προκειμένω, το OPLAN DEU λειτουργεί ως προσχέδιο για μόνιμη κινητοποίηση και στρατιωτικοποίηση, όπου κανένας τομέας (γεωγραφικός, χρονικός ή κοινωνικός) δεν εξαιρείται. Αυτή η διαδικασία δημιουργεί ένα «ατσάλινο περίβλημα» (stahlhartes Gehäuse) θεσμικής δομής, σχεδιασμένο έτσι ώστε καμία μελλοντική κυβέρνηση να μην μπορεί να το αναιρέσει. Κοινώς, εξετάζοντας όχι μόνο το OPLAN DEU αλλά και τα ευρύτερα θεσμικά συμπαρομαρτούντα του, η γερμανική ελίτ -ως μέρος της ευρωπαϊκής ελίτ- μετατρέπει εκούσια το έδαφός της σε πρωταρχικό υλικοτεχνικό κόμβο και πεδίο μάχης, χωρίς σαφή εικόνα ως προς το πώς φαντάζεται την έκβαση μιας τέτοιας προοπτικής.

Η μετατροπή της Γερμανίας σε υπερκρατικό πολεμικό κόμβο επιτυγχάνεται μέσω μιας διαδικασίας κλειδώματος της υποδομής της, όπου ο δημόσιος χώρος υποτάσσεται στον στρατιωτικό σχεδιασμό ακόμα κι αν δεν έχει κηρυχθεί επισήμως πόλεμος. Το OPLAN DEU ενσωματώνει τη ΝΑΤΟ/αμερικανική πρόβλεψη περί Host Nation Support. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προβλέψεις αυτές δεν αφορούν πάντοτε αποκλειστικά τα ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα, δηλαδή στρατεύματα με διακρατική ΝΑΤΟϊκή εντολή, αλλά συχνά και τα αμιγώς αμερικανικά ανεξαρτήτως ΝΑΤΟ.
Η πρόβλεψη περί Host Nation Support, λοιπόν, υποβιβάζει τη Γερμανία από (στα χαρτιά) κυρίαρχο κράτος σε ένα έδαφος που είναι υποχρεωμένο να παρέχει τον υλικοτεχνικό σκελετό, τις υποδομές, τον εξοπλισμό, τη διοικητική υποστήριξη και τους βιολογικούς πόρους για την υποστήριξη μιας ευρύτερης πολεμικής προσπάθειας που σχεδιάζεται και αποφασίζεται αλλού. Στο πλαίσιο αυτό, το OPLAN DEU λειτουργεί ως προσχέδιο για την υποταγή του κράτους υποδοχής, με στόχο να διασφαλιστεί η λειτουργικότητα της Γερμανίας ως κόμβου σε περίπτωση σύγκρουσης και πολέμου, ακωλύτως και ανεξαρτήτως από την εκάστοτε κυβέρνησή της όσο αυτές οι θεσμικές αλλαγές είναι σε ισχύ. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω ενός πλαισίου έκτακτης ανάγκης όπου κάθε επίπεδο της πολιτικής διοίκησης, συμπεριλαμβανομένων των ομοσπονδιακών αρχών, των δήμων και των ιδιωτικών εταιρειών, υποτάσσεται σε ένα στρατιωτικό καθεστώς εφοδιαστικής αλυσίδας. Η Επιχειρησιακή Διοίκηση της Bundeswehr (OpFüKdoBw) είναι επισήμως υπεύθυνη για τη διεξαγωγή εθνικών και συμμαχικών επιχειρήσεων εντός της Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένης της Host Nation Support, και για τη συνέχιση και εφαρμογή του Operationsplan Deutschland. Η λογιστική αυτή υποταγή είναι τόσο εκτεταμένη που μετατρέπει τους αστικούς χώρους σε μόνιμες στρατιωτικές ζώνες διέλευσης και ενσωματώνει δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές και αποθήκες καυσίμων στο εθνικό στρατιωτικό οδικό δίκτυο (Militärstraßengrundnetz).
Το σχέδιο προβλέπει τη φιλοξενία έως και 800.000 στρατευμάτων του ΝΑΤΟ και 200.000 οχημάτων, διοχετεύοντάς τα κυρίως προς την ανατολική πτέρυγα. Οι γερμανικοί αυτοκινητόδρομοι (Autobahnen), όπως ο Α2, έχουν προκαθορισθεί ήδη ως διάδρομοι κίνησης χωρίς ανάγκη έγκρισης των γερμανικών κρατιδίων, ενώ δρόμοι, σιδηροδρομικές γραμμές και αποθήκες καυσίμων απορροφώνται στο Militärstraßengrundnetz (εθνικό στρατιωτικό οδικό δίκτυο). Οι τοπικές κυβερνήσεις των κρατιδίων έχουν χορηγήσει εκ των προτέρων εκτεταμένη γενική άδεια (“far-reaching blanket permission”) για τα μελλοντικά ΝΑΤΟϊκά κομβόι, καταργώντας τον πολιτικό έλεγχο ακόμα και ελλείψει επίσημης, νομικής κήρυξης πολέμου. Κοινώς, προβλέπεται κατάσταση εξαίρεσης και ανάληψης πολιτικών εξουσιών από στρατιωτικές δομές ακόμη και εν καιρώ, τυπικά, ειρήνης – αφού εμπεδώνεται μια γκρίζα ζώνη στο μεταξύ ειρήνης και πολέμου. Επιπλέον, το σχέδιο θεσμοθετεί τη «συνολική κρατική προσέγγιση» (Gesamtstaatlicher Ansatz), υποτάσσοντας κάθε επίπεδο της πολιτικής διοίκησης, από δήμους έως ιατρικές υπηρεσίες, σε ένα στρατιωτικό καθεστώς εφοδιαστικής αλυσίδας. Το γερμανικό ιατρικό σύστημα ενσωματώνεται στην ετοιμότητα, με σχέδια έκτακτης ανάγκης που ρητά αποδίδουν χαμηλότερη προτεραιότητα στη φροντίδα των πολιτών, καθώς ο στρατιώτης αντιμετωπίζεται ως στρατηγικά σημαντικότερος. Πρόκειται για μια θεσμική νομιμοποίηση της μεταφοράς της πολιτικής εξουσίας στον στρατιωτικό διοικητή, δηλαδή για μια κατάσταση εξαίρεσης όπου οι πρόνοιες της εξαίρεσης ενσωματώνονται ρητώς και εκ των προτέρων στην «κανονική» έννομη τάξη.
Η θεσμοθέτηση της Γερμανίας ως στρατιωτικού κόμβου/δίσκου περιστροφής, «Drehscheibe» της Ευρώπης ενισχύεται από την εδραίωση υπερκρατικών δομών διοίκησης. Η Κοινή Διοίκηση Υποστήριξης και Ενεργοποίησης του ΝΑΤΟ (JSEC) στην Ουλμ λειτουργεί ως το κέντρο διοίκησης μετόπισθεν για ολόκληρο το ευρωπαϊκό θέατρο, διασφαλίζοντας την ελεύθερη κίνηση στρατευμάτων από τα λιμάνια του Ατλαντικού έως την ανατολική πτέρυγα. Η JSEC εκλαμβάνει ρητά τη γερμανική υποδομή ως την «ηπειρωτική επέκταση των γραμμών ανεφοδιασμού της Βόρειας Αμερικής». Σε εθνικό επίπεδο, η Επιχειρησιακή Διοίκηση της Bundeswehr (OpFüKdoBw), που ιδρύθηκε την 1η Οκτωβρίου 2024 και είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή του OPLAN DEU, πραγματοποίησε μια δομική αλλαγή παραδείγματος συγχωνεύοντας τη «Διοίκηση Εξωτερικών Αποστολών» και την «Εδαφική Άμυνα», διαλύοντας διοικητικά τη διάκριση μεταξύ εξωτερικού πολέμου και εσωτερικής ασφάλειας. Ο ρόλος της OpFüKdoBw καθίσταται εν πολλοίς το να λειτουργεί ως αγωγός για τη στρατιωτικοποίηση της πολιτικής βούλησης.
Ο κεντρικός κόμβος του κινητικού πολέμου βρίσκεται στο Βισμπάντεν και το Μάιντς-Κάστελ, όπου εδρεύει η 56η Διοίκηση Πολλαπλών Τομέων Θεάτρου (56th Theater Multi-Domain Command) των ΗΠΑ, η οποία λειτουργεί ως το ευρωπαϊκό «εργαστήριο» για τη νέα μορφή πολέμου. Αυτή η διοίκηση, η οποία συνδυάζει τον κυβερνοπόλεμο με τις «χερσαίες δυνάμεις πυρός» (πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς), αποτελεί τον κόμβο ενός πλανητικού αμερικανικού δικτύου. Η Γερμανία κλειδώνεται σε μια μοιραία κινητική εξάρτηση με την επικείμενη ανάπτυξη (με «περιοδικές αναπτύξεις» από το 2026) αμερικανικών δυνατοτήτων πυρός μεγάλου βεληνεκούς, όπως το πυραυλικό σύστημα Typhon (με βεληνεκές άνω των 1.600 χλμ.). Η φιλοξενία του Typhon μετατρέπει τη Γερμανία στην πρωταρχική πλατφόρμα εκτόξευσης για την αμερικανική κλιμάκωση, καθιστώντας την πρωταρχικό στόχο σε κάθε πιθανή σύγκρουση.
Στο πλαίσιο του OPLAN DEU, η διαδικασία κλειδώματος της υποδομής επεκτείνεται και στον ιδιωτικό και ψηφιακό τομέα. Η διαχείριση και επέκταση των Convoy Support Centers (CSCs) κατά μήκος των αυτοκινητοδρόμων ανατίθεται σε ιδιωτικούς αναδόχους, με τη Rheinmetall να εξασφαλίζει σύμβαση-πλαίσιο έως το 2029, καθιστώντας το επιχειρηματικό της μοντέλο εξαρτώμενο από τη διαρκή στρατιωτική κίνηση. Επιπλέον, πρωτοβουλίες όπως το Federated Mission Networking (FMN) και η υιοθέτηση των προδιαγραφών AUNP 2.0 των ΗΠΑ δημιουργούν μια ψηφιακή κλειδαριά (digital lock-in), διασφαλίζοντας ότι ο γερμανικός στρατός δεν μπορεί να λειτουργήσει ή να επικοινωνήσει εκτός του λειτουργικού συστήματος που ορίζεται από την ηγεμονία των ΗΠΑ.
Ως εκ τούτου, το συμπέρασμα είναι ότι η Γερμανία λειτουργεί ως «αγωγός», μια επεκτάσιμη πλατφόρμα εντός ενός πλανητικού συστήματος οργανωμένης βίας, όπου οι αμερικανικές δομές διοίκησης λειτουργούν με αυτονομία. Η γερμανική κυριαρχία γίνεται ολοένα και περισσότερο διακοσμητική, καθώς η διαλειτουργικότητα (interoperability) λειτουργεί στην πραγματικότητα ως διοίκηση μέσω υποδομής (command through infrastructure), μια μορφή κατοχής μέσω της κυριαρχίας στη χρήση του (ξένου) δικτύου. Η Γερμανία καθίσταται απαραίτητη, ζωτικής σημασίας, για επιχειρήσεις που δε θα μπορεί να αρνηθεί, ενώ παράλληλα διαχειρίζεται στρατηγικές που δεν μπορεί να ανακατευθύνει. Μετατρέπεται έτσι σε πυρήνα υποδομής για πλανητική στρατιωτική εμπλοκή, όπου η προετοιμασία για σύγκρουση έχει γίνει η μόνιμη κατάσταση.
Οι θεσμικές πρόνοιες φροντίζουν ώστε η ανατροπή αυτής της διαδικασίας να μην υπόκειται στη δημοκρατική εναλλαγή των κυβερνήσεων στη Γερμανία. Και η χώρα λειτουργεί ως πρότυπο για μετεξελίξεις που λαμβάνουν χώρα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Άλλωστε, όπως δήλωσε και ο ΥΠΑΜ Νίκος Δένδιας -η παρηγοριά στον άρρωστο ΝΔκράτη- το πρόβλημα είναι ότι δεν είμαστε αρκετά έτοιμοι να πεθάνουμε για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
