Η πρώτη εμφάνιση του Τσεμπουράσκα έρχεται μέσα από μία έκπληξη: ένας έμπορος σε μια ανώνυμη ρωσική πόλη ανοίγει ένα κασόνι με πορτοκάλια από κάποια εξωτική χώρα και τι να δει: ένα μικρό χνουδωτό πλάσμα με τεράστια μάτια, εν μέρει αρκούδα, εν μέρει μαϊμού. «Τι να σε κάνω; Δεν ξέρω…», αναρωτιέται. Όμως δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτα. Το μικρό χαριτωμένο πλάσμα, με την ευγενική και στοργική ψυχή, με τον παράτολμο χαρακτήρα του και την χαριτωμένη κίνηση (άλλωστε το όνομά του παραπέμπει σε έναν «σκουντούφλη», αλλά και «ακροβατικό») γνωρίζει πώς να κερδίζει τις καρδιές των παιδιών, αλλά και των ενηλίκων.
Το πιο θρυλικό και δημοφιλές κινούμενο σχέδιο στη Σοβιετική Ένωση, αλλά και στη σημερινή Ρωσία και τις πρώην χώρες της Κοινοπολιτείας έκλεισε 60 χρόνια αφότου πρωτοεμφανίσθηκε και κλείνει και 55 από την πρώτη μεγάλη ταινία με αυτό πρωταγωνιστή.

Η επιτυχία του κινουμένου αυτού σχεδίου ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Η γλυκιά παιδική φωνή του κι οι περιπέτειες με τους φίλους του, ξεκινώντας από τον Γκένα, έναν κομψό κροκόδειλο που καπνίζει πίπα σηπιόλιθου και παίζει ακορντεόν και που σχεδόν αμέσως έγινε στενός φίλος του, αχώριστος σύντροφός του σε όλες τις περιπέτειές του. Και στη ζωή του Τσεμπουράσκα υπάρχουν τωόντι πολλές περιπέτειες: η δημιουργία ενός σπιτιού φιλίας για όλους τους μοναχικούς ανθρώπους, ένα ταξίδι στην παραλία που γίνεται ένα οικολογικό κατόρθωμα κατά της ρύπανσης των ποταμών, η επισκευή ενός σχολείου και πολλά άλλα. Το χαρακτηριστικό του Τσεμπουράσκα είναι ότι προβάλλει θετικά πρότυπα: κοινωνική αλληλεγγύη, ανθρώπινη συνεργασία, στοργή στους αδύναμους και στο σύνολο, τη φύση.
Γεννημένο από τον διάσημο Σοβιετικό παιδικό συγγραφέα Έντβαρντ Ουσπένσκι, το Τσεμπουράσκα εμφανίσθηκε για πρώτη φορά ουσιαστικά ως δευτεραγωνιστής στο κόμικ του «Γκένα ο Κροκόδειλος και οι φίλοι του» το 1965. Όμως η συμπαθητική τούτη μορφή κέρδισε τις εντυπώσεις και λίγο αργότερα χρίσθηκε πρωταγωνιστής μίας σειράς κινουμένων σχεδίων stop-motion animation σε σκηνοθεσία Ρομάν Κατσάνοφ για την κρατική εταιρεία Soyuzmultfilm (η πρώτη από τις οποίες κυκλοφόρησε το 1969) με τραγούδια που συνέθεσε ο Βλαντίμιρ Σάινσκι.
Η μουσική ως συστατικό στοιχείο του Τσεμπουράσκα
Τα ίδια τα τραγούδια του Τσεμπουράσκα είναι από μόνα τους ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, καθώς από μόνα τους αναδείχθηκαν σε διαχρονικές επιτυχίες και κοινά μοτίβα στην καθημερινότητα της χώρας, που μέχρι σήμερα βρίσκονται στα χείλη των κατοίκων της. Κομμάτια όπως η σερενάτα γενεθλίων του Γκένα και το τραγούδι «Μπλε Αυτοκίνητο» είναι μικρά συνθετικά διαμάντια με ονειρικό και μελαγχολικό τόνο, στα οποία όμως υποφώσκει πάντα μία ακλόνητη αισιοδοξία. Τα τραγούδια αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κάθε ιστορίας, μία νότα που υπογραμμίζει με το περιεχόμενο το μήνυμα που προσπαθούσε να περάσει το θρυλικό κινούμενο σχέδιο. Σε μία εποχή όπου η γραφειοκρατοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης, μετά την αντικατάσταση του Χρουτσόφ και το τέλος της αποσταλινοποίησης, βρισκόταν στο απόγειό της, όταν η απρόσωπη εξουσία δημιουργούσε όχι μόνον ένα κοινωνικό, αλλά κι υπαρξιακό χάσμα ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος, οι ευγενικές μορφές της «γλυκιάς συμμορίας» του Τσεμπουράσκα -για πολλούς το αντίστοιχο της συμμορίας των Looney Toons της Disney- και η επιμονή τους σε αξίες που η στυγνή πραγματικότητα της τιμής Σοβιετικής Ένωσης καταρράκωνε, αποτελούσε μια παρηγοριά.
Η καλοσύνη, η υπομονή και αγάπη για την κοινότητα και το περιβάλλον τους παρηγορούσαν τους σοβιετικούς πολίτες κάθε ηλικίας. Ο πιο «ανθρώπινος» και πιο ιδανικός κόσμος από εκείνον των ανθρώπων ήταν το καλλίτερο μέσο για να ξεφύγουν από την πραγματικότητα της εποχής, την έντονη γραφειοκρατία, την υποψίας και τον φόβο μεταξύ των κατοίκων και την ψυχρότητα, που επέβαλαν οι συνθήκες και το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής Μπρέζνιεφ. Το Τσεμπουράσκα γινόταν αντιληπτό ως μια συγκαλυμμένη κριτική της σοβιετικής κοινωνίας, εξ ου και οι απαιτήσεις του Κόμματος για την επεξεργασία ορισμένων επεισοδίων της σειράς -όπως αυτό που είναι αφιερωμένο στους Νέους Πρωτοπόρους.
Ο Τσεμπουράσκα και οι Φίλοι του
Ο Σεργκέι Κάπκοφ, ιστορικός κινουμένων σχεδίων και αρχισυντάκτης της Soyuzmultfilm, αποκάλεσε τον Τσεμπουράσκα «εντελώς άχρηστο και απελπισμένο. Είναι σαν ένας ξένος που δεν καταλαβαίνει τίποτα, αλλά έχει μόνο μία γενική ιδέα, και αυτή είναι να κάνει φίλους και να κάνει τους άλλους να κάνουν φίλους». Ένας συμπαθής ηλίθιος Ντοστογιεφσκικού τύπου, που είναι σίγουρο ότι θα αγαπηθεί από όλους.

Και πράγματι, μετά από μια αρχική καριέρα ως διακοσμητική κούκλα στη βιτρίνα ενός καταστήματος με εκπτώσεις (στη διάρκεια της οποίας ζει σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο), το Τσεμπουράσκα συναντά τον Γκένα και τους άλλους φίλους του, ανθρώπινους στη συμπεριφορά, αλλά κι ανθρωπόμορφους, παρότι ζώα και από τότε δεν θα είναι ποτέ ξανά μόνος. Ο μόνος ηθικά ζοφερός χαρακτήρας στη σειρά, γιατί πάντα πρέπει να υπάρχει ένας “κακός” σε μια ιστορία η οποία απευθύνεται σε ένα πολύ νεανικό κοινό, ώστε να αντιλαμβάνεται την ηθική διάφορα, είναι η ηλικιωμένη κυρία Σαποκλιάκ (που περνάει το όνομα της από το ιδιόμορφο καπέλο της). Ψηλή και λεπτή, κουβαλάει ένα τρομακτικό ποντίκι, τη Λάρισκα, στην τσάντα της, το οποίο τη βοηθά να κάνει φάρσες στους ανθρώπους. Κι αυτή όμως, συχνά καταλήγει να βοηθά τους πρωταγωνιστές του Τσεμπουράσκα, γιατί στο βάθος η κακία της υποκινείται από σνομπισμό και δεν έχει μοχθηρά κίνητρα: άλλωστε οι στίχοι στο δικό της τραγούδι είναι δηλωτικοί: «κανείς δεν γίνεται διάσημος για καλές πράξεις».
Η φήμη του Τσεμπουράσκα στη Ρωσία και σε όλο τον κόσμο
Περιττό να πούμε ότι η επιτυχία του χαρακτήρα του Τσεμπουράσκα στον παιδικόσμο, αλλά και στους ενήλικους στην ΕΣΣΔ ήταν άμεση και διαρκής. Από την πρώτης ταινία κινουμένων σχεδίων μεγάλου μήκους το 1971 με πρωταγωνιστή τον Τσεμπουράσκα, ο χαρακτήρας κι οι περιπέτειες του εξήχθησαν με επιτυχία και σε γειτονικές χώρες, όπως τη Σουηδία, τη Φινλανδία και την Ιαπωνία. Μάλιστα στην τελευταία αυτή χώρα, εκτός από την μεταγλώττιση ολόκληρης της σειράς, κυκλοφόρησε και μια άλλη σειρά ταινιών μικρού μήκους και μια ταινία, την οποία είδαν πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι στους κινηματογράφους.

Η αποδοχή του Τσεμπουράσκα ήταν τόση, που ακόμη και στη δεκαετία του 2000, ο χαρακτήρας επιλέχθηκε ως μασκότ της ρωσικής ολυμπιακής ομάδας για τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Ελλάδα, τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2006 στο Τορίνο, τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008 στο Πεκίνο και τέλος τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2010 στο Βανκούβερ. Οι κούκλες Τσεμπουράσκα εξόν από το γεγονός ότι έγιναν συλλεκτικά αντικείμενα (ειδικά οι λούτρινες για τους Ολυμπιακούς Αγώνες), έχουν συγκριθεί στο διαδίκτυο με τις διάσημες κούκλες Labubu. Ιδίως μετά την σύγχρονη αναβίωση του χαρακτήρα με μια νέα ταινία μεγάλου μήκους που κυκλοφόρησε το 2023. Σε αυτήν όλοι οι χαρακτήρες εκτός από τον πρωταγωνιστή είχαν ανθρώπινη μορφή. Η ταινία είχε κέρδη 94 εκατ. δολάρια κι έγινε το φιλμ με το υψηλότερο box office στη Ρωσία, με ένα sequel να έχει ανακοινωθεί ήδη. Δείγμα του ότι το Τσεμπουράσκα ασκεί πάντα γοητεία.
