Αντιμέτωποι με νέες παγκόσμιες προκλήσεις, οι ηγέτες της Κίνας και του Καναδά, που συναντήθηκαν χθες, Πέμπτη, στο Πεκίνο δεσμεύτηκαν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους μετά από χρόνια εντάσεων, με όλα να δείχνουν πως η πολιτική της επιβολής δασμών του Ντόναλν Τραμπ, είναι αυτή που έφερε τις δύο πλευρές «πιο κοντά».
Ο Σι Τζινπίνγκ διαβεβαίωσε τον πρωθυπουργό του Καναδά ότι το Πεκίνο θα συνεχίσει να εργάζεται για τη βελτίωση των διμερών σχέσεων, σημειώνοντας ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες για την αποκατάσταση και επανεκκίνηση της συνεργασίας από τότε που οι δύο πλευρές πραγματοποίησαν μια αρχική συνάντηση τον Οκτώβριο στο περιθώριο μιας περιφερειακής οικονομικής διάσκεψης στη Νότια Κορέα. «Μπορεί να ειπωθεί ότι η συνάντησή μας πέρυσι άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην κατεύθυνση της βελτίωσης των σχέσεων Κίνας-Καναδά», δήλωσε ο ανώτατος ηγέτης της Κίνας.
A pleasure to meet with President Xi in Beijing.
— Mark Carney (@MarkJCarney) January 16, 2026
Canada and China are forging a new strategic partnership. We’re leveraging our strengths — focusing on trade, energy, agriculture, seafood, and other areas where we can make massive gains for both our peoples. pic.twitter.com/C1YGTF5w7J
Από την πλευρά του, ο Μαρκ Κάρνεϊ, ο πρώτος Καναδός πρωθυπουργός που επισκέπτεται την Κίνα εδώ και οκτώ χρόνια, δήλωσε ότι οι καλύτερες σχέσεις των δύο χωρών θα συμβάλουν τα μέγιστα στη βελτίωση ενός παγκόσμιου συστήματος διακυβέρνησης, το οποίο όπως ανέφερε βρίσκεται «υπό μεγάλη πίεση» υπό το πρίσμα μιας «νέας πραγματικότητας».
Ο Κάρνεϊ, ο οποίος συναντήθηκε στο Πεκίνο με εκπροσώπους των κορυφαίων κινεζικών εταιρειών, δήλωσε πριν από το ταξίδι του ότι η κυβέρνησή του επικεντρώνεται στην οικοδόμηση μιας οικονομίας που θα εξαρτάται λιγότερο από τις ΗΠΑ σε αυτό που αποκάλεσε «μια εποχή παγκόσμιας αναστάτωσης στο εμπόριο».
Η ενέργεια, η δασοκομία, η ασφάλεια τροφίμων, η καταπολέμηση του εγκλήματος και ο πολιτισμός συγκαταλέγονται στους τομείς στους οποίους οι δύο οικονομίες δεσμεύτηκαν να ενισχύσουν τη συνεργασία τους, καθώς ο Καναδάς επιδιώκει να διαφοροποιήσει τους εμπορικούς του εταίρους μακριά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, εν μέσω της επιθετικής εμπορικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ.
