Το παρόν κείμενο αποτελεί συνέχεια των περιγραφών για την κοινωνική (μαγεία) δυναμική του κινήματος των Τεμπών, την επαφή του με τη Realpolitik, ενώ προσμετρώνται και οι παρεμβάσεις της κυρίας Μαρίας Καρυστιανού στη δημόσια σφαίρα. Η προσοχή στρέφεται περισσότερο στις αντιδράσεις που αυτές προκαλούν και όχι στην (εύκολη) αξιολόγηση του περιεχομένου τους. Πόσα πολλά θα είχε να πει κανείς για την αποκρουστική ακύρωση των δικαιωμάτων της γυναίκας (με επιστημονικό μανδύα) από τα υποτιθέμενα δικαιώματα του αγέννητου παιδιού ή για την τυπική εθνικιστική προσέγγιση των ελληνοτουρκικών με όρους «εθνικής προδοσίας»;
Τυφλοί υποστηρικτές-Δηλητηριώδεις επικρίσεις
Αρκεί μια απλή «διαδικτυακή βόλτα» για να επαληθευτούν τα παραπάνω. Σε ομάδες και κοινότητες αναφερόμενες στη Μαρία Καρυστιανού μπορεί να διαπιστωθεί στήριξη ακόμη και υπό την αίρεση ακραίας διαφωνίας, ενώ σε επικριτικά σχόλια η Μαρία Καρυστιανού φαντάζει ως η χειρότερη προσωπικότητα που εθεάθη στον δημόσιο χώρο. Η ένταση των αισθημάτων εξηγείται με βάση την «κοινωνική μαγεία», ενώ η σκληρή οριοθέτηση των ομάδων από την επαφή του φαινομένου με το πεδίο της πολιτικής.
Οι υποστηρικτές αναπαράγουν τυπικά επιχειρήματα περί «διαστρέβλωσης των θέσεων», του «συστήματος που την πολεμά», καθώς και εύκολες συγκρίσεις με το φθαρμένο αστικό πολιτικό προσωπικό. Όλα αυτά έχουν μια βάση αλήθειας, ενσωματώνοντας (ανεπεξέργαστα) μαζικά πολιτικά βιώματα. Στη δημόσια αγορά λόγων αυτό το αίσθημα περιγράφηκε από «ψεκ» έως «συλλογικό τραύμα». Η αλήθεια είναι πως στη σημερινή ιστορική εποχή (ανατροπές πρώην σοσιαλιστικών κρατών, καπιταλιστική αναδιάταξη της μονοκρατορίας των ΗΠΑ, καπιταλιστική κρίση 2007-09, ήττα του κινήματος αντι-παγκοσμιοποίησης, τραγική διάψευση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ), οι μαζικές πολιτικές παραστάσεις δεν κατάφεραν να υποστηρίξουν μια εναλλακτική προοπτική. Οι καπιταλιστικές σχέσεις φυσικοποιήθηκαν, ενώ παράλληλα παρατηρείται συντηρητική αναδίπλωση και αναχώρηση από στόχους ιστορικής εμβέλειας. Έτσι, το κακό «Σύστημα» είναι το πολιτικό προσωπικό, τα αντιδημοκρατικά ΜΜΕ που κάνουν προπαγάνδα και μερικοί κακοί ολιγάρχες που «καταπατούν» τους ορθούς κανόνες λειτουργίας της αγοράς! Όσο για τις αντισυστημικές δυνάμεις, αυτές κινούνται στα όρια της φαιδρότητας, καθώς ένα «φύσημα πραγματικότητας» αποδεικνύει πως ο «Βασιλιάς είναι γυμνός»…
Η εσωτερίκευση αυτού του συσχετισμού με όρους αναπόδραστης πραγματικότητας οδηγεί σε επικίνδυνες εξιδανικεύσεις και συσκοτίσεις. Οι αιώνια «αθώοι» και προδομένοι πολίτες αναζητούν έναν νέο πολιτικό μεσσία, αναθέτοντας πλήρως τις ελπίδες και τις προσδοκίες τους σε άλλους, αρνούμενοι να στοχαστούν για τις αιτίες όσων τους διέψευσαν. Η «θυματοποίηση» στην πολιτική καθηλώνει τα υποκείμενα, το κρίσιμο είναι, στην πορεία του αγώνα για να αλλάξουν τα πράγματα, να αλλάζουμε και εμείς προς το καλύτερο, να θέτουμε ακόμη και τους εαυτούς μας και τα αναλυτικά μας εργαλεία υπό αίρεση και αμφισβήτηση.
Οι (σκληροί) επικριτές βιώνουν μια διάψευση από την «κάθοδο» της Μαρίας Καρυστιανού στην πολιτική, προβάλλουν πάνω της φόβους, διαψεύσεις και, κυρίως, την κριτική που θα έπρεπε να απευθύνουν στον εαυτό τους. Αν κοντύνει κανείς αυτούς που αγωνίζονται, τότε το δικό του μπόι δεν φαντάζει τόσο ελλειμματικό, ας θυμηθούμε τις επικρίσεις προς όσους αγωνίζονται για την Παλαιστίνη! Το φαινόμενο θυμίζει το πείραμα του Milgram: τα υποκείμενα συμμαχούν με το κράτος και τον ιδεολογικό τρομοκρατικό μηχανισμό, «καλύπτοντας» και συσκοτίζοντας την ενοχή τους. Μόνο ως προπέτασμα καπνού μπορούν να εκληφθούν οι προκαταρκτικές δηλώσεις «σέβομαι την τραγική μητέρα θύματος, αλλά»… Η πολιτική αξία συμπυκνώνεται, όπως πάντα, μετά το «αλλά»… Όσοι επικρίνουν με όρους χημικής-ταξικής καθαρότητας το «φαινόμενο Καρυστιανού» ας θυμούνται την εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ, πως οι οιασδήποτε μαζικές διεργασίες συνείδησης (θετικές ή αρνητικές) θα επισυμβούν πάνω σε αυτό…
Αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού με νέο σύστημα αναφοράς;
Οι λειτουργίες του πολιτικού συστήματος αναφέρθηκαν στην προηγούμενη τοποθέτηση. Εδώ αρκούμαι να αναφέρω πως η κύρια λειτουργία του δικομματικού συστήματος είναι η εκτόνωση της λαϊκής δυσαρέσκειας μέσα από την εναλλαγή των δύο βασικών κομμάτων στον κυβερνητικό θώκο, με απρόσκοπτη εφαρμογή των βασικών επιδιώξεων της άρχουσας τάξης. Οι αρχικές προσμονές από το κίνημα των Τεμπών ήταν η μετωπική σύγκρουση με την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η ανακίνηση της αντιπολιτευτικής απραξίας, η (διευρυμένη) πολιτική εκπροσώπηση του «ρήγματος» των Τεμπών. Σε αυτή την πραγματικότητα πρέπει να συνυπολογίσουμε πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι προϊόν συντετριμμένων ελπίδων. Ας καμώνονται οι «δημοκρατικοί διανοούμενοι» πως δεν γνωρίζουν τίποτα για το «έγκλημα» του 2015, την ώρα που στηλιτεύουν τις συντηρητικές θέσεις της Μαρίας Καρυστιανού, η δική τους στήριξη στη μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ είναι μέρος του προβλήματος και όχι κάποιας προοδευτικής λύσης.
Η αξιοπρόσεκτη αντοχή του συντηρητικού κόμματος «αξονίζει» γύρω του το σύνολο του πολιτικού σκηνικού. Μοιάζει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, να οδεύουμε προς έναν κεντρικό φορέα άσκησης της κυβερνητικής/κρατικής πολιτικής και δύο αντιπολιτευτικούς πόλους, στα δεξιά και στα αριστερά του. Οι δύο πόλοι θα είναι μικρότεροι του (ακραίου) κέντρου και η ιδανική βάση για κυβερνήσεις συνεργασίας, ανάλογα με τη συγκυρία! Το εν λόγω πολιτικό μοτίβο υπάρχει σε Ιταλία και Γαλλία.
Η μέχρι τώρα «σοσιαλδημοκρατική εναλλακτική», μετά την ψήφιση και υλοποίηση Μνημονίων (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ), δεν μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο, οπότε αναπόφευκτα το πολιτικό κενό καλύπτει μια ριζοσπαστική λαϊκιστική αντίληψη. Μελόνι, Λεπέν, ο ανερχόμενος τραμπισμός, αλλά και τα ποσοστά Βελόπουλου–Νίκης–Λατινοπούλου, μαζί με εθνικιστικές/συντηρητικές/σκοταδιστικές/ ανορθολογικές πρακτικές στον δρόμο (συλλαλητήρια για το Μακεδονικό, αντι-εμβολιαστές κ.ά.), αποτελούν τα πολιτικά καύσιμα αυτής της κίνησης. Παράλληλα, αποτελούν και ένα ιδεολογικό γραμμάτιο για την Αριστερά που υποκλίνεται στον εθνικισμό, ευθυγραμμίζεται στα ελληνοτουρκικά με τις αστικές επιδιώξεις, υποτάσσεται στη λογική του μικρότερου κακού, υιοθετεί άκριτα α-πολίτικες απόψεις του συρμού, διαχωρίζει τα μέσα από τον σκοπό κ.λπ.
Η πολιτική κίνηση της Μαρίας Καρυστιανού φαίνεται πως στοχεύει σε αυτόν τον πολιτικό χώρο, επιδιώκοντας να τον ανασυνθέσει σε κυβερνητική βάση. Είναι η πρώτη φορά που το κοινωνικό αδιέξοδο δεν ανασυνθέτει την πολιτική εναλλακτική με όρους εθνικής ανεξαρτησίας και (σοσιαλδημοκρατικού) κοινωνικού συμβολαίου, αντιθέτως, στο έδαφος της κυριαρχίας της αντι-woke ρητορείας, της σκληρής υπεροχής του εθνικού πάνω στο ταξικό, του πολιτικού σκηνικού πάνω στην πολιτική οικονομία, οργανώνεται μια «αντισυστημική» οριοθέτηση χωρίς να αμφισβητεί καμία από τις ορίζουσες του συστήματος (ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-Ε.Ε.-καπιταλιστικές σχέσεις). Η διαπάλη των τάσεων «χειραφέτησης» με αυτές της «υποταγής» υπάρχει σε κάθε μεγάλη κοινωνική κίνηση, με το πλέον γνωστό, εδαφικοποιημένο παράδειγμα να αποτελεί η «άνω» και η «κάτω» πλατεία Συντάγματος τις ημέρες των «αγανακτισμένων».
Επιλογικά
Στην πρώτη παρέμβαση για το «κοινωνικό φαινόμενο Καρυστιανού» αναδείχτηκε ο ρόλος της πρωταρχικής-αυθεντικής κοινότητας αισθήματος για την ανάδειξη του κοινωνικού αρχέτυπου της μάνας, την ενεργοποίηση κοινωνικών συνειδητών και ασύνειδων προβολών και ταυτίσεων. Σήμερα, οι πράξεις της Μαρίας Καρυστιανού επινοούν κάποια επάνοδο (πριν από την Πτώση) σε μια πρότερη κατάσταση, σε μια ελιτίστικη κοινότητα. Οι θέσεις εναντίον των αμβλώσεων επανασυστήνουν την πατριαρχική οικογένεια της «βιολογικής/φυσικής» νομιμοποίησης. Χρέος δικό μας είναι να προβάλλουμε την κοινωνική απελευθέρωση σε όλους τους τομείς ΚΑΙ του ιδιωτικού βίου.
Οι θέσεις της Μαρίας Καρυστιανού περί «εθνικής προδοσίας» ανασυγκροτούν, σε σοβινιστική βάση, την κοινότητα (αίματος) του έθνους. Χρέος δικό μας είναι να μιλήσουμε για το «έθνος των υποτελών τάξεων», αυτών που ο οραματικός τους ορίζοντας υποχρεούται να το υπερβεί διαλεκτικά. Μια τέτοια συζήτηση, πιστεύω, έχουμε να ανοίξουμε βαθιά μέσα στους λαϊκούς ανθρώπους, όπως αυτοί όντως είναι και όχι όπως τους περιγράφουν οι κοινωνικές επιστήμες.
Σε αυτή τη συνθήκη, το κρίσιμο δεν είναι να επιλέξουμε «φερέγγυους/ τίμιους» ή «λάθος» αντιπροσώπους, αλλά να επαναθεμελιώσουμε την ίδια την πολιτική ως συλλογική πράξη χειραφέτησης και όχι πάλι ως ανατεθειμένης ελπίδας. Το κοινωνικό πένθος μπορεί να γίνει δύναμη ρήξης μόνο αν μετασχηματιστεί σε συνειδητή πολιτική πράξη, αν η πρωταρχική κοινότητα παίξει το ρόλο της «Πρωτοπορίας», αν περάσει από την κοινότητα αισθήματος στην κοινότητα αγώνα. Διαφορετικά, θα συνεχίσει να ανακυκλώνεται σε εναλλασσόμενα σχήματα ηθικής υπεροχής, εθνικής αναδίπλωσης ή «αντισυστημικής» ρητορείας χωρίς σύγκρουση με τις υλικές και γεωπολιτικές ορίζουσες της κυριαρχίας. Κάπως έτσι δεν θα μείνει στα μέσα του δρόμου και αυτή η προσπάθεια, κάπως έτσι δεν θα οργανώσουμε σήμερα τη διάψευση του αύριο, αλλά θα ιχνηλατήσουμε (συλλογικά) τους όρους για μια διαφορετική κοινωνική περπατησιά.
Υστερόγραφο
Αν οι επικρίσεις στο πρόσωπο της Μαρίας Καρυστιανού φαντάζουν πρώιμες και ως ένα βαθμό άδικες, δεν είναι επειδή δεν υπάρχουν τα αναγκαία δείγματα γραφής, αλλά επειδή το τραύμα είναι ακόμη ενεργό. Τα αισθήματα δεν έχουν ακόμη εκτονωθεί (και πως θα μπορούσαν;), μετατρέποντας τη Μαρία σε ηθικό καταφύγιο… Δυστυχώς όμως μοιάζει σαν η Μαρία (αρκετά νωρίς) να έχει «μολυνθεί» από πτυχές αυτού που ακριβώς θέλει να πολεμήσει…
