ΑΘΗΝΑ
09:12
|
06.06.2026
Σήμερα 80 χρόνια μετά οι «μεταρρυθμίσεις» της ακροδεξιάς κυβέρνησης της Μελόνι επιχειρούν να κατεδαφίσουν ανεπανόρθωτα κάθε έννοια δημοκρατικής συμμετοχής.
Η ψήφος στις δημοτικές εκλογές του 1946 αντιπροσώπευε το πρώτο βήμα προς μια νέα ιδέα
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Στις 10 Μαρτίου, μόλις δύο ημέρες μετά τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, συμπληρώθηκαν 80 χρόνια, που η Ιταλία βίωσε μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της δημοκρατικής της ιστορίας: για πρώτη φορά οι γυναίκες κλήθηκαν στις κάλπες, έχοντας το δικαίωμα όχι μόνο να ψηφίζουν, αλλά και να εκλέγονται. Εκείνη τη χρονιά στις αυτοδιοικητικές εκλογές χάραζε για την Ιταλία μία ελπίδα για την κοινωνία της Ιταλίας, για έναν βαθύ μετασχηματισμό της, ελπίδα που εντυπώθηκε και στο πρωτοποριακό της Σύνταγμα, το οποίο σήμερα οι «μεταρρυθμίσεις» της ακροδεξιάς κυβέρνησης της Τζόρτζιας Μελόνι επιχειρεί να κατεδαφίσει ανεπανόρθωτα.

Οι εκλογές εκείνες δεν ήταν μόνο οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές στην Ιταλία μετά είκοσι χρόνια φασιστικού ζυγού, αλλά και η στιγμή που εκατομμύρια γυναίκες εισήλθαν ως ισότιμοι πολίτες πλήρως στην πολιτική ζωή της χώρας. Η ψήφος στις δημοτικές εκλογές του 1946 αντιπροσώπευε το πρώτο βήμα προς μια νέα ιδέα γύρω από την έννοια της ιθαγένειας, βασισμένη στην πολιτική ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών και στην ευρεία δημοκρατική συμμετοχή.

Η πρώτη δοκιμασία της δημοκρατίας

Οι αυτοδιοικητικές εκλογές διεξήχθησαν σε διάφορους γύρους μεταξύ 10 Μαρτίου και 7 Απριλίου 1946, συμπεριλαμβάνοντας 5.722 Δήμους, που αντιστοιχούσαν στο 71,6% του ιταλικού πληθυσμού. Σηματοδοτούσαν δε, κυριολεκτικά μια πραγματική «γενική δοκιμή» για τη συνταγματική και πολιτική πορεία  της νέας ιταλικής δημοκρατίας.

Εκείνα τα χρόνια χώρα έβγαινε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τον Απρίλιο του 1945 με κατεστραμμένους θεσμούς και ένα πολιτικό σύστημα υπό πλήρη ανασυγκρότηση. Από την 1η Ιανουαρίου 1946 οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν παραδώσει στην προσωρινή ιταλική κυβέρνηση και τη διοίκηση των περιοχών του Βορρά Ως προπομπός του δημοψηφίσματος της 2ας Ιουνίου 1946, που ενταφίασε τη μοναρχία, οι τοπικές εκλογές χρησίμευσαν στην αποκατάσταση της λειτουργίας των τοπικών φορέων και στην προετοιμασία του εδάφους για τις κρίσιμες ημερομηνίες που ακολουθούσαν: το θεσμικό δημοψήφισμα της 2ας Ιουνίου και την εκλογή της Συντακτικής Συνέλευσης.

Επιπλέον, οι εκλογές αυτές στόχευαν στην πραγματική θεσμική αλλαγή, καθώς τουλάχιστον στον Νότο -που έξω από την εξέγερση της Νάπολης-μετά τη συνθηκολόγηση του 1943 και την κυβέρνηση Μπαντόλιο -δεν είχε γνωρίσει την αντίσταση και οι τοπικές αρχές κι η φασιστική γραφειοκρατία δεν είχαν αντικατασταθεί κι είχε συνεχίσει την επιρροή της στην πολιτική κατάσταση. Συνεπώς υπήρχε αδήριτη ανάγκη για έναν μετασχηματισμό, πέραν των θεσμών και των προσώπων, μία έμμεση κάθαρση της πολιτικής από τα «σταγονίδια» του φαύλου φασιστικού καθεστώτος.

Ο αγώνας για να επιτευχθεί το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι

Περισσότερο από έναν χρόνο πριν, σε μια Ιταλία που δεν είχε ακόμη απελευθερωθεί εξ ολοκλήρου, η συναινετική κυβέρνηση Μπονόμι είχε κάνει ήδη ένα σημαντικό βήμα, κατόπιν αιτήματος του χριστιανοδημοκράτη ηγέτη Ντε Γκάσπερι και του κομμουνιστή Τολιάτι,  θεσπίζοντας το νομοθετικό διάταγμα της 1ης Φεβρουαρίου 1945, αριθ. 23, το οποίο επεξέτεινε στις γυναίκες το δικαίωμα της ψήφου. Μολαταύτα στο  διάταγμα περιλαμβανόταν ένας σοβαρός περιορισμός: δεν αναγνώριζε στις γυναίκες το δικαίωμα του εκλέγεσθαι (παθητικό εκλογικό δικαίωμα). Μπορούσαν, δηλαδή, να αποφασίζουν ποιος θα τις εκπροσωπούσε, αλλά δεν μπορούσαν να εκπροσωπήσουν κανέναν. Μέχρι σήμερα, δεν είναι σαφής η πρόθεση του νομοθέτη εάν ήταν σκόπιμη ώστε να αποτραπεί η ανάληψη θεσμικών αξιωμάτων από γυναίκες. Ιδίως κομμουνιστριών, οι οποίες είχαν συμμετάσχει ενεργά στην Αντίσταση,  ήσαν δραστήριες πολιτικά και εντεταγμένες στα εκτελεστικά όργανα του ΙΚΚ και κυρίως αναγνωρίσιμες.

Εντούτοις, υπήρξε άμεση και αξιοσημείωτη κινητοποίηση των γυναικών, οργανωμένων στην Ένωση Ιταλίδων (UDI), στο Ιταλικό Γυναικείο Κέντρο (CIF) και σε άλλες δομές των αντιφασιστικών κομμάτων, προκειμένου να συμπληρωθεί το απαράδεκτο τούτο κενό στο διάταγμα. Όμως δεν σταματούσε εκεί: το διάταγμα Μπονόμι περιείχε επίσης μια πολύ σοβαρή διάκριση. Το διάταγμα δεν αναγνώριζε  δικαίωμα ψήφου στις εγγεγραμμένες ιερόδουλες που εργάζονταν εκτός των «οίκων» που αναγνωρίζονταν από το Κράτος κι όπου τους επιτρεπόταν να ασκούν το επάγγελμα.

Τελικά το  δικαίωμα ψήφου στις αυτοδιοικητικές εκλογές αναγνωρίστηκε τελικά βάσει δύο διατάξεων: του προαναφερθέντος διατάγματος Μπονόμι και του διατάγματος της 7ης Ιανουαρίου 1946, αριθ. 1. Λόγω σοβαρών δυσκολιών στην κατάρτιση των εκλογικών καταλόγων μετά τις καταστροφές του πολέμου, οι πρώτες δημοτικές εκλογές διεξήχθησαν κλιμακωτά κατά τη διάρκεια του 1946: οι πρώτες έλαβαν χώρα ακριβώς στις 10 Μαρτίου και αφορούσαν 436 δήμους. Οι εκλογές συνεχίστηκαν στους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Οκτώβριο και Νοέμβριο. Από αυτές τις πρώτες εκλογές αναδείχθηκαν ορισμένες γυναίκες δήμαρχοι και πολλές γυναίκες δημοτικοί σύμβουλοι.

Η ιστορική καινοτομία της γυναικείας ψήφου

Το πιο καινοτόμο στοιχείο που έφεραν εκείνες οι εκλογές ήταν η πλήρης αναγνώριση για τις γυναίκες της ιδιότητας του πολίτη. Βέβαια, από την 1η Φεβρουαρίου 1945 με νομοθετικό διάταγμα είχε αναγνωρισθεί στις Ιταλίδες το δικαίωμα του εκλέγειν (να ψηφίζουν), όμως στις εκλογές της 10ης Μαρτίου τους αναγνωρίστηκε και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι (να θέτουν υποψηφιότητα).

Η συμμετοχή ήταν εντυπωσιακή, δείγμα μιας κοινωνίας που διψούσε για δημοκρατία: 85,4% στον Βορρά, 82,8% στο Κέντρο, 78% στον Νότο και 73,3% στα νησιά. Και παρά την επιφυλακτικότητα των κομμάτων, που το καθένα από την πλευρά του φοβόταν ότι η αναγνώριση της γυναικείας ψήφου δεν θα ήταν η καλλίτερη στρατηγική επιλογή: πχ. το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα πίστευε ότι η συμμετοχή των γυναικών θα ευνοούσε τους Καθολικούς. Ενώ εν γένει , κυριαρχούσε η ιδέα  πως οι γυναίκες δεν ήταν ακόμη ώριμες κι ούτε είχαν διάθεση και γνώση για να προσέλθουν στην κάλπη, και πολλοί εκτιμούσαν ότι θα καταγραφόταν μεγάλη αποχή.  Όμως, οι Ιταλίδες προσήλθαν μαζικά για να ψηφίσουν.

Οι γυναικείες οργανώσεις, ξεκινώντας από την κομμουνιστική Udi (Ένωση Ιταλίδων) και τη χριστιανοδημοκρατική Cif (Ιταλικό Γυναικείο Κέντρο), είχαν πραγματοποιήσει μια εκτεταμένη δραστηριότητα για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των γυναικών σχετικά με την ψήφο. Παρά τον ελάχιστο χρόνο προετοιμασίας, χιλιάδες γυναίκες κατάφεραν να εισέλθουν στα δημοτικά συμβούλια. Η πρόσβαση στην κάλπη δεν ήταν απλώς μια νομοθετική απόφαση, αλλά το αποτέλεσμα ενός μακροχρόνιου αγώνα του γυναικείου κινήματος, της Αντίστασης και των αντιφασιστικών οργανώσεων.

Η «αθέατη» προετοιμασία και το «απαγορεύεται το κραγιόν»

Σύμφωνα με πηγές από το Αρχείο της Ένωσης Ιταλίδων (UDI), η κινητοποίηση δεν ήταν μόνο πολιτική αλλά συνάμα και εκπαιδευτική. Πολλές γυναίκες ήταν αναλφάβητες ή δεν γνώριζαν τι εστί  ψηφοδέλτιο.  Έτσι, οργανώθηκαν «σχολεία ψήφου»,  όπου οι γυναίκες μάθαιναν πώς να σταυρώνουν το σύμβολο του κόμματος που ήθελαν να ψηφίσουν χωρίς να ακυρώνεται το ψηφοδέλτιο.

Ή ακόμη έπρεπε να τους δείξουν ακόμη πιο πρακτικά ζητήματα, όπως να μην χρησιμοποιούν ….κραγιόν όταν θα προσέρχονταν στην κάλπη.  Μια διάσημη προεκλογική οδηγία που κατά κόρον διαδιδόταν εκείνη την εποχή προς τις γυναίκες ήταν: «Μην φοράτε κραγιόν όταν πάτε να ψηφίσετε». Ο λόγος ήταν πρακτικός: οι ψηφοφόροι έπρεπε να σαλιώσουν τον φάκελο για να κλείσει και το κραγιόν μπορούσε να αφήσει σημάδι στο ψηφοδέλτιο, πράγμα που το καθιστά αναγνωρίσιμο και άρα άκυρο επειδή παραβιάζεται η μυστικότητα της ψηφοφορίας!

Κι απ’ ότι αποδείχθηκε, οι Ιταλίδες ήταν αρκετά συνειδητοποιημένες κι αντιλαμβανόντουσαν τη σημασία που είχε η ψήφος τους την κρίσιμη εκείνη στιγμή. Κάτι που έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με την τεράστια αποχή–ιδίως στις νέες γυναίκες–που σήμερα καταγράφεται στην Ιταλία κι ευνόησε σε μέγα βαθμό την άνοδο της Μελόνι στην εξουσία (με τις οπισθοδρομικές ιδέες της για την οικογένεια, τις αμβλώσεις, τις τεκνοθεσίες κλπ).

 Οι γυναίκες στην τοπική αυτοδιοίκηση και οι πρώτες δήμαρχοι

Το αποτέλεσμα της κινητοποίησης ήταν άμεσο. Σε μια χώρα που μέχρι πριν λίγους μήνες μόνον δεν τους αναγνωριζόταν κανένα πολιτικό δικαίωμα, η παρουσία των γυναικών στους τοπικούς θεσμούς υπήρξε ριζοσπαστική. Σε εκείνην την πρώτη ιστορική μεταπολιτευτική αναμέτρηση ήταν 13 οι γυναίκες που εξελέγησαν δήμαρχοι: η Άντα Νατάλι (Mάσα Φερμάνα, Μάρκε) μάλιστα έμεινε εμβληματική έως σήμερα, καθώς θεωρείται η πρώτη γυναίκα δήμαρχος στην ιστορία της Ιταλίας. Η Nατάλι δεν ήταν απλώς μια εκλεγμένη δήμαρχος. Αλλά, ήταν κόρη ενός γνωστού αντιφασίστα, ο οποίος είχε υποστεί απηνείς διώξεις. Η εκλογή της στη Μάσα Φερμάνα θεωρήθηκε μια πράξη δικαιοσύνης στα θύματα του στυγνού μουσολινικού καθεστώτος. Παρέμεινε δήμαρχος μέχρι το 1959, δίνοντας έμφαση στην οικοδόμηση σχολείων και υποδομών υγείας.

Αλλά και στον Νότο, όπου θεωρείτο πιο συντηρητικός, τόσο πολιτικά, όσο και κοινωνικά, η εκλογή γυναικών, όπως η δικηγόρος και μητέρα έξι παιδιών Λίντια Τοράλντο Σέρρα (στην Τροπέα, Καλαβρία) ή σαν την κατερίνα Τουφαρέλι Παλούμπο (Σαν Σόστι, Καλαβρία),Ινές Νέρβι (Σαν Πιέτρο, Καλαβρία) ή της Μπρεσεΐντε Βερότι (Ακκάντια, Απουλία), δείχνει  δείχνει ότι η επιθυμία για αλλαγή ήταν καθολική. Η Σέρρα μάλιστα εξελέγη με συντριπτική πλειοψηφία, αποδεικνύοντας πως οι ψηφοφόροι εκτίμησαν περισσότερο την ικανότητα διοίκησης από το φύλο του υποψηφίου.

Αλλά και σε περιοχές όπως η Σαρδηνία, που επίσης θεωρείτει πιο καθυστερημένη κοινωνικά στη Μπορούτα εξελέγη η Νινέτα Μπάρτολι και στο Ορούνε η Μαργκερίτε Σάννα. Άλλες γυναίκες που ψηφίσθηκαν για να ηγηθούν των δήμων τους ήσαν η Έλσα Νταμιάνι Πραμπολίνι (Σπέλλο, Ούμπρια), Οτάβια Φοντάνα (Βερονέλα, Βένετο), Έλενα Τοζέτι (Φανάνο, Εμίλια-Ρομάνια), Ελίζα Καρλόνι (Καστιλιόν Φιμπόκι, Τοσκάνη), Άλντα Αρίζι (Μπορργκοζάτολο, Λομβαρδία) και Άννα Μοντιρόλι Κότσα (Ροκάντικα, Λάτσιο)

Η καμπή της 2ας Ιουνίου

Αλλά η ακόμη πιο σημαντική ημερομηνία για την ισότιμη εκλογική συμμετοχή των γυναικών παραμένει ωστόσο η 2α Ιουνίου του ίδιου έτους στο δημοψήφισμα για την επιλογή  της μορφής (μοναρχική ή δημοκρατική) του πολιτεύματος στην Ιταλία. Όταν σε ολόκληρη τη χώρα οι γυναίκες προσήλθαν μαζικά στα εκλογικά τμήματα, διασφαλίζοντας στην ψηφοφορία σε μια διαβούλευση κρίσιμης σημασίας μια συνολική,  μία εξαιρετικά υψηλή συμμετοχή στην ψηφοφορία (89,08%). Πολύ σημαντική ήταν η δράση της UDI, η οποία επιδόθηκε σε μια ευρεία εκστρατεία για να εξηγήσει στις ψηφοφόρους τη σημασία αυτού του δικαιώματος που μόλις είχε κατακτηθεί. Και πράγματι σε εκείνο το δημοψήφισμα ψήφισαν σχεδόν 13 εκατομμύρια γυναίκες (σε απόλυτους αριθμούς ήταν περισσότερες από τους άνδρες, οι οποίοι ήταν περίπου 12 εκατομμύρια).

Με αυτόν τον τρόπο, οι γυναίκες συνέβαλαν καθοριστικά στην απελευθέρωση της Ιταλίας από την επιζήμια μοναρχία του Οίκου της Σαβοΐας και στην καθαρή επικράτηση των αντιφασιστικών κομμάτων στη σύνθεση της Συντακτικής Συνέλευσης. Βέβαια οι γυναίκες  που εξελέγησαν βουλευτές ήταν λίγες: μόλις 21 σε σύνολο 556 εκλεγμένων, ποσοστό μικρό( 3,6%), που όμως όπως αποδείχθηκε  αποτελούσε μια μαχητική και δραστική μειονότητα.

Γιατί, ο ρόλος που διαδραμάτισαν στη διαμόρφωση του νέου Συντάγματος της Ιταλίας ήταν ποιοτικός και σημαντικός. Οι εκλεγμένες γυναίκες κατάφεραν να βρουν τρόπους και σημεία σύγκλισης, ώστε να σχηματίσουν  ένα κοινό μέτωπο και να συμβάλουν στη σύνταξη κανόνων που αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της ισότητας δικαιωμάτων και των ίσων ευκαιριών για όλους τους Ιταλούς και όλες τις Ιταλίδες.

Στις 25 Ιουνίου, από τις 21 γυναίκες που κάθονταν στα έδρανα της νεοσύστατης Συντακτικής Συνέλευσης εννέα ήταν Χριστιανοδημοκράτισσες (Maria Agamben Federici, Laura Bianchini, Elisabetta Conci, Filomena Delli Castelli, Maria de Unterrichter, Angela Gotelli, Angela M. Guidi Cingolani, Maria Nicotra, Vittoria Titomanlio), εννέα Κομμουνίστριες (Adele Bei, Nadia Gallico Spano, Nilde Iotti, Teresa Mattei, Angiola Minella, Rita Montagnana, Teresa Noce, Elettra Pollastrini, Maria Maddalena Rossi), δύο Σοσιαλίστριες (Bianca Bianchi και Lina Merlin) και η Ottavia Penna Buscemi εκπρόσωπος του ιδιόρρυθμου Μετώπου του Συνηθισμένου Ανθρώπου (Fronte Qualunquista).

Διαφορετικές ως προς την ηλικία, την κοινωνική προέλευση, τη γενιά και το πολιτικό χρώμα, ήταν όμως ενωμένες στη μάχη για την εισαγωγή στο Σύνταγμα της  αρχής της ισότητας (Άρθρο 3), η οποία στη συνέχεια εξειδικεύτηκε σε διάφορα άρθρα του Συντάγματος (ισότητα μεταξύ συζύγων, στην εκπαίδευση των παιδιών, στην εργασία). Το μεγαλύτερο μάθημά τους παραμένει η ικανότητά τους να ξεπερνούν φραγμούς και αντιπαραθέσεις στο όνομα του κοινού καλού και ανώτερων στόχων. Ακόμη και εκεί που έχασαν (όπως στη μάχη για την είσοδο των γυναικών στο δικαστικό σώμα), ωστόσο ήσαν εκείνες οι πρωτοπόρες που άνοιξαν τον δρόμο. Η αναδυόμενη Δημοκρατία, χωρίς αυτές, δεν θα ήταν η ίδια.

Ογδόντα χρόνια μετά, η ανάμνηση των εκλογών του 1946 υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία δεν είναι μόνο δικαιώματα «στα χαρτιά», αλλά ενεργός συμμετοχή. Εκείνες οι πρωτοπόροι δήμαρχοι δεν ήταν απλώς ιστορικές φιγούρες· ήταν οι αρχιτεκτόνισσες μιας Ιταλίας που επέλεξε την ισότητα ως θεμέλιο λίθο της ανοικοδόμησής της.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

80 χρόνια από το δημοψήφισμα της 2ας Ιουνίου: Πώς η ιστορική μνήμη επιβεβαιώνεται στη σημερινή Ιταλία

Ογδόντα χρόνια μετά στη Γιορτή της Δημοκρατίας, η Ιταλία βρίσκεται υπό το πρόσταγμα μίας κυβέρνησης που συντίθεται από τους αμετανόητους επιγόνους του φασισμού.
ΣΥΝΑΦΗ

Ο Πέδρο Σάντσεθ μπροστά στο τελευταίο και πιο κρίσιμο πολιτικό του στοίχημα

Σύνοδος παλαιστινιακών κομμάτων στην Αίγυπτο στις 6 και 7 Ιουνίου, χωρίς τη Φατάχ

Ασυνήθιστες βραδινές διαδηλώσεις Υπερορθόδοξων Εβραίων σε Ιερουσαλήμ και Μπέιτ Σεμές

Οργή Λιβανέζου Προέδρου για το Ιράν αντί… για το Ισραήλ που βομβαρδίζει

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα