Στην αμερικανική αστική μυθολογία, που έχει καταστεί αστική μυθολογία -ας όψεται η ηγεμονία- το Λας Βέγκας είναι η πόλη της ευκαιρίας και της φαντασμαγορίας. Μια φαντασμαγορική ευκαιρία, ωστόσο, ακόμα και αν πραγματωθεί κινδυνεύει να καταρρεύσει υπό το βάρος του φαινομενικού της χαρακτήρα. Πίσω από την εικόνα κρύβεται ένας καλοδουλεμένος μηχανισμός που τρώει στα γρανάζια του τα ατομικά όνειρα παράγοντας καθαρό θέαμα και φυσικά ατέλειωτα κέρδη.
Έβλεπα τις προάλλες, στο πλαίσιο αφιερώματος γνωστής πλατφόρμας, την ταινία Showgirls του Πολ Βερχόφεν που περιγράφει ακριβώς αυτή τη συνθήκη. Όμορφη, ταλαντούχα και με τσαγανό χορεύτρια καταφεύγει στο Βέγκας για να επανεκκινήσει τη ζωή της, μετά από ένα παρελθόν που μόνο στο τέλος εκτίθεται. Αφού διατρέξει όλη την πορεία από τα στριπτιζάδικα έως το μεγάλο σόου -στο οποίο εντέλει θα γίνει και πρωταγωνίστρια- θα ανακαλύψει τη ματαιότητα της φήμης. Και ακόμα πιο σημαντικό, το ηθικό αντίτιμο που πρέπει να πληρωθεί γι’ αυτήν. Φεύγοντας από την πόλη όπως ήρθε, με μια τσάντα και ένα μαχαίρι στο χέρι, θα έχει κερδίσει τη γνώση ενός κόσμου που δεν είναι τόσο λαμπερός όσο φαίνεται.
Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το σκάκι θα μου πείτε. Σε μια πρώτη ματιά, το σκάκι μοιάζει να βρίσκεται στον αντίποδα του Λας Βέγκας. Τίποτα τυχαίο δεν διαταράσσει την αυστηρή λογική της σκακιέρας. Οκ, μιλάει συχνά για τζόγο, όταν κάποιος ρισκάρει με κινήσεις που φέρουν υπολογιστική αναστάτωση, αλλά ο τζόγος αυτός δεν είναι τόσο τυχαίος όσο η ρίψη μιας μπίλιας στη ρουλέτα. Τι γίνεται όμως όταν το σκάκι πάει Λας Βέγκας;
Tο 1999 το παγκόσμιο σκάκι έκλεινε ήδη 6 χρόνια διχασμού. Όπως θα θυμούνται οι αναγνώστες, το 1993 καταγράφηκε μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις στην ιστορία του, όταν ο παγκόσμιος πρωταθλητής Γκάρι Κασπάροβ και ο διεκδικητής του τίτλου Νάιτζελ Σορτ αποχώρησαν από την Παγκόσμια Σκακιστική Ομοσπονδία (FIDE), προκαλώντας μια μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση.
Η σύγκρουση ξέσπασε μετά τη νίκη του Σορτ στο τουρνουά διεκδικητών, που του έδωσε το δικαίωμα να αντιμετωπίσει τον Κασπάροβ για τον παγκόσμιο τίτλο. Οι δύο σκακιστές, ωστόσο, ήρθαν σε ανοιχτή ρήξη με τη FIDE, κατηγορώντας τη διοίκηση για κακή διαχείριση και υπερβολικές οικονομικές απαιτήσεις, καθώς η ομοσπονδία ζητούσε μεγάλο ποσοστό από τα χρηματικά έπαθλα της αναμέτρησης.

Ως απάντηση, Κασπάροβ και Σορτ ίδρυσαν τον δικό τους φορέα, την Professional Chess Association (PCA), προκειμένου να διεξαγάγουν ανεξάρτητα τον αγώνα για το παγκόσμιο πρωτάθλημα. Η αναμέτρηση πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο με οικονομική στήριξη της εφημερίδας The Times. «Ο αντίπαλός μου λέγεται Short και το ματς θα είναι short», είχε δηλώσει τότε ο Κασπάροβ, και επιβεβαίωσε και έμπρακτα τη διαφορά δυναμικότητας μεταξύ τους, κερδίζοντας εύκολα.
Η αντίδραση της FIDE υπήρξε άμεση και σκληρή. Ο τότε πρόεδρος της ομοσπονδίας, Φλορέντσιο Καμπομάνες (και παλιός άσπονδος φίλος του Κασπάροβ από την εποχή των θρυλικών αναμετρήσεων με τον Κάρποβ στα 80s), αφαίρεσε από τον Κασπάροβ τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή, απέκλεισε τόσο τον ίδιο όσο και τον Σορτ από τις επίσημες λίστες αξιολόγησης και τους απομάκρυνε από τον κύκλο του παγκοσμίου πρωταθλήματος. Την ίδια στιγμή, η FIDE διοργάνωσε δικό της τελικό παγκοσμίου πρωταθλήματος ανάμεσα στον Ανατόλι Κάρποβ και τον Γιαν Τίμαν – δύο παίκτες που είχε ήδη αποκλείσει ο Σορτ στη διαδρομή προς τον τελικό. Έτσι ξεκίνησε μια περίοδος δυαρχίας, όπου ο Παγκόσμιος Πρωταθλητής της Ομοσπονδίας δεν ταυτιζόταν με τον αντικειμενικά καλύτερο παίκτη, που πρακτικά επέλεγε μόνος του ποιος θα αμφισβητήσει την κυριαρχία του.
Έτσι, την στιγμή που ο Κασπάροβ κανόνιζε τις λεπτομέρειες που θα οδηγούσαν στο ματς του 2000 στο Λονδίνο, απέναντι στον Βλαντιμίρ Κράμνικ – που θα έμελλε να ήταν και το τελευταίο του ως Παγκόσμιος Πρωταθλητής, η FIDE πήγαινε στο Λας Βέγκας. To Βέγκας έπαιρνε τη σκυτάλη από τη Λωζάνη, όπου τον προηγούμενο χρόνο ο Ανατόλι Κάρποφ κατακτούσε ένα απονομιμοποιημένο (λόγω της απουσίας του Κασπάροβ) τίτλο.
Το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σκακιού της FIDE για το 1999 διεξήχθη στο ξενοδοχειακό συγκρότημα Caesars Palace, στην κεντρική λεωφόρο του Λας Βέγκας, από τις 31 Ιουλίου έως τις 28 Αυγούστου. Το τουρνουά είχε μορφή νοκ άουτ αγώνων και συμμετείχαν συνολικά 100 κορυφαίοι σκακιστές από όλο τον κόσμο. Να σημειωθεί ότι η μορφή νοκ άουτ δεν είναι διαδεδομένη όταν το επίδικο είναι τόσο μεγάλο, καθώς το εύρος παρτίδων των μίνι ματς είναι αναγκαστικά μικρό, μεγαλώνοντας την πιθανότητα εκπλήξεων. Ένας φορμαρισμένος παίκτης είναι περισσότερο εύκολο να κατακτήσει ένα καλό αποτέλεσμα σε σχέση με έναν καλύτερο εν γένει αλλά περιστασιακά ντεφορμέ. Να λοιπόν που το στοιχείο του Βέγκας μπαίνει και στο φορμά της διοργάνωσης. Ποιος δεν θα ήθελε να δοκιμάσει την τύχη του εναντίον του καλύτερου ανταγωνισμού;
Νικητής της διοργάνωσης αναδείχθηκε ο Ρώσος γκραν μετρ Αλεξάντερ Χάλιφμαν, ο οποίος επικράτησε στον τελικό του Αρμένιου σκακιστή Βλαντιμίρ Ακοπιάν και κατέκτησε τον παγκόσμιο τίτλο. Ο Χάλιφμαν στα 33 του εξασφάλισε μαζί με τον τίτλο και χρηματικό έπαθλο ύψους 528.000 δολαρίων, σε ένα μάλλον ανέλπιστο τίναγμα της μπάνκας στον αέρα.

Ο Χάλιφμαν, αξιόλογος γκραν μετρ, θα γίνει στη συνέχεια γνωστός για το συγγραφικό του έργο, στο οποίο ανάμεσα στα άλλα συγκαταλέγεται και μια μνημειώδης ρεπερτοριακή σειρά ανοιγμάτων για τα λευκά που παίζουν 1. ε4. Πέραν των αγωνιστικών και συγγραφικών του επιτευγμάτων, ο Χάλιφμαν ήταν ένας από τους 44 εξέχοντες Ρώσους σκακιστές που υπέγραψαν ανοιχτή επιστολή προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν το 2022, διαμαρτυρόμενοι για την εισβολή στην Ουκρανία. Εκεί βρέθηκε στην ίδια πλευρά της ιστορίας με τον Κασπάροβ.
Το χοτ στοιχείο της υπόθεσης είναι ωστόσο άλλο. Ακριβώς λόγω της μορφής του τουρνουά και της έλλειψης αρκετών από τους παίκτες της ελίτ της εποχής (έλειπαν χαρακτηριστικά Κασπάροβ, Κάρποβ και Ανάντ), τα δηλητηριώδη σχόλια για τους υπόλοιπους δεν έλειπαν. Ο Γκάρι Κασπάροβ χαρακτήρισε σκωπτικά ως «τρεις τουρίστες» τους Ακοπιάν, Μοβσεσιάν και Νισιπεάνου, αναφερόμενος στην παρουσία τους στα τελικά στάδια της διοργάνωσης. Αυτό που αποτέλεσε μια σπάνια ευκαιρία για τους ίδιους, αντικατόπτριζε για τον εριστικό Ρώσο μια έλλειψη «κοφτών» που θα έδινε κύρος στην οργάνωση, έναν τρόπο δηλαδή να αποκλείονται σε πρώιμα στάδια οι λιγότερο καλοί παίκτες.
Οι επικρίσεις του Κασπάροβ δεν έμειναν όμως αναπάντητες. Ο Λιβίου-Ντίτερ Νισιπεάνου σχολίασε με αυτοσαρκασμό ότι «δεν με ξέρει καν. Εντάξει, δίπλα στον Κασπάροβ, εγώ είμαι τουρίστας», προσθέτοντας πως, επιστρέφοντας στην Bundesliga, «ίσως ζητήσω να παίζω στη δεύτερη σκακιέρα». Από την πλευρά του, ο Βλαντιμίρ Ακοπιάν, που έχει ίσως την πλάκα του ότι από το 2021 εκπροσωπεί τις ΗΠΑ, υπογράμμισε τη μεγάλη οικονομική σημασία της διοργάνωσης, λέγοντας ότι τα χρήματα που θα κέρδιζε εκεί αντιστοιχούσαν σε εισόδημα τριών ή τεσσάρων ετών. Έπειτα, εδώ είναι Βέγκας.

Παράλληλα, ο Ακοπιάν θυμήθηκε και τις αναμετρήσεις του με τον Κασπάροβ, υποστηρίζοντας ότι σε μία περίπτωση είχε κερδισμένη θέση αλλά προτίμησε την ισοπαλία επειδή η ομάδα του είχε ήδη εξασφαλίσει τη νίκη, ενώ σε άλλη παρτίδα ο Ρώσος πρωταθλητής επέλεξε γρήγορες αλλαγές κομματιών για να οδηγήσει το παιχνίδι σε ισοπαλία. «Για μένα, ο Κασπάροβ είναι ο τουρίστας», σχολίασε δηκτικά.
Αναζητώντας τον τουρίστα στην πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, η Τζούντιθ Πόλγκαρ, που έδειξε από νωρίς ότι έμπαινε στον κόσμο των όπεν διοργανώσεων για να μείνει – καθόλου τουριστικά δηλαδή-, έφτασε μέχρι τα προημιτελικά, εκεί όπου αποκλείστηκε από τον Χάλιφμαν. Αυτό που παρουσιάζεται ως μια από τις μεγαλύτερες στιγμές του γυναικείου σκακιού, για την ίδια την Πόλγκαρ ήταν μάλλον μια απογοήτευση: το ΕΛΟ της εκείνη την περίοδο ήταν ήδη 70 μονάδες πάνω από του αντιπάλου της.
Είναι αμφίβολο αν θα θυμόμαστε το τουρνουά της FIDE έξω από το γενικότερο πλαίσιο της διαμάχης με τον Κασπάροβ. Μπορούμε όμως να σταθούμε για λίγο έξω από το Caesars Palace και να αφουγκραστούμε τον παλμό και την ένταση του πάθους των σκακιστών εκείνων, που αν και δεν ανήκουν στη σούπερ ελίτ, δεν παύουν να ονειρεύονται ότι μπορούν να γίνουν πρωταθλητές.
