ΑΘΗΝΑ
21:53
|
25.01.2021
Το πολιτικό νόημα της ημέρας μνήμης του δολοφονημένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου αναδείχθηκε φέτος με τον πιο ανάγλυφο τρόπο.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Ας είμαστε χαρούμενοι: το πολιτικό νόημα της ημέρας μνήμης του δολοφονημένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου αναδείχθηκε φέτος με τον πιο εκκωφαντικό και ανάγλυφο τρόπο. Στην Αθήνα, όχι μόνον αποκλείστηκε από την αστυνομία το μνημείο του δολοφονημένου από τη σφαίρα του ειδικού φρουρού, αλλά και εμποδίστηκε συστηματικά η πρόσβαση προς το κέντρο και την περιοχή του μνημείου με ελέγχους και προσαγωγές όσων θέλησαν να κινηθούν προς την περιοχή. Παρεμποδίστηκαν και απομακρύνθηκαν πολίτες που ήθελαν να τιμήσουν το νεκρό, αλλά και δημοσιογράφοι, φωτορεπόρτερ και εικονολήπτες που κάλυπταν τις εξελίξεις της ημέρας. Η αστυνομία, μαζί με τις άλλες εκατοντάδες προσαγωγές, προχώρησε ακόμη και σε συλλήψεις δικηγόρων που τελούσαν τα καθήκοντά τους. Περίσσεψαν τα περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας και βίας, με κυνηγητά στους δρόμους των Εξαρχείων, αποκλεισμούς γραφείων, ακόμη και εισβολή της αστυνομίας σε χώρο πολυκατοικίας με βομβίδες κρότου-λάμψης.

Παρόμοιες εικόνες παρεμπόδισης της πρόσβασης σε ανοιχτούς δημόσιους χώρους, προσαγωγών πολιτών, ακόμη και βίαιης διάλυσης των συγκεντρωμένων από τις μονάδες τις αστυνομίας καταγράφηκαν και σε άλλες πόλεις. Ο ποταμός οπτικοακουστικού υλικού που έρευσε σε ενημερωτικές ιστοσελίδες και σόσιαλ μίντια αποκάλυψε και έναν ποταμό περιστατικών αστυνομικής αυθαιρεσίας και βίας, «συνηθισμένων» και ασυνήθιστων: στα Χανιά, για παράδειγμα, φωτογραφίες εμφάνισαν αστυνομικό να κραδαίνει κατά των συγκεντρωμένων μια πτυσσόμενη μεταλλική ράβδο, όπλο αυτοπροστασίας το οποίο δεν έχει απολύτως καμία θέση σε τέτοιου είδους αστυνομικές επιχειρήσεις.

Ποιος ήταν ο λόγος μιας τέτοιας κινητοποίησης και με τέτοιο τρόπο παρέμβασης της αστυνομίας; Την έκτη Δεκεμβρίου σαρώθηκε κάθε πρόσχημα πως η απαγόρευση όλων των υπαίθριων δημόσιων συναθροίσεων και η παρέμβαση της αστυνομίας είχε οποιαδήποτε σχέση με την πρόληψη του «σοβαρού κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού». Άλλωστε τα κρούσματα μεταξύ των αστυνομικών αυξάνονται με τέτοιο ρυθμό, ώστε δεν θα ήταν χωρατό και μόνο αν κάποιος παρατηρούσε πως στην πρόληψη της εξάπλωσης του ιού μάλλον θα συνέβαλε περισσότερο ο περιορισμός της κυκλοφορίας της αστυνομίας.

Ωστόσο φρόντισε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα ο ίδιος ο υπουργός με τις δηλώσεις του την επόμενη μέρα, καθιστώντας ουσιαστικά κενό γράμμα το επίσημο σκεπτικό της απόφασης για την απαγόρευση των συναθροίσεων. Το σκεπτικό αυτό από την αρχή ως το τέλος επικαλείται την πρόληψη του υγειονομικού κινδύνου και τα μέτρα πού ήδη έχει λάβει η κυβέρνηση για την πανδημία, αλλά ο υπουργός στη δήλωσή του είχε μόνο να πει για το κέντρο της Αθήνας που δεν κάηκε, για το τέλος μιας “γιορτής μίσους”, για τους “κακομαθημένους” και “κάποιους φωνακλάδες επώνυμους” (τους δικηγόρους άραγε;), για παραλογισμό, αντικοινωνικότητα και “υπερευαισθησία δικαιωμάτων” (sic). Η κινητοποίηση λοιπόν της αστυνομίας είχε σκοπό την πρόληψη όχι ενός υγειονομικού, αλλά κάποιου άλλου κινδύνου.

Ποιου κινδύνου ακριβώς; Αν σταχυολογούσαμε το χρονικό των ημερών μνήμης για τον δολοφονημένο δεκαπεντάχρονο θα διαπιστώναμε ότι αυτές συνήθως συνοδεύονταν από συγκρούσεις στο δρόμο κατά τη διάρκεια ή στο τέλος της ημέρας. Δεν είναι εδώ ο χώρος να γραφτεί η ιστορία της σχέσης μεταξύ αστυνομίας, κινημάτων και πολιτικής διαμαρτυρίας, ούτε και να αναλυθεί το πώς η ιστορία αυτή απομειώνεται στον αναγωγισμό «καίγεται το κέντρο της Αθήνας». Βέβαια, όχι μόνο ο σκοπός της πρόληψης, αλλά και η ειρωνεία της είναι πως καθιστά περιττή την καταστολή: αυτό που προλαμβάνεται δεν υφίσταται και άρα δεν μπορεί να κατασταλεί, και αυτό που καταστέλλεται δεν έχει προληφθεί. Συνεπώς αυτό του οποίου η πρόληψη επιδιώχθηκε δεν ήταν οι συμπλοκές, γιατί τα “επεισόδια” μπορούν μόνο να κατασταλούν, αν και εφόσον συμβούν. Η περιβόητη πρόληψη είναι τόσο απατηλή εγκληματολογική φιλοδοξία, ώστε τελικά ισοδυναμεί με συγκεκριμένους περιορισμούς, συγκεκριμένες ανελευθερίες, συγκεκριμένη καταστολή.

Οφείλουμε να μην συγχέουμε την ουσία της καταστολής με τα παρατράγουδά της. Το πρόβλημα της φετινής έκτης Δεκεμβρίου δεν ήταν η αναισθησία του αστυνομικού, ο οποίος, όπως επεσήμανε και ο υπουργός, “ασχημόνησε” με την ανθοδέσμη. Υπάρχει βέβαια μια τάση να αποδίδουμε στα “σάπια μήλα”, τους “κακούς” ως μεμονωμένες περιπτώσεις, όλα τα κακώς κείμενα των θεσμών που θα ευχόμασταν να μας σέβονται και να μας προστατεύουν (κάποιοι εγκληματολόγοι αναφέρονται, σκεπτόμενοι τη στάση του “μέσου” πολίτη, στην αστυνομία ως τον “ιερό θεσμό”). Οι δικαιολογημένες συναισθηματικές αντιδράσεις στα σόσιαλ μίντια, αλλά ακόμη και η στάση του εκπροσώπου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αν και ανέδειξαν τη συμβολική σημασία του περιστατικού με την ανθοδέσμη, παρέμειναν σε αυτό το μοτίβο. Το ουσιαστικό ερώτημα το απάντησε πάλι ο υπουργός, παρατηρώντας πως οι 4999 αστυνομικοί «έκαναν τη δουλειά τους».

Πώς οφείλουμε να σκεφτούμε για τη δήλωση αυτή; Πρώτα-πρώτα, ποιος ήταν ο λόγος να κινητοποιηθούν, για δεύτερη φορά μέσα σε ένα μήνα, χιλιάδες αστυνομικοί; Οι ίδιοι χιλιάδες ήταν παρόντες και όλες τις προηγούμενες χρονιές, αλλά οι συμπλοκές δεν αποτράπηκαν. Ποτέ κανένας υπουργός ή άλλος αρμόδιος δεν έχει εξηγήσει την αναγκαιότητα, πολύ περισσότερο δεν έχει κάνει απολογισμό των αποτελεσμάτων τέτοιων κινητοποιήσεων της αστυνομίας. Φέτος συνέπεσε και η ειδική περίσταση του κορονοϊού, γεγονός που σημαίνει ότι αυτού του είδους η κινητοποίηση αφήνει εκτεθειμένους και τους ίδιους τους αστυνομικούς, από την ίδια την υπηρεσία τους. Και αυτό είναι ίσως κάτι που θα πρέπει να το σκεφτούν οι ίδιοι.

Σε εμάς τους υπόλοιπους απομένει το καθήκον να αναλογιστούμε ποια είναι ακριβώς “η δουλειά” της αστυνομίας. Τη φετινή έκτη Δεκεμβρίου ας μη μείνουμε μόνο στην εντύπωση πως τη μνήμη της ακατανόητης δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου συνόδευσε η ακατανόητη παρουσία και παρέμβαση της αστυνομίας. Αν αυτή η ευρύτατη αστυνομική κινητοποίηση είχε στόχο τελικά να προληφθεί ο κίνδυνος να εκφραστεί ελεύθερα ο φόρος τιμής στον δολοφονημένο Γρηγορόπουλο και να ασκηθούν τα αναγκαία συνδεδεμένα με αυτήν την έκφραση (συνταγματικά κατοχυρωμένα) δικαιώματα, τότε μνήμη και παρόν αποκτούν ενιαίο νόημα. 

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Λέγοντας το απαρτχάιντ με το όνομά του

Το Μπαγκλαντές και το Πακιστάν ασφαλείς χώρες καταγωγής για το υπουργείο Μετανάστευσης

Απίστευτες δηλώσεις στελέχους της ΝΔ για τους βιασμούς με αφορμή την υπόθεση Μπεκατώρου

Ισραήλ: Απελάθηκε η πρώην διευθύντρια που κατηγορείται για βιασμούς μαθητριών στη Μελβούρνη

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα