Στη διάρκεια των 32 ωρών του βιβλίου, ο Ρότζακ σκοτώνει τη θεάρα και πολύ πλούσια κληρονόμο πρώην γυναίκα του, γαμάει δύο -εννοείται- γκομενάρες, η μία τραγουδίστρια σε καμπαρέ, σύντροφος αρχιμαφιόζου τον οποίο ο Ρότζακ αψηφά, δέρνει έναν επιφανή μαύρο γκάνγκστερ μέσα στο Χάρλεμ και προκαλεί έναν πρωταθλητή πυγμαχίας μεσαίων βαρών. Μετά δέχεται από το τηλέφωνο (μέσω του πεθερού του) τα συλλυπητήρια του Τζον Κένεντι, περπατά στο στηθαίο του μπαλκονιού του 30ού ορόφου του Waldorf, γιατί έτσι, και αντιμετωπίζει τον δισεκατομμυριούχο πρώην πεθερό του στον οποίο λέει ότι σκότωσε την κόρη του. Στο παρελθόν, είχε τελειώσει το Χάρβαρντ, είχε σκοτώσει τέσσερεις γερμανούς σε μία έφοδο σε πολυβολεία -με πιστόλι, εννοείται, Αμερικανός αφού- και είχε εκλεγεί γερουσιαστής, ενώ τώρα είναι καθηγητής σε πανεπιστήμιο. Οπότε, ο τίτλος που δίνω είναι κυριολεκτικός.
Είναι το αμερικανικό όνειρο, που ο Μέιλερ το τιτλοφορεί πολύ σεμνά ως «ένα αμερικανικό όνειρο» (στα ελληνικά έχει υπάρξει και έκδοση με τον τίτλο «το όραμα της ηδονής»). Δεν θυμάμαι πότε το πρωτοδιάβασα, δεν είναι από τις πρώτες μου αγάπες πάντως. Το είχα πάρει επειδή έψαχνα να βρω το μετά από τον Τζον Ντος Πάσος, και κάπου είχα δει ότι ο Νόρμαν Μέιλερ είναι ένας επίγονος. Δεν κατάλαβα γιατί· το βιβλίο μετά από μια πρώτη ανάγνωση που δεν μου είπε τίποτα, το ξαναπήρα στα χέρια μου πρόσφατα μετά από τη Σεροτονίνη του Ουελμπέκ. Μου έδωσε την εντύπωση ότι συνομιλεί με το βιβλίο του Ουελμπέκ, με έναν τρόπο μάλλον αρνητικό: τα 60s ήταν η κορυφή της Δύσης, της άγριας Δύσης ακόμα. Η Αμερική ήταν ο μεγάλος κερδισμένος του Β’ ΠΠ και ο ήρωας του βιβλίου είχε το μερίδιό του σε αυτήν τη νίκη, με εκείνη την κάτω από την πανσέληνο έφοδο στο γερμανικό πολυβολείο. Σε αντίθεση με τη μεγάλη κρίση που διαποτίζει τους ήρωες του Ουελμπέκ όπως η υγρασία έναν τοίχο, στον Μέιλερ υπάρχει όλος ο δυναμισμός της εποχής, ένας δυναμισμός πέρα από κάθε όριο αυτού που ονομάστηκε ορθότητα. Είναι ένα ηθικό τρωτό που κανείς το φέρει ως παράσημο, όπως ένας Τζόνι Κας που δηλώνει ‘the greatest sinner of them all’, όπως ένας Κλιντ Ίστγουντ του οποίου οι αμαρτίες συγχωρούνται μέσα στο ρίσκο και την επιδεικτική bravado.
Μια φίλη καταλόγισε ασυναρτησία στο βιβλίο. Μπορεί να φταίει ότι δημοσιευόταν σε συνέχειες, κάπως όπως τα σίριαλ μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Νομίζω πάντως πως πρόκειται για μια ασυναρτησία κάπως πιο δομική, με έναν τρόπο είναι σαν να έχει διάφορες ελεύθερες άκρες που όμως κάπου -σε κάτι όχι πολύ σαφές- συντείνουν. Σε κάτι βαθιά αμερικανικό και βαθιά 20ός αιώνας. Μια απορία που μου γεννήθηκε, είναι από πότε υπάρχει το σεξ ως περιγραφή στη μέινστριμ, την κυρίως ας πούμε λογοτεχνία. Ίσως να σχετίζεται με την κατά Εντγκάρ Μορέν μετάβαση από τον σταρ-θεό στον σταρ-αντικείμενο προς ταύτιση. Θεωρώ όμως ότι υπάρχει και κάτι άλλο: οι «σταρ» των πιο κοινοτικών κοινωνικών σχηματισμών, των πιο παραδοσιακών κοινωνιών, δεν έπρεπε να προκαλούν φθόνο ούτε να πυροδοτούν διαλυτικούς για το κοινωνικό σώμα ανταγωνισμούς.
Ο ήρωας χαρακτηριζόταν από αγαμία, το σεξ αφορούσε ανθρώπους όχι ακόμα ενταγμένους σε κοινωνικούς ρόλους -πολύ νέους συνήθως, στα όρια της μύησης στον κόσμο των ενηλίκων- και που όταν έπεφταν στην αντίληψη του άρχοντος, η κόλαση ξεσπούσε πάνω στα κεφάλια της Ερωφίλης, της Ιουλιέτας ή του Ερωτόκριτου. Με αυτή την έννοια, το σεξ ως κομμάτι της ενήλικης, ενταγμένης ζωής, είναι συνυφασμένο με τον ήρωα-άτομο: μόνο ο 20ός αιώνας έδωσε ήρωες όπως ο Σαμ Σπέιντ ή ο Τζέιμς Μποντ. Μια άλλη υποψία που γυροφέρνω στο κεφάλι μου είναι ότι ακριβώς σε αυτό συνίσταται η διάκριση μεταξύ ήρωα και αντιήρωα: ο αντιήρωας κάνει σεξ.

Κάτι άλλο που είναι αδύνατο να παραβλέψει κανείς, είναι οι αναλογίες μεταξύ του ήρωα και του ίδιου του Μέιλερ ή μάλλον της εικόνας που ήθελε να δίνει ο Μέιλερ. Και πάλι, αντανακλούν στοιχεία του φαινομένου του σταρ: τον διάλογο ανάμεσα στο πρόσωπο και τον ρόλο. Δεν είναι καινούριο, είναι μάλλον ένα αντιπαθητικό στοιχείο όταν το συναντώ σε κάποιον μέτριο συγγραφέα, αυτό το άγχος της προβολής της ματσίλας και της ανδροπρέπειάς του. Στον Μέιλερ σώζεται, ίσως ακριβώς επειδή δεν τον διακατέχει σεμνοτυφία, η ματσίλα είναι σχεδόν ο πυρήνας του βιβλίου, όχι πουριτανικά μισοκρυμμένη κάτω από το χαλάκι της κυρίως αφήγησης.
Υπάρχει όμως κάτι πιο σημαντικό, κάτι που φανερώνει τη διαίσθηση του Μέιλερ αλλά και τον καημό του: το 60 ήταν ήδη εμφανές ότι οι σταρ είναι αυτό που ο Αλμπερόνι ονόμασε ‘powerless elite’. Άνθρωποι με τεράστια προβολή αλλά μηδαμινή επιρροή στις αποφάσεις. Πολύ συχνά μπροστινοί αλλότριας ατζέντας. Ο Σινάτρα τραγουδούσε ‘everybody loves a winner’ την ώρα που ήξερε καλά (αξίζει να ψάξετε να βρείτε την επιστολή του στον Τζορτζ Μάικλ όπου του λέει να είναι καλό παιδί) σε ποιο πλέγμα ιεραρχίας πρέπει να δίνει λόγο. Η ματσίλα του υπαλλήλου, η ίδια η αυτοδιάθεσή του ακόμα είναι κάπως επισφαλής, αν όχι πλαστή . Ο Μέιλερ κατασκευάζει έναν χαρακτήρα που είναι ελίτ, αλλά δεν είναι powerless. Η εξουσία του είναι από τα ίδια υλικά με την εξουσία της κυρίως ελίτ, επιτυχία, έλλειψη δισταγμών, ικανότητα για βία.
ΥΓ: Ψάχνοντας για τον Μέιλερ βάζω την ταινία του «Maidstone» που υπάρχει στο YouTube. Ένα σχόλιο τυχαίου χρήστη από κάτω έγραφε: ‘Essentially, I see this movie as an exploration of Mailer’s lone fight to not wear a shirt’. ‘Look at my horrible greying chest hair, everyone’. ‘ Mailer admits his narcissism, as if that somehow excuses it’.
