Ήταν μια βραδιά για φίλους, έτσι έλεγε η πρόσκληση. Ένα από τα μουσικά σχήματα με ειδίκευση στα εταιρικά events, από εκείνα που για δύο ώρες αναλαμβάνουν τη διασκέδαση των παρευρισκομένων με μουσικές επιλογές από ένα ευρύ φάσμα, κατάφερε να οργανώσει ένα live για πιο δικούς του ανθρώπους που δεν έχουν τη δυνατότητα να το απολαύσουν εφόσον εμφανίζεται στο στενό πλαίσιο προγραμματισμένων εκδηλώσεων με συγκεκριμένο κοινό. Η μόνη οδηγία ήταν να χορέψουν όλοι. Ήταν, άλλωστε, ένα πάρτι που οι ίδιοι οι μουσικοί του σχήματος, περίμεναν καιρό. Να παίξουν δηλαδή χωρίς το άγχος μιας επαγγελματικής εμφάνισης και το στενό χρονικό πλαίσιο που ορίζουν οι εμπορικές συμφωνίες, σε έναν χώρο εκδηλώσεων με μια σκηνή, τραπέζια, ένα περιορισμένο μπαρ και μια μικρή πίστα στο κέντρο.

Φυσικά και δεν χόρεψαν όλοι. Αλλά αρκετοί το τόλμησαν. Γυναίκες, κυρίως. Φίλες της τραγουδίστριας, κάποιες άλλες του ντράμερ, κάποιες του μπασίστα. Μια Γερμανίδα που ένας είχε γνωρίσει στο πρόσφατο ταξίδι του στο Βερολίνο και πέρναγε καλύτερα από όλους, χορεύοντας ασταμάτητα από ABBA μέχρι rock ‘n roll. Ανάμεσά τους κι ένα αγόρι, λίγο μετά τα 20 του χρόνια, άντε 25, που είχε παραδοθεί στη μουσική αλλά κι εφάρμοζε απόλυτα τη μόνη οδηγία που είχε δοθεί, να χορέψουν δηλαδή όλοι. Δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο, ένα αγόρι της διπλανής πόρτας που έδειχνε να το κατακλύζει η μουσική κι εκείνο να την ακολουθεί αβίαστα χορεύοντας σε απόλυτη εναρμόνιση με ό,τι άκουγε, αφήνοντας το σώμα του ελεύθερο να ακολουθήσει τον ρυθμό, αν αυτό δεν είναι ιδιαίτερο από μόνο του.
Εννοείται ότι οι περισσότεροι τραβούσαν βίντεο με τα κινητά τους. Και τα περισσότερα ήταν στραμμένα προς τη μεριά που βρισκόταν το αγόρι. Δεν χρειαζόταν και πολύ προσπάθεια για να δεις έναν τύπο, 35-40, πουκάμισο, τζιν, all star στα πόδια, περιποιημένα γένια, πολύ σοβαρός όπως είναι οι άντρες αυτού του είδους συνήθως, να έχει ζουμάρει με το κινητό του αποκλειστικά στο αγόρι που χόρευε και να το βιντεοσκοπεί επί ώρα. Αποκλειστικά, όμως. Χωρίς να φαίνεται η γειτόνισσα από τον 1ο όροφο που είχε σηκωθεί με χαρά να συμμετάσχει στο πάρτι, ούτε η άοκνη Βερολινέζα. Η κάμερα του κινητού του κατέγραφε το εκστατικό αγόρι της διπλανής πόρτας, ολόσωμο, από την κορυφή μέχρι τα νύχια, χωρίς να χάνει την παραμικρή κίνηση, αποτυπώνοντας ξεκάθαρα το πρόσωπο του σε όλες του τις εκφράσεις. Αφού αναλογιστείς τις προθέσεις του καθήμενου κινηματογραφιστή, δεν μπορείς να κάνεις και πολλά πράγματα εφόσον βρίσκεσαι σε εκδήλωση φίλων. Απλά πας και μπαίνεις μπροστά με την πλάτη σου να φαίνεται στην κάμερα.
Αυτό το αγόρι πήγε να χορέψει και μπορεί να έγινε χωρίς να το ξέρει πολλά πράγματα: από προσωπική ανάμνηση του τύπου που τράβαγε το βίντεο μέχρι viral σε μια ευρύτερη παρέα με διαμοιραζόμενα μηνύματα του στιλ «κοιτάξτε εδώ».
Το αγόρι που χόρευε στις κερκίδες σε συναυλία της Μαρίνας Σάτι, με το δικό του τρόπο κι εκείνη το ανέβασε στη σκηνή να χορέψει δίπλα της διακρίνοντας μάλλον την ταύτισή του με τη μουσική της, είχε μεγαλύτερη απήχηση. Κι όχι με την καλή έννοια. Το σχετικό βίντεο αναμεταδόθηκε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ουκ ολίγες φορές, με το πλήθος να αναρωτιέται πού χάθηκαν οι άντρες (σε μια πρώτη κομψή διατύπωση). Ούτε όμως ο ώριμος κύριος που ήπιε λίγο παραπάνω και σηκώθηκε να χορέψει ένα πιο αέρινο ζεϊμπέκικο στη σκηνή νυχτερινού κέντρου, μπόρεσε να ξεφύγει από τη χλεύη του διαδικτυακού κοινού. Με τον ίδιο τρόπο, άνθρωποι που βγαίνουν να διασκεδάσουν, έχοντας πιει κάτι παραπάνω ή έχοντας μεθύσει από χαρά, νταλκά ή καψούρα, βλέπουν τους εαυτούς τους να μετατρέπονται σε αστεία βιντεάκια που ο κόσμος βλέπει λίγο πριν κοιμηθεί ή στις καφετέριες και γελά με τις παρέες του, χωρίς να παραλείπει να επιδοθεί στην αγαπημένη ασχολία του όχλου: το κράξιμο.
Μπορεί βέβαια ο κίνδυνος μια εξόδου σου για διασκέδαση να μετατραπεί σε βίντεο από μια στιγμή σου που θα σε εκθέτει ανεπανόρθωτα και θα σε γελοιοποιούν χιλιάδες άβαταρ την επόμενη μέρα από τον καναπέ τους, να μην είναι ο μόνος λόγος που οι άνθρωποι δεν χορεύουν πια. Ίσως και να είναι αυτή ακριβώς η εξάρτησή μας από τα κινητά μας και η ανάγκη των περισσοτέρων να δηλώσουν την παρουσία τους σε κάποια εκδήλωση μόνο και μόνο ανεβάζοντας κάποιο βίντεο ή κάποια φωτογραφία από αυτήν στους προσωπικούς τους λογαριασμούς. Είναι σαν οι άνθρωποι να πηγαίνουν πια σε ένα κλαμπ ή μια συναυλία ή ένα πάρτι με μοναδικό σκοπό να κάνουν μια σχετική ανάρτηση στις σελίδες τους κι αυτό να είναι όλο. Η φωτογραφία, άλλωστε, που χαρακτήρισε τη φετινή χρονιά σε αυτό το επίπεδο από το πρώτο της κυριολεκτικά δευτερόλεπτο, δεν είναι άλλη από εκείνη για τους εορτασμούς της Πρωτοχρονιάς στο Παρίσι που από τους χιλιάδες παρευρισκόμενους ούτε ένας δεν φαινόταν να μην κρατά κινητό, ζώντας τους εορτασμούς μέσα από αυτό. Μεταθέτοντας την εμπειρία για πιο μετά, όταν θα την βλέπει από τους σχετικούς φακέλους στο λογισμικό της συσκευής του. Δεν ήταν κάτι νέο, αλλά ήταν κάτι καθολικό. Χαρακτηρίστηκε, τότε, ανατριχιαστικό. Και μάλλον ήταν.


Αίσθηση έκανε τον περασμένο Αύγουστο ο βετεράνος DJ Μπομπ Σινκλάρ, όταν ανήρτησε ένα βίντεο στην προσωπική του σελίδα αμέσως μετά από μια εμφάνισή του στην Μύκονο, όπου έλεγε ότι ήταν η χειρότερη εμπειρία της ζωής του. Ακριβώς γιατί το κοινό ήταν τελείως αποκομμένο από το χώρο και γιατί ήταν όλοι στα κινητά τους. Στο ίδιο βίντεο ο ίδιος έκανε λόγο για «κατάθλιψη» και «καταστροφή». Κι αναρωτιόταν τι έχουν πάθει οι άνθρωποι και δεν μπορούν να συνδεθούν με το παρόν και τη μουσική. Αναπόλησε τις παλιές μέρες που ο κόσμος χόρευε κι όλοι ένιωθαν να ανήκουν σε μια κοινότητα. Κατά όχι και τόσο περίεργη σύμπτωση, ο αλγόριθμος τις μέρες που ακολούθησαν έβγαζε ένα βίντεο από την Μύκονο του 2000. Ίσως και του 1999. Ήταν καταπληκτικό: όλοι χόρευαν. Χέρια ψηλά στον αέρα, σφυρίγματα, ιαχές χαράς, ένας άλλος κόσμος. Ένας κόσμος χωρίς smartphones.
Μια παρέα ανθρώπων λίγο πριν τα πενήντα τους αποφάσισε πριν λίγους μήνες να πάει σε ένα από τα πάρτι με ηλεκτρονική χορευτική μουσική που διοργανώνονται ανά διαστήματα στη Βαρβάκειο Αγορά. Πολύ χαρούμενοι όλοι τους που θα βρίσκονταν ξανά όλοι μαζί όπως παλιά, ήταν άλλωστε κι ένα reunion με φίλους που επέστρεψαν από πολύ μακριά. Χόρεψαν, διασκέδασαν, πέρασαν όμορφα για τους δικούς τους λόγους. Ήταν όμως οι μόνοι. Αμέσως κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο κόσμος που ήταν εκεί δεν χόρευε. Πολλά κινητά, ωραίες μουσικές, καμιά ατμόσφαιρα. Ο ακατάλληλος ήχος της κρεαταγοράς και τα τραπέζια που το πρωί τεμαχίζονται πατσάδες αλλά το βράδυ χρησιμοποιούνται για να αφήνεις το πλαστικό ποτήρι με το ποτό, οι ταξιδιάρικες μουσικές των DJ, το κυριακάτικο αυτό απογευματινό πάρτι που σου επέτρεπε να γυρίσεις νωρίς σπίτι για μια εβδομάδα που θα ξεκινούσε το επόμενο πρωινό, τίποτα από όλα αυτά δεν έδωσε στην παρέα το παραμικρό ίχνος κάτι ξεχωριστού. Ήταν μια απογοήτευση. Πριν λίγες μέρες, διοργανώθηκε στον ίδιο χώρο, το ίδιο πάρτι. Αυτή τη φορά χωρίς κινητά. Πολλοί από όσους παρευρέθηκαν, δήλωσαν ενθουσιασμένοι. Θύμιζε κάτι «από τα παλιά».
Η τάση αυτή να απαγορεύονται τα κινητά ή η χρήση της κάμεράς τους στα κλαμπ, γίνεται όλο και πιο έντονη. Είναι κάτι που συμβαίνει εδώ και χρόνια στην Γερμανία. Στο θρυλικό βερολινέζικο Berghain, για παράδειγμα, αυτή ήταν η νόρμα. Για λόγους προστασίας όσων πήγαιναν, για την ελεύθερη κατανάλωση ή σεξουαλική έκφραση, αλλά και για να διατηρεί ο χώρος την περίφημη ατμόσφαιρα την οποία αποζητούσαν όλοι, τα κινητά δεν επιτρέπονταν. Τώρα, ένα νέο κλαμπ στο Μάντσεστερ, μια άλλη πόλη ορόσημο για την ηλεκτρονική χορευτική κουλτούρα, μόλις άνοιξε τις πόρτες του παρακαλώντας τους θαμώνες να μην χρησιμοποιούν τα κινητά τους για να τραβούν βίντεο ή φωτογραφίες. Σου βάζουν μάλιστα αυτοκόλλητα στην κάμερα του κινητού σου κατά την είσοδο. Στο Amber το προσωπικό θα σε παρακαλέσει να μην το ξανακάνεις αν θεαθείς να το κάνεις. Και θα σε οδηγήσει στην έξοδο αν το ξανακάνεις. Ακόμα ένα club που υιοθετεί αυτή την πολιτική; Ναι και το γεγονός στάθηκε ικανό να κάνει τον γύρο του διαδικτύου ως σημαντική είδηση τουλάχιστον στο πλαίσιο αυτής της κοινότητας.

Προκαλώντας κιόλας έναν διάλογο για το κατά πόσο σωστή είναι αυτή η πρακτική. Πολλοί είναι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι τα κλαμπ ως επιχειρήσεις θα υποστούν ένα μεγάλο πλήγμα ειδικά ενώ ακόμα προσπαθούν να αναρρώσουν από τις πληγές της καραντίνας, καθώς για πολλούς η αναρτήσεις στις προσωπικές τους σελίδες είναι αναπόσπαστο μέρος μιας εξόδου τους. Ειδικά για τις μικρότερες ηλικίες είναι ένας αδιαμφισβήτητος τρόπος να ανταλλάσσουν πληροφορίες για ένα event ή να προωθούν τη δουλειά τους αν είναι επαγγελματίες του χώρου. Οι υπεύθυνοι του Amber, όμως είναι κατηγορηματικοί. Δηλώνουν αποφασισμένοι να προασπίσουν την μουσική και την εμπειρία. Για αυτούς, οι επονομαζόμενοι «TikTok ravers», ευθύνονται για την απώλεια του «feeling» στα κλαμπ της Μεγάλης Βρετανίας, τουλάχιστον σε αυτά που πηγαίνουν άνθρωποι για να ακούσουν μουσική κι όχι να μεθύσουν απλά. Άλλωστε το Amber είναι μια νέα προσθήκη στον καθόλου μικρό κατάλογο των κλαμπ ανά τον κόσμο που υιοθετούν αυτή τη no-phone πολιτική. Από το Club Space στο Μαϊάμι που παρέχει μια θήκη κινητού η οποία κλειδώνει και ξεκλειδώνει με τεχνολογία RFID, όπως τα μαγνητικά αντικλεπτικά στα καταστήματα ρούχων, χωρίς να σε κάνει να νιώθεις ότι κάποιος έχει στην κατοχή του για κάμποση ώρα το τηλέφωνο σου, μέχρι ευρωπαϊκά φεστιβάλ όπως το πορτογαλικό Waking Life ή το ολλανδικό No Art που ακολουθούν την ίδια τακτική, ο σκοπός μοιάζει να είναι κοινός: οι άνθρωποι να μπορούν να ακούν απρόσκοπτα την μουσική, να χαλαρώνουν, να αφήνονται, να ξεδίνουν. Να χορεύουν δηλαδή.
Αλλά δεν είναι μόνο τα κλαμπ που στρέφονται στην απαγόρευση χρήσης των κινητών τηλεφώνων. Ο Μπομπ Ντίλαν ήταν το κορυφαίο όνομα που απασχόλησε την κοινή γνώμη πάνω στο θέμα, όταν διέκοψε συναυλία του στην Βιέννη όταν τραγουδούσε το Blowin’ In The Wind και απευθυνόμενος στο κοινό, ρώτησε: «Μπορούμε να τραγουδήσουμε ή πρέπει να ποζάρουμε». Δεν ήταν ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος. Ακόμα και η Μαντόνα έχει απευθυνθεί στο κοινό της ζητώντας να ασχολείται λιγότερο με το τηλέφωνο και περισσότερο με την μουσική. Κι η Αλίσια Κιζ, το ίδιο. Αλλά ο Ντίλαν προχώρησε ακόμα περισσότερο δεχόμενος να κάνει συναυλίες μόνο αν τα κινητά όσων προσέρχονταν θα κλειδώνονταν στις ειδικές θήκες και θα ξεκλειδώνοντας μετά το πέρας αυτών. Προκάλεσε τόση αίσθηση αυτή του η επιμονή που ακόμα κι ο Nτέιμον Άλμπαρν των Blur, αναγκάστηκε να αντιτεθεί σε αυτή τη λογική λέγοντας ότι: «οι άνθρωποι δεν θα θέλουν να είναι στα κινητά τους, αν συνδεθείς σωστά μαζί τους».
Στα κλαμπ, όμως, η σύνδεση αυτή έχει περισσότερους περισπασμούς που την εμποδίζουν να επιτευχθεί. Η Ίμπιζα είναι ένα νησί που έχει συνδεθεί άρρηκτα με την ηλεκτρονική χορευτική μουσική. Προσκυνηματικός σχεδόν προορισμός των Βρετανών και τόπος που γεννήθηκαν τα «Καλοκαίρια της Αγάπης» στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τα οποία αποτελούν ακόμα σημείο αναφοράς στην παγκόσμια rave κοινότητα. Ένα νησί, που σε αντίθεση με την Μύκονο που αποτελεί πια πόλο έλξης για πλούσιους (σκέτο), διατηρεί ακόμα κάτι από εκείνη την αίσθηση που οι άνθρωποι χόρευαν κι αφήνονταν στα κελεύσματα του αγαπησιάρικου ‘Balearic’. Αυτής της ηλεκτρονικής συνιστώσας που σήμαινε ταυτόχρονα κι έναν τρόπο ζωής που αναδύθηκε στα κύματα των Βαλεαρίδων Νήσων. Εκεί η «phone free» πολιτική, μοιάζει να έχει βρει ένα στιβαρό οικοσύστημα. Όλο και περισσότερα club την υιοθετούν τα τελευταία χρόνια. Και κάθε σεζόν όλο και περισσότεροι άνθρωποι αφήνουν με χαρά τα τηλέφωνα τους στην είσοδο για να τα πάρουν καθώς φεύγουν. Κι όπως αναφέρουν οι περισσότεροι, βλέπουν ξανά ανθρώπους να χαμογελούν.
Πρόσφατα στο Reddit, μια πλατφόρμα που σου επιτρέπει να υποβάλεις ένα ερώτημα και να δημιουργήσεις ένα topic ή μια κοινότητα σχετικά με αυτό, μια νεαρή επισκέπτρια στην Ελλάδα ρωτούσε γιατί οι Έλληνες δεν χορεύουν, καθώς παρατήρησε ότι οι περισσότερες παρέες αντρών στέκονταν με την πλάτη γυρισμένη στον κόσμο ασχολούμενοι με τα κινητά τους. Οι απαντήσεις πολλές και τελείως διαφορετικές μεταξύ τους. Άλλος έγραφε ότι δεν ήταν αρκετά μεθυσμένοι. Άλλος αναπολούσε τη δεκαετία του ‘90 που όλοι χόρευαν και δεν μπορούσε να εξηγήσει την σημερινή κατάσταση. Πολλοί έλεγαν ότι στα μπουζούκια ή τα πανηγύρια, όλοι χορεύουν. Πολλοί επίσης έλεγαν ότι η ελληνική κοινωνία είναι πολύ επικριτική και σε εμποδίζει από το να εκφραστείς ελεύθερα. Κάποιος είπε ότι με την οικονομική κατάσταση στην χώρα, κανείς δεν είναι πια χαρούμενος. Όλοι, όμως, συμφωνούσαν ότι οι άνθρωποι δεν χορεύουν πια.

