Συμβαίνει κάτι παράξενο, ενώ για δεκαετίες αυτό που λεγόταν στρατευμένη τέχνη ήταν ίου, έχουμε περάσει -όσον αφορά πάντα το κυρίαρχο, επίσημο και θεσμικό- σε μια εποχή που τα κριτήρια με τα οποία αντιμετωπίζεται η τέχνη είναι σχεδόν αποκλειστικά πολιτικά· από τις ποσοστώσεις για το φύλο μέχρι τις αιτήσεις για φεστιβάλ όπου καλείσαι να δηλώσεις αν ανήκεις σε μειονοτική εθνοτική ομάδα ή τον σεξουαλικό σου προσανατολισμό.
To «παράξενο» που είπα, το συζητάμε, ίσως το βλέπει έτσι μόνο όποιος έχει συνηθίσει να βλέπει την ιστορική κίνηση ως προϊόν αντιθέσεων, όποιος επιμένει σε μια αντίληψη όπου η κοινωνικές μεταβολές είναι αποτέλεσμα κάποιου ανταγωνιστικού κινήματος. Δεν είναι μια αντίληψη που ενστερνίζομαι πια, μπορεί αυτές οι μεταβολές να είναι αποτέλεσμα όχι μόνο αντιδράσεων αλλά και συναινέσεων -ίσως κυρίως συναινέσεων. Μια χαρά, δεν τρέχει κάτι με αυτό, αλλά είναι κάπως βαρετό να κάνει κανείς ακτιβισμό μαζί με όλο το θεσμικό πακέτο και να ψάχνει με το ντουφέκι να βρει τον οχτρό και στο τέλος να τον βρίσκει στον παρία, ενώ ο ίδιος συμπορεύεται με τον ισχυρό και κυρίαρχο. Ξαναλέω, μια χαρά, αλλά αυτό δεν είναι ακτιβισμός, είναι τζάμπα και απλήρωτη ιδεολογική δουλειά για την κυριαρχία.
Γενικά, θα έλεγα ότι το πρόβλημα δεν είναι η στράτευση αλλά αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε υποταγή της τέχνης στην πολιτική, της εικόνας στον λόγο, κάτι που είναι χαρακτηριστικό μιας παράδοσης της δυτικής μοντερνιστικής σκέψης. Θα μπορούσαμε να το διευρύνουμε ως υποταγή καθετί (κλίνεται αυτό;) μη έλλογου στον λόγο, υποταγή της τέχνης στη θεωρία, μια παραδοχή ότι η τέχνη δεν εξερευνά, δεν είναι η ίδια στοιχείο πρωτότυπης έρευνας, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια εικονογράφηση της θεωρίας. Στο τέλος, τίποτα παραπάνω από μια μεταγραφή της θεωρίας σε μια πιο απλοϊκή γλώσσα. Τα παραπάνω μου θυμίζουν, στο αντίθετό τους, μια άλλη αποστροφή του Ουελμπέκ από τη Σεροτονίνη, όπου μιλάει για την απόλυτη υπερίσχυση του στοιχείου της καύλας απέναντι στο intellect με αναφορά στον Προυστ αν θυμάμαι καλά και σίγουρα στον «Θάνατο στη Βενετία» του Τόμας Μαν.
Παρατηρώ τώρα μια αθέλητη κατάχρηση της λέξης υποταγή που μάλλον έγινε επειδή σκέφτομαι για το ομώνυμο βιβλίο, αν και εκεί ο όρος μπαίνει σε τελείως άλλα συμφραζόμενα. Μια ειρωνική και ύπουλη νίκη του λόγου, ενώ προσπαθώ να υποστηρίξω το αντίθετο. Τέλος πάντων, προχωράμε.
Η «Υποταγή» δεν είναι ο πιο Ουελμπέκ-Ουελμπέκ που έχω διαβάσει. Μου είχε προκαλέσει μια αμηχανία το εξής, ότι μοιάζει να είναι ένα βιβλίο δήλωση, μια χονδροειδής μεταγραφή στη λογοτεχνία της οπτικής του Ουελμπέκ για τον κόσμο και την πολιτική. Σαν ο σκελετός μιας ιστορίας να έχει επινοηθεί για να μας πει ο Ουελμπέκ τα δικά του. Δεν ήταν η λογοτεχνία στο κέντρο, δεν ήταν καν η αφήγηση και η ιστορία, ήταν μια οπτική του κόσμου. Μου κάνει εντύπωση ότι ακόμα και ένας βαμμένος επικριτής του μοντερνισμού και της νεωτερικότητας υποκύπτει σε μια τέτοια νεωτερική κατασκευή.
Πρώτη φορά που άκουσα για αυτό ήταν στο ραδιόφωνο λίγα χρόνια πριν να το διαβάσω. Η οπτική πάνω στο βιβλίο ήταν μάλλον η τετριμμένη: ότι πρόκειται για ένα ισλαμοφοβικό αφήγημα. Νομίζω ότι έκαναν λάθος. Το Ισλάμ, και το λέω εν γνώση του τι έχει πει γενικα για το Ισλάμ ο Ουελμπέκ μοιάζει -στα πλαίσια του βιβλίου- να εμφυσά μια ανάσα ζωής σε μια πεθαμένη Ευρώπη-ζόμπι που έχει χάσει την ψυχή της, την οποία ο Ουελμπέκ την αναζητά στη θρησκεία και στον Μεσαίωνα. Με έναν τρόπο, ένας πυρηνικά, προνεωτερικά «δεξιός» όπως ο Ουελμπέκ βρίσκει ότι το Ισλάμ ξαναδίνει ψυχή στην Ευρώπη-ζόμπι, μια Ευρώπη που, όπως λέει, στη μεσαιωνική της εκδοχή έζησε 1.000 χρόνια ενώ στην εποχή των εθνών-κρατών μόνο 200 και ήδη μας αποχαιρετά.
Ακούγοντας εκείνη την εκπομπή στο ραδιόφωνο πριν από χρόνια, δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ τι ζόρι τραβούσε ο -αριστερός- πολιτιστικός συντάκτης. Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε πιο αποτελεσματική εξουδετέρωση του πολιτικού Ισλάμ από εκείνη που κατάφερε η ΕΣΣΔ. Αξίζει να δει κανείς εκείνες τις σκηνές στο «Τρία τραγούδια για τον Λένιν» σε χώρες της κεντρικής Ασίας που θα μπορούσαν να είναι άνετα στη μοίρα του Αφγανιστάν, ή τα βιβλία του Τσινγκίζ Αϊτμάτοφ. Στο τέλος σε εκείνα τα μέρη υπερίσχυσε ένα κοινωνικό μοντέλο σαφώς περισσότερο επιθυμητό από τους ανθρώπους, με περισσότερη ελευθερία, αυτοπροσδιορισμό, αυτοδιάθεση, καθώς επίσης έγιναν και μέρος ενός πληθυσμού και μιας χώρας που έκανε άλματα υλικής ευημερίας. Γενικά, έχω ακόμα εκείνη την παλιά αντίληψη ότι καμία κουλτούρα δεν γίνεται να υπερισχύσει απέναντι σε μια απτή υλική πραγματικότητα. Δεν είναι τυχαία, θέλω να πω, η συγγένεια της προνεωτερικής δεξιάς με τον φονταμενταλισμό κάθε θρησκείας. Ανάγεται σε μια σύγκρουση ανάμεσα στον συντηρητισμό του να μείνουν τα πράγματα όπως είναι, στο να μην διασαλευθεί η φυσικοποιημένη τάξη του κοινωνικού κόσμου από τη μία, και στην επιθυμία των πολλών, είτε φτωχών, είτε αποκλεισμένων, για έναν κόσμο μεγαλύτερης ισότητας και ελευθερίας.
Στον Ουελμπέκ βρίσκω την πιο διαυγή ανάγνωση της ευρωπαϊκής κρίσης. Βασικά, τον βρίσκω τεράστιο, και όχι μόνο αυτό· τον απολαμβάνω όσο κανέναν άλλο συγγραφέα που έπεσε στα χέρια μου εδώ και 10 χρόνια, αλλά νομίζω ότι στο λάθος του δεν είναι πολύ διαφορετικός από κάθε νοσταλγό κάποιου παλιού καλού καιρού, ούτε από εκείνο τον γείτονα που φυλακισμένος στην ανέχεια και σε κάθε λογής ταξικό τοίχο κρυφονοσταλγεί την Ελλάδα της χούντας «που ένα φτωχό παιδί δεν χρειαζόταν φροντιστήριο». Προφανώς, δεν χρειάζεται εδώ ούτε να αποδομήσω το ψέμα της χουντικής ευημερίας και ασφάλειας, ούτε την αριστοκρατική νοσταλγία του Ουελμπέκ. Η χούντα ήταν σκατά, η αριστοκρατία ήταν μια συνθήκη ακόμα πιο καταπιεστική. Και τώρα άντε να το μαζέψω αυτό το πράγμα που μοιάζει με μια υπεράσπιση μιας τελειωμένης νεωτερικότητας. Γιατί κατά βάθος, ο Ουελμπέκ είναι πάρα μα πάρα πολύ σωστός.
