Την περασμένη εβδομάδα, ο ίδιος ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ παρουσίασε τη σειρά από εκδηλώσεις που, με αφορμή την 50ή επέτειο από τον θάνατο του μακρόβιου δικτάτορα Φρανθίσκο Φράνκο, θα υπογραμμίσουν την πρόοδο και τα επιτεύγματα της δημοκρατικής μεταπολίτευσης στη χώρα. Πρωτοβουλία που από την πρώτη στιγμή ξεσήκωσε αντιδράσεις σε πολλά επίπεδα.
Η πρώτη πράξη δόθηκε Εθνικό Μουσείο Τέχνης Reina Sofía στη Μαδρίτη, στο οποίο στεγάζεται ένα από τα περίτρανα σύμβολα ενάντια στην τυραννία και τη σκληρότητα του καθεστώτος Φράνκο, τη διάσημη «Γκερνίκα» του Πάβλο Πικάσο. Στην τελετή της παρουσίασης, με την απουσία του βασιλιά Φελίπε ΣΤ’, αλλά και φυσικά του ηγέτη της δεξιάς αντιπολίτευσης Αλβέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο, ο Σάντσεθ απέφυγε να αναφερθεί στις σχέσεις του δικτάτορα με τη μοναρχία (που ως διακοσμητικό σύμβολο τον ανέχθηκε για δεκαετίες και τον αποκαθάριζε), αλλά και στην «ανακύκλωση» φρανκικών στελεχών στο καθεστώς της μεταπολίτευσης(πχ ο διαβόητος υπουργός του Μανουέλ Φράγα, που μεταπολιτευτικά πρωταγωνιστούσε επί χρόνια πολλές 10ετίες). Ο Πρωθυπουργός υπογράμμισε πως στις εκδηλώσεις, υπό τον τίτλο «Η Ισπανία εν ελευθερία», έχουν «μοναδικό στόχο», «να τονίσουν τη μεγάλη μεταμόρφωση που επιτεύχθηκε σε αυτόν τον μισό αιώνα δημοκρατίας».

Μέσα από μία πλειάδα (πάνω από 100) από θεάματα, εκθέσεις και ομιλίες, σε δημόσιους χώρους, σχολεία, πανεπιστήμια και μουσεία οι Ισπανοί θα πληροφορηθούν πολλά στοιχεία για τον άνθρωπο, που κυβέρνησε την Ισπανία μεταξύ 1939 και 1975, μετά από έναν Εμφύλιο Πόλεμο (1936-1939). Ένας πόλεμος, ο οποίος άφησε εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς αλλά και προκάλεσε πολλές τεκτονικές συνέπειες στη χώρα. Ένα τεράστιο κύμα προσφύγων σε άλλες χώρες (πάνω από 250.000 μόνο στη γειτονική Γαλλία), οι διωγμοί και η εκτεταμένη καταστολή -ιδίως εναντίον των μη καστιλιάνικων εθνοτήτων της χώρας- δημιούργησαν ανισότητες φτώχεια και αποκλεισμούς, οι οποίοι εξώθησαν στη μετανάστευση εκατομμύρια άλλους και κυρίως δίχασε βαθιά τη χώρα και την παγίδευσε σε μία ιδεολογική και εθνική ρήξη, που ακόμη και σήμερα είναι ορατή στις σχέσεις της Μαδρίτης-κέντρου με τις Περιφέρειες (Καταλανοί, Βάσκοι, Γαλιέγοι).
Οι πραγματικοί σκοποί του Σοσιαλιστή Σάντσεθ
Μόνο που κατά βάθος, ο Σάντσεθ επιδιώκει δύο σκοπούς. Ο πρώτος και προφανής, σε μία εποχή όπου η ακροδεξιά σε όλον τον κόσμο και ο αναθεωρητισμός της Ιστορίας που προωθεί, είναι αναγκαίο να υπενθυμίσουμε στην κοινωνία την αντικειμενική σημασία των γεγονότων και να γίνει μία συγκριτική αποτίμηση των μεθόδων και των συνεπειών για την πορεία της χώρας και του έθνους που είχε η 40χρονη δικτατορία. Αφ’ετέρου και τούτο είναι εξίσου σημαντικό για την επιβίωση της κυβέρνησής του, ο Σάντσεθ αποσκοπεί να αλλάξει την πολιτική ατζέντα, να τονώσει την εικόνα της κυβέρνησής του και τις σχέσεις του με τους εθνικιστές (Καταλανούς, Βάσκους, Γαλιέγους), οι οποίοι είχαν βιώσει προγραφές, κακουχίες, λογοκρισία και καταδυναστεύθηκαν από το φρανκικό καθεστώς. Αλλά και να ανακόψει, μέσα από τις αλγεινές μνήμες από τη ζοφερή και αποφράδα εκείνη περίοδο, την προέλαση της δεξιάς του ΡΡ και της ακροδεξιάς του Vox -παρατάξεις που πολέμησαν και παρεμπόδισαν στις επαρχίες και δήμους όπου διοικούν τον Νόμο για την Ιστορική Μνήμη.

Είναι φυσικό λοιπόν, η ιδέα των εορτασμών του Φράνκο να μην ενθουσιάζει τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις της δεξιάς, με τον Φεϊχόο του Λαϊκού Κόμματος (ΡΡ) να την επικρίνει «τυπική κίνηση μίας κυβέρνησης που στην απόγνωσή της κοιτάζει συνεχώς στο παρελθόν». Με τους Σοσιαλιστές να εκδίδουν μία ανακοίνωση για τη σκοπιμότητα των εορτασμών και να απαντούν στο ΡΡ υπενθυμίζοντας την προέλευση πολλών στελεχών του, όπως και του ιδίου του κόμματος, το οποίο ιδρύθηκε το 1976 με το όνομα Alianza Popular από τον πρώην υπουργό του Φράνκο, τον Μανουέλ Φράγα Ιριμπάρνε.
Αλλά και το ακροδεξιό κόμμα Vox, το τρίτο μεγαλύτερο με 33 βουλευτές, επέκρινε την πρωτοβουλία του Σάντσεθ, υποστηρίζοντας ότι η δικτατορία «δεν ήταν μια σκοτεινή περίοδος, όπως αυτή η κυβέρνηση προσπαθεί να μας πουλήσει, αλλά μάλλον μια περίοδος ανοικοδόμησης, προόδου και συμφιλίωσης». Επικρίσεις δέχθηκε ο Σάντσεθ κι από την Αριστερά, με σημαιοφόρο το Podemos, που μέσω της Ιόνε Μπελάρα, χαρακτήρισε τον εορτασμό ως «συγκάλυψη», προκειμένου να αποκρύβουν τα πόσο λίγα έχουν γίνει ώστε να αποζημιωθούν και δικαιωθούν τα θύματα της δικτατορίας.
Η «απόγνωση» στην οποία αναφέρεται ο Φεϊχόο αφορά τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση του Σάντσεθ. Πρώτο και κυριότερο είναι η κρίση στη συνοχή της πολυκομματικής κυβέρνησης μειοψηφίας και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σε νομικό επίπεδο, με πολλαπλά σκάνδαλα ( με κυρίαρχα την υπόθεση χρηματισμού Koldo και του στενού συνεργάτη του Χοσέ Λούις Άβαλος και της εταιρείας της συζύγου του Μπεγόνια Γκόμεθ). Προβλήματα, ιδίως με τη στάση των δεξιών Καταλανών εθνικιστών Junts, που μιας και μιλάμε για Φράνκο δρουν ως σύγχρονη Πέμπτη Φάλαγγα μέσα στην κυβέρνηση. Προβλήματα, τα οποία αντανακλούν στη δυσκολία του Σάντσεθ να περάσει τον προϋπολογισμό και άλλα μέτρα, βασικά για την εκδίπλωση του κυβερνητικού του έργου -το οποίο πρέπει να περάσει από επίπονες διαπραγματεύσεις με πέντε διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις, προκειμένου να εγκριθεί.
Ο Φεϊχό έχει προειδοποιήσει πως είναι πρόθυμος να καταθέσει ακόμη μία πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης Σάντσεθ -τον οποίον ειρήσθω εν παρόδω προσομοίωσε με τον Φράνκο (sic!)-, με στόχο να προκαλέσει πρόωρες εκλογές. Στον εκβιασμό αυτό πρόθυμο ρόλο παίζουν οι Junts, οι οποίοι επισείουν τη μομφή και την υποστήριξη στο ΡΡ, πιέζοντας και αναγκάζοντας βήμα-βήμα την κυβέρνηση σε συμβιβασμούς με βάση τη δική τους ατζέντα για τον προϋπολογισμό στην Καταλονία και την αμνηστία στους πολιτικούς της Περιφέρειας που διώκονται για το απαγορευμένο Δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της. Κάτι, που εντείνει τον πολιτικό ανταγωνισμό μέσα στην ίδια την Καταλονία (με άμεσο αντίκτυπο και στην κυβέρνηση) καθώς οι κεντροαριστεροί εθνικιστές του ERC παίρνουν αποστάσεις από τους Σοσιαλιστές στην κυβέρνηση (και της Μαδρίτης, αλλά και της Περιφέρειας υπό τον Σαλβαδόρ Ίγια), βοώντας για αναβάθμιση των προβλέψεων για τον τοπικό προϋπολογισμό.
Για τον λόγο τούτο, ο Σάντσεθ με την είσοδο του 2025 έχει αποδυθεί σε μία εκστρατεία για να αναστρέψει το κλίμα. Πρώτα πρώτα ανακοινώνοντας 12 μέτρα για την κοινωνική κατοικία και την προστασία των ενοικιαστών. Ένα πρόβλημα που με τη ραγδαία αύξηση του AirBnB και της εξαγοράς στέγης από τα funds έχει καταντήσει πραγματική κοινωνική μάστιγα. Με συνέπεια ακόμη και τούτα τα μέτρα να κρίνονται ανεπαρκή και μάλιστα έχουν να αντιπαλέψουν τις προτάσεις του Φεϊχόο για το θέμα. Και κατά δεύτερον ανακοινώνοντας τα νέα μέτρα για το Συνταξιοδοτικό, που ενέκρινε στις 23 Δεκεμβρίου το υπουργικό συμβούλιο. Προϊόν συμφωνίας με τα εργατικά συνδικάστα που καίτοι άφησε δυσαρεστημένα όλα τα κόμματα εξ ευωνύμων των Σοσιαλιστών, συνάντησε ωστόσο την αποδοχή του PP. Πράγμα που ναι μεν θα δώσει μία πολιτική κι επικοινωνιακή ανάσα στην κυβέρνηση, εν τούτοις θα αποδείξει συνάμα και την αδυναμία της και το κατά πόσον η αυξημένη επιρροή του ΡΡ, ως καταλύτη πρωτοβουλιών στη δεξιά παράταξη, μπορεί να εμποδίσει το κυβερνητικό έργο.
Ο «Νόμος για τη Δημοκρατική Μνήμη»
Τρανό παράδειγμα, εξ αφορμής και των εορτασμών για τον θάνατο του Φράνκο κι ο περιώνυμος «Νόμος για τη Δημοκρατική Μνήμη», που εγκρίθηκε τον Οκτώβριο του 2022 και μεταξύ άλλων περιλαμβάνει την απογραφή των θυμάτων του καθεστώτος του Φράνκο και την αφαίρεση συμβόλων της δικτατορίας. Μόνο που ο Νόμος ελάχιστα έχει εφαρμοσθεί: κανένα δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί ακόμη υπέρ της δικαίωσης θυμάτων ή επιζώντων -οι οποίοι αρκούνται στα ωφελήματα του ανεπαρκούς νόμου περί αμνηστίας, ο οποίος εγκρίθηκε κατά τη δημοκρατική μετάβαση. Και φυσικά τα σύμβολα του φρανκισμού, ιδίως σε περιοχές ελεγχόμενες από τη δεξιά ή την παράδοσή της, συνεχίζουν να διατρανώνουν τις αρχές και τα ιδεώδη της 40χρονης δικτατορίας και να ενθαρρύνουν τους σημερινούς θιασώτες της.
Ο Φράνκο πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 1975 σε ηλικία 82 ετών από φυσικά αίτια σε νοσοκομείο της Μαδρίτης μετά από πολύωρη αγωνία. Δύο χρόνια αργότερα, το 1977, η Ισπανία διεξήγαγε δημοκρατικές εκλογές και το 1978 το δημοκρατικό Σύνταγμα εγκρίθηκε με δημοψήφισμα. Πλέον, τον θάνατο του δικτάτορα θυμούνται μόνο κάποιοι φανατικοί υποστηρικτές του, που οργανώνουν μνημόσυνα στο μαυσωλείο του στην Κοιλάδα των Πεσόντων, το οποίο κτίσθηκε με την καταναγκαστική εργασία πολιτικών κρατουμένων του καθεστώτος. Η εκταφή των λειψάνων του Φράνκο από την Κοιλάδα πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Σάντσεθ το 2019: μία κίνηση που συνάντησε ελάχιστα μεγαλύτερη αποδοχή (40,9%) από αποδοκιμασία (38,5%) μεταξύ του πληθυσμού.

Η προσωπικότητα του Φράνκο και ο Εμφύλιος Πόλεμος εξακολουθούν να προκαλούν ανάμεικτα συναισθήματα στην Ισπανία. Το γεγονός ότι στην Ισπανία η πτώση της δικτατορίας οφείλεται σε θάνατο του ηγέτη της από φυσικά αίτια κι όχι μετά μία επανάσταση (Σαλαζάρ στην Πορτογαλία) ή από τις τραγικές συνέπειες ενός πολέμου (Μουσολίνι στην Ιταλία) ή μίας κρίσης (Συνταγματάρχες στην Ελλάδα), δημιουργεί μία άλλη αίσθηση στις κατοπινές γενιές. Η μεταπολίτευση κι η δημοκρατική μετάβαση στην Ισπανία υπήρξε προϊόν μίας απόφασης των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα. Υπήρξαν συμβιβασμοί και αμοιβαίες διαβεβαιώσεις. Δεν υπήρξε «κάθαρση» από τα φρανικά στοιχεία, που όπως προείπαμε πολλά εκ των οποίων ανακυκλώθηκαν στις πρώτες δεξιές κυβερνήσεις και αποκαθάρθηκαν από τα παλαιά ανομήματά τους. Ένα μεγάλο μέρος από τη φρανκική ανάμνηση παραμένει στον στρατό και στις περιοχές και τις τάξεις εκείνες που εμπεριείχαν τον σπόρο του καθεστώτος κι ευνοήθηκαν. Κάτι που δεν μπορεί επ’ ουδενί να αγνοήσει ακόμη καμμία δημοκρατική κυβέρνηση στην Ισπανία κι αποδεικνύεται (Vox, η συνέχεια της περιβόητης Λεγεώνας), γιατί όλο και περισσότερο, στους αμφίβολους και αμφιλεγόμενους σημερινούς καιρούς, τείνει να αποτελέσει κομμάτι της ταυτότητας μεγάλου τμήματος της χώρας.
Προς τούτο είναι θεμελιώδες να διατηρηθεί η επίγνωση του τι ήταν εκείνη η περίοδος. Σήμερα, η αποξένωση κι αλλοτρίωση που εμπεδώνεται στη συλλογική συνείδηση από τις επιλεκτικές γνώσεις που διαδόνται μέσω της τεχνολογίας και των μέσων, για να μην σταθούμε στη Μέδουσα των ψευδών ειδήσεων. Όπως δείχνουν όλες οι έρευνες σε ολάκερο τον δυτικό κόσμο, ανάμεσα στους νέους η ιστορική γνώση και η πληροφόρηση για τα γεγονότα που στιγμάτισαν όχι τόσο το απώτερο παρελθόν, αλλά έστω και τον περασμένο αιώνα, τις εθνικές και την παγκόσμια Ιστορία, εάν δεν είναι μηδαμινή, είναι τουλάχιστον διαστρεβλωμένη, είτε αθέλητα, είτε σκοπούμενα.
Είναι λυπηρό, αλλά το μάθημα της Ιστορίας διδάσκεται πλημμελώς, ακολουθώντας την τάση όλων των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, τα οποία υποβαθμίζουν τον ανθρωπιστικό τομέα της Παιδείας, προκρίνοντας τη «θετική» κατάρτιση με γνώμονα της ανάγκες στελέχωσης της αγοράς εργασίας, που προσανατολίζεται στην κάθε είδους τεχνολογία και τις υπηρεσίες. Οι λιγοστές ώρες της διδασκαλίας της και το μειωμένο βάρος κι ενδιαφέρον, έχουν συχνά αποτέλεσμα να μην φθάνει στο σύγχρονο κομμάτι της. Της εποχής εκείνης δηλ. που τα επακόλουθά της βιώνουμε συχνά ή τα βλέπουμε mutatis mutandis να επαναλαμβάνονται και σήμερα, δεδομένης της φύσης των ανθρώπινων σκοπιμοτήτων και των ομοειδών δυνάμεων που επενεργούν στις σχέσεις μέσα στις κοινωνίες και τους ανθρώπους.
Τη στιγμή που εγκαθιδρύεται μία ακροδεξιά διεθνής και το Vox ή το υπερσυντηρητικό τμήμα της παραδοσιακής δεξιάς, που μεγάλωσε στον φρανκισμό, αμφισβητούν τα ιστορικά δεδομένα και προσποδίζουν μια αναθεωρητική εκδοχή του αναδύεται το ζήτημα της «συνέχειάς» του. Ποιες είναι οι επιβιώσεις του, όχι μόνον στα μνημεία, ή στις ονομασίες των δρόμων, αλλά και στις θεσμικές συμπεριφορές ή τη δικαστική ιδιοσυγκρασία και τη δικαιϊκή έκφρασή της -πχ για την ‘ενότητα’ του έθνους και τον ίδιον τον ορισμό του και τις διχόνοιες ανάμεσα στις κοινότητες (εθνικές και γλωσσικές) που αμφισβητούν την ομοιογένειά του.
Είναι αλήθεια ότι η εποχή εκείνη φαίνεται μακρινή, όμως τούτη η έλλειψη ενδιαφέροντος συχνά χρησιμοποιείται από τις σκοτεινές δυνάμεις για να επαναδιεκδικήσουν εκείνην την εποχή και να απαιτήσουν τον έλεγχο του σήμερα.

Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Φράνκο ένας νέος αυταρχισμός, που καλλιεργείται μέσα από πολώσεις, αναδύεται και σήμερα νέες εκδοχές του φρανκισμού γίνονται ανεκτές και μάλιστα επικροτούνται. Η πρωτοβουλία του Σάντσεθ είναι βέβαια επαινετή, εντούτοις σε κάποιο μέτρο εμφανής σκοπιμότητά της κινδυνεύει να υπονομεύσει την ιστορική κι ιδεολογική της βαρύτητα και να περάσει «ξώφαλτσα» από το συλλογικό ασυνείδητο και την πολιτική επίγνωση.
